Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο μιλάμε για τον Γιώργο Λούκο. Όσο απομακρυνόμαστε από τη δεκαετία που βρέθηκε στο τιμόνι του Φεστιβάλ Αθηνών, τόσο περισσότερο αναφερόμαστε στο πώς διαμορφώθηκε η αντίληψή μας γύρω από το θέατρο και τον χορό, τόσο περισσότερο ανακαλούμε αυτά που είδαμε για πρώτη φορά κυρίως στην Πειραιώς 260, που φέτος συμπληρώνει είκοσι χρόνια λειτουργίας. Το αποτύπωμα αυτής της εποχής μάς παραδίδει σήμερα στο αφιέρωμα «2005-2015: Στα χρόνια του Λούκου» ο σκηνοθέτης Ηλίας Γιαννακάκης, ένα ντοκιμαντέρ 125 λεπτών που θα προβληθεί στις 13 Ιουνίου, έχοντας κάνει καινούργια γυρίσματα και αξιοποιώντας πλούσιο αρχειακό υλικό.
Ο Ηλίας Γιαννακάκης ήταν από αυτούς που αισθάνθηκαν ήδη από την πρώτη διοργάνωση του Γιώργου Λούκου, το καλοκαίρι του 2006 –όπως πολλοί και πολλές ακόμα– ότι άρχισε να πνέει ένας καινούργιος άνεμος. Ήταν ήδη βασικό μέλος της ομάδας του μυθικού «Παρασκηνίου» σε εποχές που η ΕΡΤ στήριζε γενναία το ντοκιμαντέρ και εκείνη την περίοδο ετοίμαζε ένα «Παρασκήνιο» για την περίφημη Χριστίνα Τσίγκου, που είχε αφήσει εποχή στα ’60s ερμηνεύοντας τη Γουίνι στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ. Βρέθηκε στην Επίδαυρο όταν η Φιόνα Σο και η Ντέμπορα Γουόρνερ ανέβασαν το ίδιο έργο, επί Λούκου.
«Ίσως το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του Λούκου είναι η ζεστασιά του, που όμως συνυπάρχει με μια κάποια απόσταση. Αυτός ο συνδυασμός συνιστά, θεωρώ, το μυστικό της επιτυχίας του ως καλλιτεχνικού διευθυντή αλλά και της ιδιαίτερης γοητείας του ως ανθρώπου».
«Τον πλησίασα, χωρίς να γνωριζόμαστε, και του ζήτησα να μεσολαβήσει στη Φιόνα Σο για το ντοκιμαντέρ που ετοίμαζα», λέει. «Πήγε επί τόπου και μίλησε στη μεγάλη πρωταγωνίστρια, της μίλησε ολόθερμα για μένα σαν να με γνώριζε από χρόνια κι εκείνη δέχτηκε αμέσως να κάνουμε το γύρισμα. Λίγους μήνες αργότερα, τον συνάντησα στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων, στην “Ήμερη” του Λευτέρη Βογιατζή. Του πρότεινα να κάνουμε ένα ντοκιμαντέρ γύρω από αυτόν, με άξονα το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, φτάνοντας μέχρι τη Λιόν, ακολουθώντας τον επί ένα χρόνο με μία κάμερα, μόνος μου, χωρίς συνεργείο. Του τόνισα ότι κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ σημαντικό, καθώς θα αποτυπώναμε εν τω γίγνεσθαι μία περίοδο που ήδη φαινόταν ότι έγραφε ιστορία. Με κοίταξε για ελάχιστα δευτερόλεπτα και μου είπε: “Εντάξει. Πότε ξεκινάμε;”. Έτσι λειτουργούσε. Χωρίς πόζα. Προέκυψε ένα ντοκιμαντέρ 50 λεπτών, που προβλήθηκε από το “Παρασκήνιο” στα τέλη του 2008. Πέρασαν τα χρόνια και είχα πάντα στο μυαλό μου να κάνω ένα καινούργιο ντοκιμαντέρ για τον Γιώργο, καλύπτοντας τη χρυσή του δεκαετία, όπως και τον τρόπο με τον οποίο αποπέμφθηκε το 2015».
σκηνοθέτης
― Βλέπετε τον Γιώργο Λούκο περισσότερο ως πρόσωπο ή ως σύμβολο μιας πολιτιστικής εποχής;
Ο Λούκος αποτελεί ένα εμβληματικό πρόσωπο του σύγχρονου πολιτισμού στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στη χώρα μας άφησε τεράστια κληρονομιά, έναν οδικό χάρτη τον οποίο ακολουθούν όλοι οι πολιτιστικοί οργανισμοί, δημόσιοι και ιδιωτικοί. Άφησε όμως και ένα παράδειγμα συμπεριφοράς στον δημόσιο βίο. Δεν θα μπορούσα να διαχωρίσω τον Λούκο ως σύμβολο μιας πολιτιστικής εποχής από το πρόσωπο, τον Γιώργο. Αυτό ακριβώς είναι που έκανε τη μεγάλη διαφορά. Το γεγονός ότι ήρθε να αναλάβει το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου όντας ένας χορτασμένος από κάθε άποψη Έλληνας με τεράστια διεθνή διαδρομή, ολότελα ακομπλεξάριστος, χωρίς την έπαρση που συνήθως συναντάμε σε πρόσωπα που αναλαμβάνουν ηγετικές θέσεις σε οργανισμούς, και με μοναδική επιθυμία του να προσφέρει στην πατρίδα του, περιγράφει ένα πρόσωπο συναρπαστικό. Ο Λούκος έγινε σύμβολο επειδή μας έφερε –μέσα από το προσωπικό του κύρος– τα κορυφαία ονόματα της παγκόσμιας τέχνης. Και επειδή άνοιξε την πόρτα στις εγχώριες καλλιτεχνικές φωνές που παρέμεναν στο σκοτάδι ή, στην καλύτερη περίπτωση, κοίταζαν επί χρόνια μέσα από τη χαραμάδα. Και φυσικά έκανε την κομβική επιλογή για την Πειραιώς 260, μια αλλαγή τεκτονική στα πολιτιστικά της χώρας μας. Έκτοτε, σε τέτοιους χώρους γίνονται όλα. Έγινε όμως σύμβολο και για τον τρόπο με τον οποίο εκδιώχθηκε αυτός ο άνθρωπος που πρόσφερε όλα τα παραπάνω.
― Αποφασίζοντας για τη βασική δραματουργική ιδέα του ντοκιμαντέρ, θέλατε να κάνετε μια ιστορική καταγραφή ή μια προσωπική ανάγνωση; Ποιο γεγονός λειτούργησε ως «κλειδί» για να χτίσετε την αφήγηση;
Θυμάμαι ότι ήδη από το 2006 άκουγα να μιλούν χλευαστικά γι’ αυτόν καλλιτέχνες και συνδικαλιστές από όλο το πολιτικό φάσμα. Σκηνοθέτες, μεταφραστές, ασφαλώς οι μεσάζοντες που εμπλέκονταν στη μετάκληση των ξένων παραγωγών για Επίδαυρο και Ηρώδειο και είχαν ξεβολευτεί με την ισονομία και τις αδιάβλητες διαδικασίες που ακολουθούσε ο Λούκος. Όταν του έλεγα να προσέχει, εκείνος γελούσε και δεν έδινε σημασία. «Αν θέλουν, ας με διώξουν», έλεγε. Άλλωστε, μετά το 2010, με δική του απόφαση, πρωτοφανή για τα νεοελληνικά χρονικά, είχε παραιτηθεί από τον μισθό του, λόγω της οικονομικής κρίσης.
Αυτό που δεν φανταζόταν, όμως, ήταν ότι το μίσος εναντίον του δεν θα έβαζε απλώς τέλος στη θητεία του αλλά θα οδηγούσε και στη διαπόμπευσή του μέσα από μια χαλκευμένη κατηγορία το 2015, επί αριστερής κυβέρνησης μάλιστα, που σχετιζόταν με προηγούμενες από αυτόν οικονομικές χρήσεις του Φεστιβάλ, τις οποίες εκείνος, αφελώς, υπέγραφε ώστε να μην παρακωλύεται η λειτουργία του Φεστιβάλ. Στα δικά μου μάτια, ο άνθρωπος αυτός, που πρόσφερε τόσα πολλά, για να μπλεχτεί τελικά επί οκτώ χρόνια σε μια καφκική δικαστική περιπέτεια μέχρι να αθωωθεί πανηγυρικά, αποτελεί μια μορφή συγγενική, τηρουμένων όλων των αναλογιών ασφαλώς, του μυθικού Προμηθέα, που έφερε το φως για να τιμωρηθεί με τον πιο σκληρό τρόπο. Δεν πρέπει να ξενίζει μια τέτοια παρομοίωση. Οι μυθικοί, θεατρικοί και λογοτεχνικοί ήρωες έχουν γεννηθεί μέσα από την έμπνευση σπουδαίων συγγραφέων, όμως πάντα υπάρχουν στην πραγματική ζωή. Τον Λούκο τον ζήσαμε, με σάρκα και οστά. Με το χαμόγελό του. Είναι ένας άνθρωπος που λατρεύτηκε από πολλούς ανθρώπους της τέχνης και μισήθηκε με ένταση από κάποιους άλλους, που κουβαλούν μέσα τους τη χειρότερη εκδοχή της Ελλάδας.
― Τι υλικό υπάρχει στο ντοκιμαντέρ και πώς το συγκεντρώσατε;
Ο κύριος κορμός των σημερινών γυρισμάτων περιλαμβάνει 38 εγχώριους ομιλητές και ομιλήτριες, καθώς και τέσσερις εμβληματικούς καλλιτέχνες από το εξωτερικό. Εξίσου σημαντικό είναι το υλικό από το προσωπικό μου αρχείο, όπου ακολουθώ τον Γιώργο Λούκο με την κάμερα επί έναν χρόνο. Αποφάσισα να μην αξιοποιήσω καθόλου αποσπάσματα που είχα χρησιμοποιήσει για το «Παρασκήνιο» της ΕΡΤ το 2008. Άλλωστε, είχα κινηματογραφήσει πάνω από πενήντα ώρες. Επίσης, βλέπουμε έναν μεγάλο αριθμό παραστάσεων, ξένων και ελληνικών, που προέρχονται από το αρχείο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, όπως άλλωστε και το φωτογραφικό υλικό που παρουσιάζεται.
Επιπλέον, τα δημοσιεύματα από το περιοδικό του Φεστιβάλ εκείνα τα χρόνια, το «ΕΦ», καθώς και από δημοσιογραφικά αρχεία. Συμπεριλαμβάνεται και ένας αριθμός παραστάσεων του παλιού Φεστιβάλ Αθηνών από τα επίκαιρα εποχής που προέρχονται από την ΕΡΤ. Πολύτιμο αποδείχτηκε το υλικό που είχε κινηματογραφήσει η φίλη Άννα Βότση μεταξύ 2005 και 2006, καταγράφοντας τη μετατροπή της Πειραιώς 260 από έναν χώρο βιομηχανικών ερειπίων στο σημαντικότερο πολιτιστικό τοπόσημο της Αθήνας. Τη διεύθυνση φωτογραφίας της ταινίας-ντοκιμαντέρ για τον Γιώργο Λούκο ανέλαβε ο Κλαούντιο Μπολιβάρ και το μοντάζ η Δώρα Μασκλαβάνου. Την εκτέλεση παραγωγής τρέχει η σύντροφός μου στη ζωή, η Αποστολία Παπαϊωάννου, που αναλαμβάνει τις περισσότερες ταινίες μου και αποτελεί τον άνθρωπο χωρίς τον οποίο όλα θα ήταν πολύ πιο δύσκολα για μένα. Το ντοκιμαντέρ αποτελεί μια παραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, την οποία και χρηματοδότησε εξ ολοκλήρου. Πρόκειται για μια ένθερμη επιλογή του Μιχαήλ Μαρμαρινού, που δείχνει τον σεβασμό του απέναντι στον Γιώργο Λούκο.
― Υπάρχει κίνδυνος το ντοκιμαντέρ να λειτουργήσει περισσότερο ως αγιογραφία παρά ως πραγματική αποτίμηση;
Πρόσφατα παρακολούθησα ξανά το ντοκιμαντέρ του Βιμ Βέντερς για την Πίνα Μπάους, αγαπημένη φίλη του Λούκου, ο οποίος την έφερε δύο φορές στο Φεστιβάλ. Στην ταινία του Βέντερς, όλα τα μέλη του χοροθεάτρου του Βούπερταλ μιλούσαν για την Πίνα Μπάους σαν να αναφέρονταν σε μια θεά – αψεγάδιαστη. Κι αυτό ουδόλως μετρίασε την αξία αυτής της σπουδαίας ταινίας. Εύχομαι, από την πλευρά μου, να μην έχω πέσει στην παγίδα της αγιογραφίας. Άλλωστε, γνωρίζοντας όλοι μας πλέον το μένος με το οποίο αντιμετωπίστηκε ο Λούκος το 2015, αν υπήρχε κάτι, έστω και το ελάχιστο, εις βάρος του, θα είχε διογκωθεί και χρησιμοποιηθεί εναντίον του ως υποστήριξη στην επίθεση η οποία τον έθεσε εκτός Φεστιβάλ και του έκανε τόσο μεγάλο κακό.
― Σε τι επιλέξατε να δώσετε μεγαλύτερη έμφαση, στις παραστάσεις ή στους ανθρώπους πίσω από αυτές;
Αν υπάρχει κάτι που μ’ ενδιέφερε περισσότερο από οτιδήποτε να αναδειχτεί στην ταινία, δεν είναι άλλο από τον χώρο που πρόσφερε ο Λούκος στην ανεξάρτητη δημιουργία, και τον τρόπο που το έκανε. Με αταλάντευτη αποφασιστικότητα, ευαισθησία, τρυφερότητα, γνώση, χαμόγελο και χαρά. Κρατώντας πάντα και την απαραίτητη απόσταση. Για μένα, που είμαι συνειδητά ανεξάρτητος κινηματογραφιστής, μία μορφή όπως ο Λούκος έγραψε εξαρχής βαθιά μέσα μου. Και τώρα, σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα, έχοντας υποστεί πολλά καθώς παραμένω ανεξάρτητος, με αγγίζει πολύ περισσότερο. Ύστερα από 400 ντοκιμαντέρ και τις ταινίες μυθοπλασίας που έχω κάνει, εξακολουθώ να αντιμετωπίζομαι ως ένας άγνωστος. Σαν να έπεσα ξαφνικά από τον πλανήτη Άρη. Έκανα αυτή την τοποθέτηση ώστε να εξηγήσω ότι βιώνω με ένταση, όλα τα χρόνια που δουλεύω, τη συνθήκη που ήρθε και άλλαξε άρδην ο Λούκος στις παραστατικές τέχνες.
Ήρθε το 2005 και συνάντησε ένα τοπίο όπου βασίλευε η αναξιοκρατία, η μούχλα, ο φατριασμός και οι ύποπτες σχέσεις εξάρτησης στις καλλιτεχνικές επιλογές. Τα ζωντανά θεατρικά σχήματα, όπως και τα αντίστοιχα του χορού, δεν είχαν πρόσβαση στις μεγάλες σκηνές, στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, το Εθνικό, τη Λυρική κ.λπ. Στις προ Λούκου εποχές, η Επίδαυρος άνοιγε δύο φορές για το Εθνικό, και από μία για το ΚΘΒΕ, το Θέατρο Τέχνης, το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου και τον ΘΟΚ. Πού και πού, ερχόταν και κάποιος ξένος, όπως ο Στάιν, ο Χολ ή ο Στούρουα. Στο Ηρώδειο και στον Λυκαβηττό, η πόρτα ήταν ανοιχτή μόνο για τα ΔΗΠΕΘΕ. Και ξαφνικά, το 2006, με τον Λούκο, ανοίγει η Πειραιώς 260 ως ένας χώρος θαυμάτων. Πέρα από την Επίδαυρο και το Ηρώδειο, άνοιξε επίσης το Σχολείον (μία προσφορά της Ειρήνης Παπά) και πολλοί ακόμα καινούργιοι χώροι. Κι όλα αυτά προσφέρθηκαν αξιοκρατικά σε όλες τις ηλικίες, προφανώς και στους νέους εγχώριους καλλιτέχνες. Τους δόθηκαν χρήματα, ενθάρρυνση και απόλυτη ελευθερία. Μαζί με την ευτυχή συγκυρία της παρουσίας του Γιάννη Χουβαρδά στην κεφαλή του Εθνικού Θεάτρου από το 2007 και της Βίκυς Μαραγκοπούλου στο Φεστιβάλ Καλαμάτας ήδη από το 1995, διαμορφώθηκε μια συνθήκη όπου καλλιτέχνες και κοινό έφεραν την άνοιξη. Δηλαδή, έγινε το άνοιγμα στην πραγματικά ανεξάρτητη και ελεύθερη δημιουργία, που αποτελεί τη βάση κάθε ζωντανής καλλιτεχνικής πράξης.
― Πώς διαλέξατε τα πρόσωπα που μιλούν γι’ αυτόν;
Στο ντοκιμαντέρ δεν εμφανίζεται ο ίδιος ο Λούκος ως ομιλητής. Είναι ιδιαίτερα έντονη η παρουσία του, φυσικά, μέσα από το ανέκδοτο και πολύ ζωντανό αρχειακό υλικό του 2007-08. Θεώρησα ότι η παρουσία μεγάλου αριθμού σημαντικών ομιλητών και ομιλητριών ήταν απαραίτητη ώστε να υπάρξει μια σφαιρική –ιστορική και συναισθηματική– αποτίμηση τόσο της περιόδου όσο και του προσώπου. Όλα τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στους χώρους της Πειραιώς 260. Εμφανίζονται και μιλούν εκπρόσωποι της σύγχρονης δημιουργίας, καθιερωμένοι/-ες αλλά και νεότεροι/-ες που βρήκαν ένα ανοιχτό σπίτι στο Φεστιβάλ επί Λούκου. Πρόκειται για ονόματα όπως οι Δημήτρης Παπαϊωάννου, Γιώργος Κουμεντάκης, Μιχαήλ Μαρμαρινός, Γιάννης Χουβαρδάς, Θωμάς Μοσχόπουλος, Αμαλία Μουτούση, Ρένη Πιττακή, Όλια Λαζαρίδου, Ευριπίδης Λασκαρίδης, Αργυρώ Χιώτη, Ιώ Βουλγαράκη, Νίκος Καραθάνος, Λένα Κιτσοπούλου, Δημήτρης Καραντζάς, Έκτορας Λυγίζος, Ανέστης Αζάς, Λίνα Νικολακοπούλου, Νίκος Χατζόπουλος, Γιώργος Σκεύας, Ακύλλας Καραζήσης. Επίσης, μεταξύ άλλων, εμφανίζονται πρόσωπα όπως η Βίκυ Μαραγκοπούλου, η Ελένη Βαροπούλου, η Δηώ Καγγελάρη, όπως και ορισμένες από τις σημαντικότερες υπογραφές του πολιτιστικού ρεπορτάζ και της κριτικής. Μιλούν, ακόμα, διαδικτυακά, ελάχιστα μόνο από τα ιερά τέρατα των παραστατικών τεχνών της Ευρώπης και των ΗΠΑ που συνδέθηκαν με τον Γιώργο Λούκο, ο οποίος τους έφερε επανειλημμένως στο Φεστιβάλ εκείνα τα χρόνια: Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, Μαγκί Μαρέν, Αριάν Μνουσκίν και Ρομέο Καστελούτσι. Συνολικά πρόκειται για 42 ομιλητές και ομιλήτριες, πολύ μεγάλος αριθμός για μια δίωρη ταινία· ήταν αδύνατο να συμπεριλάβει όλα τα ονόματα που θα ήθελα, για προφανείς λόγους χρόνου και ρυθμού της αφήγησης.
― Υπήρξε κάτι που αποφύγατε να συμπεριλάβετε στο ντοκιμαντέρ;
Στο διάστημα που πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα, δεν κατέστη δυνατό να εμφανιστεί η Κατερίνα Ευαγγελάτου, η οποία απουσίαζε στη Σαγκάη όπου ανέβαζε μια παράσταση. Κατά συνέπεια, αποφάσισα να μην απευθυνθώ, δυστυχώς, ούτε στον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, καθώς κάτι τέτοιο θα φαινόταν ασεβές προς την Κατερίνα Ευαγγελάτου, για όποιους θεατές (την πλειονότητα δηλαδή) δεν θα γνώριζαν τους λόγους της απουσίας της από την ταινία. Κάπως έτσι δεν εμφανίζονται οι δύο επόμενοι καλλιτεχνικοί διευθυντές μετά τον Γιώργο Λούκο.
― Πώς αποτυπώνετε στο ντοκιμαντέρ τη σχέση πολιτισμού και εξουσίας;
Δεν ήθελα η αποπομπή του Γιώργου Λούκου, που αποτελεί μια ξεκάθαρη απόφαση της τότε κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, να λάβει χαρακτηριστικά πολιτικού ή δικαστικού θρίλερ στο ντοκιμαντέρ. Αφιερώνουμε μόνο το τελευταίο μέρος της ταινίας στα όσα δυσάρεστα συνέβησαν τότε. Η ταινία δεν μασά τα λόγια της, όμως η προσέγγιση ήθελα να είναι υπαρξιακή, όχι πολιτική, ιδεολογική ή κομματική, πιο πολύ ως κάτι που μας καταδιώκει διαχρονικά στη χώρα μας. Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουμε τόσο πολλοί και πολλές που, αναφορικά με ό,τι υπέστη ο Λούκος, αισθανόμαστε ντροπή ως πολίτες αυτής της χώρας, κι ας μην ευθυνόμαστε. Προσωπικά, έχω αφιερώσει αρκετά χρόνια από τη ζωή μου σε ντοκιμαντέρ (Μακρόνησος, Φυλακές Αβέρωφ κ.λπ.) για την αριστερά, τότε που όντως υπήρχε ηθικό πλεονέκτημα. Η ταινία που θα προβληθεί σε λίγες μέρες ανοίγει για πρώτη φορά μετά την αθώωση του Λούκου αυτό το θέμα. Μακάρι να προκαλέσει σκέψεις και προβληματισμό ώστε κάποιοι να ζητήσουν μια συγγνώμη που μέχρι σήμερα δεν έχει ακουστεί. Θα ήταν σημαντικό όχι μόνο για εκείνον αλλά περισσότερο για τους ίδιους και κυρίως για τον κόσμο της αριστεράς.
― Μιλώντας για τον Γιώργο Λούκο, εσείς τι θα λέγατε σήμερα για εκείνον;
Με τον Λούκο ήρθαμε κοντά όταν τον κινηματογραφούσα επί έναν χρόνο, το 2007-08. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν γίναμε στενοί φίλοι. Κρατήσαμε μια καλή, αραιή επαφή. Εγώ τον αγαπώ, εκείνος, νομίζω, με εκτιμά. Ο Γιώργος έχει αποτραβηχτεί ύστερα από όσα αδιανόητα και τραυματικά βίωσε. Ίσως το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του είναι η ζεστασιά του, που όμως συνυπάρχει με μια κάποια απόσταση. Αυτός ο συνδυασμός συνιστά, θεωρώ, το μυστικό της επιτυχίας του ως καλλιτεχνικού διευθυντή αλλά και της ιδιαίτερης γοητείας του ως ανθρώπου. Σκέφτομαι κάποιες φορές ότι αυτή η απόσταση θα μπορούσε, υποθετικά, να συνδέεται με ένα προαίσθημα για όσα τελικά υπέστη. Δεν ήταν όμως αρκετό για να τον σώσει.
― Τι είναι αυτό στο οποίο αναφέρθηκαν όλες και όλοι όσες/-οι προσκαλέσατε;
Σίγουρα, σχεδόν όλες και όλοι όσοι μίλησαν στην ταινία συνέπεσαν στην έκφραση ευγνωμοσύνης για τον χώρο που άνοιξε ο Γιώργος Λούκος στο καλλιτεχνικό τους έργο, όσο και στην καθαρά παιδευτική δυνατότητα που πρόσφερε, σε όλες τις γενιές δημιουργών, ανθρώπων του Τύπου και ασφαλώς του κοινού, κάνοντας μετακλήσεις με όλα εκείνα τα σπουδαία καλλιτεχνικά ονόματα και σχήματα από το εξωτερικό που πλούτισαν τόσο πολύ τη ζωή μας εκείνη τη δεκαετία.
― Υπάρχει κάποια σκηνή που συνοψίζει για εσάς όλη τη δεκαετία;
Λίγο πριν από το τέλος του ντοκιμαντέρ, ο Γιώργος Κουμεντάκης και η Αργυρώ Χιώτη, που πέρα από τη δημιουργική τους ταυτότητα κρατούν την καλλιτεχνική διεύθυνση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και του Εθνικού Θεάτρου αντίστοιχα, στοχάζονται με εκπληκτικό και συγκινητικό τρόπο, βάζοντας ανομολόγητα τον εαυτό τους στη θέση του Γιώργου Λούκου αναφορικά με τη μοίρα που του επιφυλάχθηκε.
― Ο ίδιος ο Λούκος λέει ότι πάντα έβλεπε τις παραστάσεις ως θεατής. Εσείς υπήρχαν στιγμές που τον βλέπατε ως άνθρωπο και όχι ως καλλιτεχνικό διευθυντή;
Εδώ και τουλάχιστον τριάντα πέντε ή σαράντα χρόνια, όσοι και όσες ηγούνται μεγάλων, παγκοσμίως αλλά και στη χώρα μας, φεστιβάλ –κινηματογράφου, θεάτρου, χορού, μουσικής– σε πολλές περιπτώσεις (όχι πάντα, προφανώς) εθίζονται στην παγίδα να «βιομηχανοποιούν» τη σκέψη και τα κριτήριά τους, καθώς στην εποχή μας όλα (μπορεί και να) αντιμετωπίζονται ως καλλιτεχνικά προϊόντα. Προσδίδουν δηλαδή πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στις επιλογές τους, αισθητικά, πολιτικά, ιδεολογικά, κριτήρια συνδεόμενα με την εκάστοτε συγκυρία, τάση ή την πολιτική ορθότητα. Και ασφαλώς εμπορικά. Ο Γιώργος, αν και ανήκει 100% στη γενιά των καλλιτεχνικών διευθυντών που ανατράφηκαν επαγγελματικά με αυτές τις νόρμες, διαφοροποιήθηκε πλήρως. Πάντα αποφάσιζε, πέρα από τη γνώση και την εμπειρία του, με βάση το καλλιτεχνικό του ένστικτο. Γι’ αυτό τον λόγο οι επιλογές του ήταν τόσο τολμηρές και αναπάντεχες κάποιες φορές, γι’ αυτό ήταν τόσο ανοιχτός ακόμα και σε όσα αρχικά δεν γνώριζε αλλά τελικά τα αγκάλιαζε. Είχε διατηρήσει ανόθευτη μέσα του την ιδιότητα του παρθένου θεατή, που δεν αισθάνεται ότι τα γνωρίζει όλα. Ήταν μέχρι τέλους έτοιμος να ξαφνιαστεί, ακόμα και να μείνει με το στόμα ανοιχτό.
― Αν έπρεπε να περιγράψετε εκείνη τη δεκαετία με μία λέξη, ποια θα ήταν;
Μία λέξη: ουτοπία. Τι άλλο; Και η ταινία αυτή, για τα χρόνια του Γιώργου Λούκου στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, αν έχει κάποια δεδομένη αξία –αυτό μπορώ να το πω χωρίς να διστάζω–, είναι αυτή του ντοκουμέντου μιας απίστευτης δεκαετίας η οποία συνέβη, δεν ήταν μια ουτοπία.
― Τι θα λέγατε σε ένα νεότερο κοινό που βλέπει την ταινία και δεν έχει ζήσει την εποχή του Λούκου;
Για τους/τις νεότερους/-ες που δεν έζησαν εκείνη τη δεκαετία θα ήλπιζα, παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ, να γεννηθεί μέσα τους η ελπίδα ότι στο μέλλον που θα τους/τις περιλαμβάνει οργανικά θα έχουν εξελιχθεί τα πράγματα στην Ελλάδα, ώστε πρόσωπα όπως ο Λούκος θα αποτελούν όχι τη φωτεινή και σπάνια εξαίρεση αλλά τον κανόνα που θα είναι αποτέλεσμα μιας ώριμης κοινωνικής εξέλιξης και προόδου. Ποιος ξέρει;