ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ τη νύχτα. Όχι στις εθνικές επετείους, ούτε στις τηλεοπτικές δηλώσεις περί δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αποκαλύπτονται στους δρόμους όπου κινούνται οι αόρατοι άνθρωποι: οι εργάτριες του σεξ, οι μετανάστες, οι άστεγοι, οι τοξικοεξαρτημένοι, οι τρανς γυναίκες. Εκεί όπου η πόλη αφήνει ό,τι δεν θέλει να ενσωματώσει πραγματικά. Η πρόσφατη επίθεση στην Καλλιθέα μάς φέρνει αναπόφευκτα στον νου τη γειτονική Συγγρού- έναν δρόμο που υπήρξε πάντα ένα τέτοιο σύνορο, ένα πέρασμα ανάμεσα στη βιτρίνα της αστικής κανονικότητας και στο υπόγειο ασυνείδητό της. Η Καλλιθέα και η Συγγρού ανήκουν στην ίδια νυχτερινή γεωγραφία της πόλης· εκείνη που σπάνια κοιτάμε κατάματα.
Η πρόσφατη επίθεση εναντίον μιας τρανς γυναίκας δεν είναι ένα «μεμονωμένο περιστατικό». Η φράση αυτή χρησιμοποιείται συνήθως για να προστατεύσει την κοινωνία από τον εαυτό της. Στην πραγματικότητα, τέτοιες επιθέσεις είναι βαθιά κοινωνικά γεγονότα: μιλούν για τον τρόπο που μια κουλτούρα αντιλαμβάνεται το φύλο, το σώμα, την εξουσία, την ευαλωτότητα και τελικά την ίδια τη διαφορετικότητα. Η βία δεν πέφτει ποτέ από τον ουρανό. Προηγείται μια αργή παιδαγωγική εξευτελισμού.
Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι οι τέσσερις νεαροί που φέρονται να συμμετείχαν- δεκαεννιά και είκοσι ετών- προέρχονται από κάποιο περιθωριακό εγκληματικό περιβάλλον, ακόμη κι αν έχουν τις πιο συνηθισμένες βιογραφίες, αυτό δεν αμβλύνει το πρόβλημα- το επιδεινώνει. Γιατί η βία σήμερα δεν παράγεται μόνο από κοινωνικά «τέρατα» αλλά από συνηθισμένους ανθρώπους που έχουν εκπαιδευτεί σε μια κουλτούρα αποσύνδεσης από τον Άλλον. Μια κουλτούρα όπου ο εξευτελισμός μετατρέπεται σε ψυχαγωγία, η σκληρότητα σε θέαμα και η δημόσια ταπείνωση σε μορφή ανδρικής συνοχής.
Η Ελλάδα συχνά αντιμετωπίζει το ζήτημα της τρανσφοβίας με έναν περίεργο συνδυασμό υποκρισίας και επαρχιωτισμού.
Η σύγχρονη αρρενωπότητα βρίσκεται σε κρίση, αλλά όχι με τον τρόπο που συχνά παρουσιάζεται. Δεν πρόκειται για κάποια «επίθεση στους άνδρες», όπως διατείνονται διάφοροι επαγγελματίες της διαδικτυακής αγανάκτησης. Πρόκειται για μια βαθιά αδυναμία διαχείρισης της αμφισημίας. Πολλοί άνδρες έχουν μάθει να βιώνουν κάθε τι που διαταράσσει τη βεβαιότητα του φύλου ως προσωπική απειλή. Η τρανς γυναίκα γίνεται έτσι φορέας προβολών: επιθυμίας, αποστροφής, περιέργειας, φόβου και τελικά μίσους.
Η ψυχανάλυση έχει περιγράψει εδώ και δεκαετίες αυτόν τον μηχανισμό, και αξίζει να είμαστε ακριβείς για το τι προσφέρει: όχι μια απόδειξη κινήτρων, αλλά έναν φωτισμό. Το ανοίκειο δεν είναι κάτι εντελώς ξένο· είναι κάτι υπερβολικά κοντινό, κάτι που αποκαλύπτει ρωγμές μέσα μας. Η τρανς ύπαρξη ταράζει τη φαντασίωση ότι το φύλο είναι μια απλή, σταθερή και βιολογικά αυτονόητη πραγματικότητα. Δεν είναι, δηλαδή, η διαφορετικότητα του Άλλου που τρομάζει, αλλά η ενδεχομενικότητα που αυτή αποκαλύπτει μέσα στον ίδιο τον θεατή. Υπενθυμίζει ότι η ταυτότητα είναι πιο εύθραυστη απ’ όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε. Και όταν μια κοινωνία δεν αντέχει την ψυχική πολυπλοκότητα, περνά στην αποβολή: πρώτα χλευασμός, μετά ταπείνωση, ύστερα βία.
Δεν είναι τυχαίο ότι τέτοιες επιθέσεις έχουν συχνά τελετουργικό χαρακτήρα. Η συγκεκριμένη, μάλιστα, εκτυλίχθηκε σε στάδια: πρώτα οι ύβρεις και τα αντικείμενα που πετάχτηκαν, ύστερα η επιστροφή των δραστών στο σημείο, ο τραυματισμός με το όχημα και, τέλος, το εύφλεκτο υγρό πάνω σε ένα σώμα ήδη πεσμένο στο έδαφος. Αυτή η κλιμάκωση δεν είναι έκρηξη στιγμής· είναι σενάριο. Και θα ήταν λάθος να φανταστούμε ότι η ομάδα απλώς «αποκτηνώνει» τα μέλη της, ότι κάτι προ-κοινωνικό ξεσπά μόλις διαλυθεί η ατομική ευθύνη. Συμβαίνει μάλλον το αντίστροφο: η ομάδα δεν αφαιρεί τον πολιτισμό, τον επιβάλλει σε καθαρή μορφή. Δίνει στον καθένα ένα σενάριο για το τι σημαίνει να είσαι «άντρας μπροστά στους άλλους άντρες». Η βία γίνεται επίδειξη συμμόρφωσης σε μια νόρμα, όχι έκλυση ενός ενστίκτου. Γι’ αυτό και αποσκοπεί όχι μόνο στον τραυματισμό αλλά στον εξευτελισμό: θέλει να μετατρέψει το άλλο σώμα σε αντικείμενο, μπροστά σε κοινό. Η εποχή των social media δεν δημιούργησε απλώς ναρκισσιστές· κανονικοποίησε την ιδέα ότι η σκληρότητα έχει αξία όταν υπάρχει θεατής να την επικυρώσει.
Η Ελλάδα συχνά αντιμετωπίζει το ζήτημα της τρανσφοβίας με έναν περίεργο συνδυασμό υποκρισίας και επαρχιωτισμού. Από τη μία πλευρά υπάρχει μια επιφανειακή γλώσσα «συμπερίληψης» σε θεσμούς, εταιρικές καμπάνιες και πολιτικές δηλώσεις. Από την άλλη, η καθημερινή κοινωνική πραγματικότητα παραμένει βαθιά επιθετική απέναντι σε ό,τι ξεφεύγει από το έμφυλο και οικογενειακό πρότυπο της μικροαστικής κανονικότητας. Η κοινωνία καταναλώνει κρυφά αυτό που δημόσια καταδικάζει. Επιθυμεί αυτό που ταυτόχρονα μισεί.
Η Συγγρού είναι ιδανικό σύμβολο αυτής της αντίφασης. Ένας δρόμος γεμάτος οικονομικές και σεξουαλικές συναλλαγές, νυχτερινές διαδρομές, ξενοδοχεία, φώτα, μοναξιά και σώματα σε διαρκή έκθεση. Εκεί η πόλη αποκαλύπτει την πραγματική της σχέση με την επιθυμία: όχι ώριμη, όχι ελεύθερη, αλλά ενοχική και συχνά σαδιστική. Η τρανς γυναίκα σε αυτή τη γεωγραφία δεν αντιμετωπίζεται ως πολίτης αλλά ως «σώμα διαθέσιμο». Και όταν ένα σώμα παύει να αναγνωρίζεται ως πλήρως ανθρώπινο, η βία εναντίον του γίνεται ευκολότερη.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο η αγριότητα της πράξης αλλά η κοινωνική ανοχή γύρω από αυτήν. Η βία κατά των τρανς ανθρώπων συχνά αντιμετωπίζεται ως κάτι σχεδόν αναμενόμενο. Σαν να πρόκειται για φυσικό κίνδυνο του δρόμου και όχι για πολιτισμική αποτυχία. Αυτή η κανονικοποίηση είναι ίσως πιο επικίνδυνη από τους ίδιους τους δράστες. Διότι αποκαλύπτει μια κοινωνία που έχει εξοικειωθεί με την αποανθρωποποίηση.
Οι εύκολες ηθικολογίες δεν αρκούν. Τα hashtags δεν παράγουν πολιτισμό. Ούτε η ψευδοριζοσπαστική ρητορική των κοινωνικών δικτύων αλλάζει ουσιαστικά τον ψυχισμό μιας κοινωνίας. Αυτό που απαιτείται είναι κάτι πολύ πιο δύσκολο και λιγότερο θεαματικό: παιδεία, θεσμοί, σοβαρό σχολείο, κοινωνικά όρια, γλώσσα χωρίς χυδαιότητα, συνέπειες χωρίς λαϊκισμό. Ο πολιτισμός δεν είναι αυθόρμητος· είναι επίπονη κατασκευή.
Κάθε κοινωνία κρίνεται τελικά από το πώς αντιμετωπίζει εκείνους που θεωρεί περιττούς. Όχι τους επιτυχημένους, ούτε τους ισχυρούς, αλλά τα σώματα που προκαλούν αμηχανία, φόβο ή δυσφορία. Στην Καλλιθέα εκείνο το βράδυ δεν εκτέθηκε μόνο μια τρανς γυναίκα στη βία μιας παρέας νεαρών ανδρών. Εκτέθηκε δημόσια η ψυχική φτώχεια μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να φοβάται ό,τι δεν μπορεί να ταξινομήσει.
Το παρόν άρθρο αποτελεί προσωπική ψυχαναλυτική, κοινωνιολογική και πολιτισμική προσέγγιση του ζητήματος. Οι αναφορές στο φύλο, στα κοινωνικά γένη και στις ταυτότητες φύλου εκφράζουν θεωρητικές επιρροές και προσωπικές επεξεργασίες του γράφοντος και δεν διεκδικούν καθολική ή απόλυτη ερμηνεία των σχετικών ζητημάτων. Οι ψυχαναλυτικές αναφορές δεν αποσκοπούν σε παθολογικοποίηση ταυτοτήτων φύλου αλλά στην κατανόηση κοινωνικών και ψυχικών μηχανισμών που συνδέονται με τη βία και την αποανθρωποποίηση.
Και όταν ένα σώμα παύει να αναγνωρίζεται ως πλήρως ανθρώπινο, η βία εναντίον του γίνεται ευκολότερη.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο η αγριότητα της πράξης αλλά η κοινωνική ανοχή γύρω από αυτήν. Η βία κατά των τρανς ανθρώπων συχνά αντιμετωπίζεται ως κάτι σχεδόν αναμενόμενο. Σαν να πρόκειται για φυσικό κίνδυνο του δρόμου και όχι για πολιτισμική αποτυχία. Αυτή η κανονικοποίηση είναι ίσως πιο επικίνδυνη από τους ίδιους τους δράστες. Διότι αποκαλύπτει μια κοινωνία που έχει εξοικειωθεί με την αποανθρωποποίηση.
Οι εύκολες ηθικολογίες δεν αρκούν. Τα hashtags δεν παράγουν πολιτισμό. Ούτε η ψευδοριζοσπαστική ρητορική των κοινωνικών δικτύων αλλάζει ουσιαστικά τον ψυχισμό μιας κοινωνίας. Αυτό που απαιτείται είναι κάτι πολύ πιο δύσκολο και λιγότερο θεαματικό: παιδεία, θεσμοί, σοβαρό σχολείο, κοινωνικά όρια, γλώσσα χωρίς χυδαιότητα, συνέπειες χωρίς λαϊκισμό. Ο πολιτισμός δεν είναι αυθόρμητος· είναι επίπονη κατασκευή.
Κάθε κοινωνία κρίνεται τελικά από το πώς αντιμετωπίζει εκείνους που θεωρεί περιττούς. Όχι τους επιτυχημένους, ούτε τους ισχυρούς, αλλά τα σώματα που προκαλούν αμηχανία, φόβο ή δυσφορία. Στην Καλλιθέα εκείνο το βράδυ δεν εκτέθηκε μόνο μια τρανς γυναίκα στη βία μιας παρέας νεαρών ανδρών. Εκτέθηκε δημόσια η ψυχική φτώχεια μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να φοβάται ό,τι δεν μπορεί να ταξινομήσει.
Το παρόν άρθρο αποτελεί προσωπική ψυχαναλυτική, κοινωνιολογική και πολιτισμική προσέγγιση του ζητήματος. Οι αναφορές στο φύλο, στα κοινωνικά γένη και στις ταυτότητες φύλου εκφράζουν θεωρητικές επιρροές και προσωπικές επεξεργασίες του γράφοντος και δεν διεκδικούν καθολική ή απόλυτη ερμηνεία των σχετικών ζητημάτων. Οι ψυχαναλυτικές αναφορές δεν αποσκοπούν σε παθολογικοποίηση ταυτοτήτων φύλου αλλά στην κατανόηση κοινωνικών και ψυχικών μηχανισμών που συνδέονται με τη βία και την αποανθρωποποίηση.
Ο Θοδωρής Τσιριγώτης είναι κλινικός ψυχολόγος - ψυχοθεραπευτής