Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΑΣΕΜΙΔΗΣ είναι ένας δημιουργικός μουσικός, φλαουτίστας και συνθέτης από την Κύπρο, που προσωπικά μου είναι γνωστός από το πολύ καλό γκρουπ Monsieur Doumani, καθώς συμμετείχε στους δίσκους του “Grippy Grappa” (2009), “Sikoses” (2015), “Angathin” (2018) και “Pissourin” (2021) – εκεί όπου συνδυάζονται παραδοσιακά γηγενή στοιχεία, τραγουδισμένα στην κυπριακή διάλεκτο, μαζί με ηλεκτρονικά, funk, λαϊκά, έντεχνα, folk, rock, jazz και άλλα τινά. Στο σάιτ του Τελλόγλειου (Ίδρυμα Τεχνών Α.Π.Θ.) υπάρχει ένα βιογραφικό του Γιασεμίδη το οποίο μεταφέρω:
«Μετά τις σπουδές του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ασχολήθηκε με το φλάουτο, ο Γιασεμίδης εργάστηκε ως φλαουτίστας και τρομπονίστας σε διάφορα σύνολα, όπως το Anglia Sinfonia, το ARU Big Band, την Grand Union Orchestra, καθώς και τη Φιλαρμονική Ορχήστρα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Στο Αμπού Ντάμπι εργάστηκε ως καθηγητής πνευστών στα Aldar International Schools, ενώ έχει διδάξει φλάουτο σε Ελλάδα, Λίβανο και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Σήμερα είναι καθηγητής φλάουτου στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου και σε μουσικά λύκεια του νησιού. Επιπλέον είναι ενεργός καλλιτέχνης της κλασικής, folk και πειραματικής μουσικής σκηνής της Κύπρου. Είναι επίσης μέλος του πολυβραβευμένου γκρουπ Monsieur Doumani, που αποτελεί ένα από τα πιο επιτυχημένα συγκροτήματα της Κύπρου διεθνώς, με συναυλίες σε όλη την Ευρώπη, την Κούβα και την Ινδία. Μέσω των Monsieur Doumani ο Γιασεμίδης παρουσιάζει μια καινοτόμο και πρωτοφανή χρήση των πνευστών οργάνων στην κυπριακή μουσική».
Το άκουσμα, σε γενικές γραμμές, μπορεί να χαρακτηρισθεί ambient, με τη διαφορά πως εδώ δεν έχουμε... ξεψυχισμένες ηχητικές «αλοιφές», αλλά αληθινή μουσική, η οποία αποδίδεται από πρώτης τάξεως οργανοπαίκτες.
Προσφάτως έφθασαν στα χέρια μου δύο άκρως ενδιαφέροντα άλμπουμ του Γιασεμίδη με τα σχήματα Nâbu Pēra και Copper Curios, για τα οποία θα γράψω στη συνέχεια...
NÂBU PĒRA: Soundscapes of Nicosia
[Zero Nove Nove, 2025]
Τρίο είναι οι Nâbu Pēra, αποτελούμενοι από τους Δημήτρη Γιασεμίδη (Demetris Yiasemides) φλάουτο, sylpho, ηλεκτρονικά, Νατάσα Χατζηανδρέου (Natasa Hadjiandreou) βιμπράφωνο, κρουστά και Σάββα Θωμά (Savvas Thoma) μπεντίρ, φωνητικά. Με αυτή τη line-up οι Nâbu Pēra ηχογράφησαν στη Λάρνακα και κυκλοφόρησαν, πέρυσι, ένα πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ, που αποκαλείται “Soundscapes of Nikosia” (Ηχοτοπία της Λευκωσίας).
Μέσω αυτού του CD οι Nâbu Pēra επιχειρούν να σχηματίσουν μία ηχητική επένδυση, που να αφορά την κυπριακή πρωτεύουσα, συλλαμβάνοντας, ταυτοχρόνως, την πολυσημία της. Όπως γράφουν και οι ίδιοι στο back cover:
«Η Λευκωσία γίνεται όχι μόνο πηγή έμπνευσης, αλλά και όργανο: οι φωνές που τη διασχίζουν και οι αντηχήσεις της μπλέκονται με ακουστικά όργανα και ηλεκτρονικές υφές, δημιουργώντας μια πρωτότυπη και σύγχρονη μουσική αφήγηση».
Το άκουσμα, σε γενικές γραμμές, μπορεί να χαρακτηρισθεί ambient, με τη διαφορά πως εδώ δεν έχουμε... ξεψυχισμένες ηχητικές «αλοιφές», αλλά αληθινή μουσική, η οποία αποδίδεται από πρώτης τάξεως οργανοπαίκτες.
Έτσι, από τη μια μεριά υπάρχουν οι ποικίλες παραδόσεις, όπως η βυζαντινή στο “Omeriye” ή οι afro παρασπονδίες στο “The calling” (με ήχους που προσιδιάζουν στην καλίμπα), αλλά από την άλλη υπάρχει και το σύγχρονο ηχητικό οπλοστάσιο, το οποίο διαμορφώνεται από τη φωνητική πανσπερμία, σε κομμάτια όπως το “Na bu pe ra?” για παράδειγμα, και βεβαίως από τις πανταχού παρούσες ηλεκτρονικές παρεμβάσεις – με τον συνδυασμό τους να λειτουργεί, τελικά, με ένταση και υποβλητικότητα.
Το “Soundscapes of Nikosia”, σαν άλμπουμ, κομίζει άποψη για έναν σύγχρονο ήχο, που να κοιτάζει προς το χθες, δίχως να παρασύρεται από τις ethnic ευκολίες.
COPPER CURIOS: Time
[Protomaterial Records, 2026]
Οι Copper Curios αποτελούνται από τον Δημήτρη Γιασεμίδη και την Εύα Σταύρου (Eva Stavrou). Βασικά και οι δύο είναι φλαουτίστες, με τον Γιασεμίδη να χειρίζεται επιπλέον τρομπόνι, sylphyo (ηλεκτρονικό πνευστό), ηλεκτρονικά και με την Σταύρου να χειρίζεται (και) πίκολο. Άρα, πνευστά και ηλεκτρονικά αποτελούν το setting των Copper Curios, με το άλμπουμ τους “Time” να ηχογραφείται και να μιξάρεται στην Λευκωσία από τον Ανδρέα Τραχωνίτη.
Το “Time” περιλαμβάνει έξι συνθέσεις του ντουέτου και διαρκεί 32 λεπτά. Είναι δε κλεισμένο σ’ ένα απλό και ωραίο digipak, που περιέχει 8σέλιδο insert με κείμενα, φωτογραφίες και λοιπά στοιχεία. Όλο το πακέτο αποπνέει μια «σοβαρότητα», η οποία μεταφέρεται και στο ηχητικό κομμάτι, στη μουσική των Copper Curios.
Φυσικά, εδώ έχουμε να κάνουμε με instrumentals, τα οποία συνδυάζουν πολλές και διαφορετικές επιρροές. Χοντρικά, θα έλεγα πως η ambient / περιβαλλοντική μουσική είναι το είδος που χαρακτηρίζει το “Time”, το οποίο, σαν άκουσμα, εύκολα μπορεί να ανακαλέσει τα ανάλογα άλμπουμ της σοβαρής αμερικανικής εταιρείας Hearts of Space.
Οι επιπλέον ή επιμέρους όροι, που περιγράφουν αυτές τις μουσικές (ατμοσφαιρική, new age, cinematic, meditation κ.λπ.), μπορεί να είναι κάπως ασαφείς, όμως όταν ρίξεις στο player το CD των Copper Curios, και ξεκινήσει να αναπτύσσονται οι συνθέσεις τους, τότε όλα αρχίζουν να αποκτούν συγκεκριμένα νοήματα.
Ανακαλύπτεις, εννοώ, το πόσο έντεχνα έχουν ενσωματώσει τους παραδοσιακούς ήχους (“Still point”) οι κύπριοι μουσικοί στα patterns τους, πώς έχουν ενσωματώσει την τεχνολογία στις συνθέσεις τους (σε πλήρη διάλογο με τον φυσικό ήχο) και πώς τελικά έχουν οικοδομήσει το ύφος του “Time”, track με το track, δημιουργώντας ένα υπερβατικό άλμπουμ, που έχει τον τρόπο και τη δύναμη να κεντρίζει το ενδιαφέρον σου όσο διαρκεί η ακρόασή του.
Still Point