Ο Ξένος του Αλμπέρ Καμύ παραμένει ο Μερσό, ένας λευκός Γάλλος, όμως στην πιστή κινηματογραφική μεταφορά του Φρανσουά Οζόν, το θύμα του, ο Μούσα, δεν είναι απλώς ένας ενοχλητικός Αλγερινός αλλά αποκτά όνομα και ταυτότητα και η κατακτημένη χώρα του γίνεται περισσότερο ορατή. Απαθής μετά τον θάνατο της μητέρας του, ο νέος άνδρας δείχνει απαξίωση στο πένθος, παίρνει άδεια από την εργασία του και διανθίζει την καθημερινότητά του με νυχτερινές βόλτες, ύποπτες παρέες και σοβαρό φλερτ, κολυμπώντας, κάνοντας ηλιοθεραπεία και βλέποντας κωμωδίες του Φερναντέλ στα τοπικά σινεμά με τη μειλίχια Μαρί, την οποία υποδύεται η Ρεμπέκα Μάρντερ. Για να βοηθήσει τον γείτονά του, τον Ρεϊμόν, σε ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών, σκοτώνει τον Μούσα για ασήμαντη αφορμή. «Ήταν η αντηλιά, μια λάθος αντίδραση, φόβος, ή μια παρόρμηση που δεν μπήκε στον κόπο να προλάβει; Ό,τι και να επιλέξεις, καταλήγει στο απόλυτο τίποτε», τραγούδησαν οι Cure στο πρώτο single που είχαν κυκλοφορήσει το 1978, το «Killing an Arab». Μια μυστηριώδης πράξη αναζητά ερμηνεία, όσο γίνεται να ερμηνεύσει κάποιος την πηγή του μηδενισμού. Άβυσσος, που όσο την παρατηρείς, κινδυνεύεις να σου επιστρέψει το βλέμμα της.

 

Στη δίκη, συνεχίζει να κρατά μια αξιοσημείωτη απόσταση, ψυχολογικά ανεξήγητη και συναισθηματικά ανάλγητη. Η περίπτωση του Μερσό (το αίνιγμα και οι επιπτώσεις ενός αγέρωχου 30χρονου που δεν νοιάζεται για το μέλλον του και θυσιάζει τον εαυτό του, ανυπεράσπιστος και υπεράνω νόμου), συνεχίζει να προκαλεί αίσθηση: αντί να επεξεργαστεί το πένθος, ξαναγεννιέται με τη μορφή του σιωπηλού τέρατος, ενός αποικιοκράτη που δεν απολογείται για το δικαίωμά του να αφαιρέσει αναίτια μια ζωή. Ο Μπενζαμέν Βουαζέν, εμπνευσμένη επιλογή στον πρωταγωνιστικό ρόλο, κινείται ευθύγραμμα και άκαμπτα, σαν κομψός κλέφτης σε ένα περιβάλλον που τον υποτιμά ή τον αγνοεί. Η ψυχρή του στάση, ο τρόπος που δέχεται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα του, πέρα από πατρίδα, θρησκεία και οικογένεια, είναι ο κενός καμβάς που σηκώνει πολλές ερμηνείες και αντέχει τα πάντα, από υπαρξιακή αγωνία και αποικιοκρατική αλληγορία μέχρι την ενσάρκωση του απόλυτου κακού και την παρακμή των δυτικών αξιών. Στο εκτυφλωτικό ασπρόμαυρο του Οζόν που αντιτίθεται πλήρως στα γυαλισμένα χρώματα του Βισκόντι όταν γύρισε το 1967 το ίδιο στόρι με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, το μεσογειακό φως εξακολουθεί να θαμπώνει τον Μερσό και ο Γάλλος σκηνοθέτης, σε μια από τις κορυφαίες στιγμές του πλούσιου και ποικίλου έργου του, ντύνει με αισθαντικότητα τον αντι-ήρωα, με ένα queer κλείσιμο του ματιού στη δικαιωματική αλαζονεία του.