Ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε τον Κέβιν Γουόρς για τη θέση του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), ελπίζοντας ότι η νέα ηγεσία θα οδηγήσει σε χαμηλότερα επιτόκια και φθηνότερο δανεισμό για την αμερικανική οικονομία.
Ωστόσο, οι αγορές ομολόγων φαίνεται πως έχουν διαφορετική άποψη από εκείνη του Ντόναλντ Τραμπ. Η ανάληψη των καθηκόντων του Γουόρς έρχεται σε μια περίοδο έντονης αβεβαιότητας, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν εντείνει τους φόβους για νέο κύμα πληθωρισμού.
Οι επενδυτές ανησυχούν ότι οι αυξημένες τιμές στην ενέργεια μπορεί να κρατήσουν τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, περιορίζοντας σημαντικά το ενδεχόμενο μείωσης επιτοκίων μέσα στο 2026.
Την τελευταία εβδομάδα, οι αποδόσεις των 30ετών αμερικανικών ομολόγων άγγιξαν τα υψηλότερα επίπεδα από το 2007, γεγονός που αντανακλά το αυξημένο κόστος δανεισμού για το αμερικανικό Δημόσιο αλλά και για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Το στοίχημα του Τραμπ με τη νέα ηγεσία της Fed
Αναλυτές εκτιμούν ότι η Fed βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο δίλημμα.
Αντί για μειώσεις επιτοκίων, ορισμένοι επενδυτές και στελέχη της κεντρικής τράπεζας θεωρούν πλέον πιθανό ακόμη και το ενδεχόμενο νέας αύξησης επιτοκίων μέχρι το τέλος του έτους, εφόσον ο πληθωρισμός συνεχίσει να πιέζει την οικονομία.
Η κατάσταση αυτή αυξάνει την πίεση προς τον νέο πρόεδρο της Fed. Ο Τραμπ είχε ασκήσει σκληρή κριτική στον απερχόμενο πρόεδρο Τζερόμ Πάουελ επειδή δεν προχώρησε σε επιθετικές μειώσεις επιτοκίων.
Παρότι τώρα εμφανίζεται πιο συγκρατημένος απέναντι στον Γουόρς, οι υψηλές αποδόσεις στις αγορές μπορεί σύντομα να δοκιμάσουν την υπομονή του Λευκού Οίκου, ειδικά όσο πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Ο ίδιος ο Γουόρς προσπάθησε να στείλει μήνυμα σταθερότητας κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, τονίζοντας πως βασικός στόχος της Fed παραμένει ο έλεγχος του πληθωρισμού και η διατήρηση ισχυρής απασχόλησης.
Ο Τραμπ αλλάζει ηγεσία στη Fed εν μέσω διεθνούς αβεβαιότητας
Οι πιέσεις στις αγορές δεν προέρχονται μόνο από τη γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή.
Οι μεγάλες δημοσιονομικές δαπάνες των ΗΠΑ και το διογκωμένο δημόσιο χρέος, αυξάνουν συνεχώς την ανάγκη δανεισμού από τις αγορές, αναγκάζοντας το αμερικανικό Δημόσιο να προσφέρει υψηλότερες αποδόσεις στους επενδυτές.
Ταυτόχρονα, η ισχυρή ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας και οι μεγάλες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη ενισχύουν την αισιοδοξία για την οικονομία, αλλά συμβάλλουν επίσης στη διατήρηση υψηλών επιτοκίων.
Η αυξημένη ζήτηση για επενδύσεις και η άνοδος των εταιρικών κερδών περιορίζουν την ανάγκη της Fed να προχωρήσει σε χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Παράλληλα, η αγορά εργασίας παραμένει ανθεκτική, με τις απολύσεις να κινούνται ακόμη σε χαμηλά επίπεδα, γεγονός που επίσης μειώνει την πίεση για άμεσες μειώσεις επιτοκίων.
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η ανεξαρτησία της Fed απέναντι στις πολιτικές πιέσεις. Αν η κεντρική τράπεζα προχωρούσε σε μειώσεις επιτοκίων χωρίς να το δικαιολογούν τα οικονομικά δεδομένα, οι αγορές θα μπορούσαν να θεωρήσουν ότι λειτουργεί υπό την επιρροή του Λευκού Οίκου.
Αυτό θα μπορούσε να πλήξει την αξιοπιστία της Fed και να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη αναστάτωση στις αγορές ομολόγων. Ο Γουόρς καλείται πλέον να ισορροπήσει ανάμεσα στις προσδοκίες του Τραμπ για χαμηλότερα επιτόκια και στην ανάγκη να διατηρηθεί υπό έλεγχο ο πληθωρισμός.
Το αν θα καταφέρει να πείσει τις αγορές, αλλά και τους συναδέλφους του στη Fed, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πορεία του πολέμου στο Ιράν και την εξέλιξη της αμερικανικής οικονομίας τους επόμενους μήνες.
Με πληροφορίες από Politico