Γεννήθηκα το '31. Το πρώτο σπίτι όπου με πήγανε σαν μωρό ήταν κοντά στου Φιλοππάπου στην οδό Δράκου ψηλά-ψηλά. Λένε πως οι άνθρωποι δεν θυμούνται τόσο παλιά και διάφορα τέτοια κολοκύθια, αλλά εγώ θυμάμαι γιατί από αυτό το σπίτι φύγαμε το '33. Είχε χιονίσει πάρα πολύ στην Αθήνα εκείνη τη χρονιά, έτσι μου είπανε. Η πρώτη ανάμνησή μου είναι αυτή η εικόνα: είμαι ένα μεταφερόμενο πράγμα, της αγκαλιάς μωρό και με έχουν βάλει στο παράθυρο. Από εκεί βλέπω το παιδί του μπακάλη, αυτό που λέγανε τότε μπακαλόγατο, με ένα μεγάλο ζεμπίλι από ψάθα να βγάζει το ένα πόδι απ' το χιόνι και μετά το άλλο για να φτάσει στα σπίτια απέναντι.

 

Μετά πήγαμε να μείνουμε σε μια γειτονιά πίσω από το Μουσείο, στην οδό Μπουμπουλίνας, σε μια ολοκαίνουργια πολυκατοικία, που τότε ήτανε ελάχιστες. Η Αθήνα ήταν τότε όπως είναι ας πούμε τώρα οι Σπέτσες, τέτοιες γειτονιές, σπιτάκια με κήπους, με μουριές, κληματαριές. Εκεί μεγάλωσα, στο Πεδίον του Άρεως, εκεί παίζαμε, εκεί τρέχαμε, εκεί έγινε η γερμανική κατοχή, εκεί πεθαίνανε οι άνθρωποι στα πεζοδρόμια απ' έξω.

 

Οι πιο ζωντανές μου αναμνήσεις είναι από τα χρόνια της Κατοχής. Τα θυμάμαι πιο έντονα αυτά τα χρόνια κι απ' αυτά που έγιναν χτες. Όταν έγινε ο πόλεμος εγώ ήμουν 9, οι αδερφές μου ήταν 11 και 15. Δεν είχαμε πάει ούτε σινεμά. Βγαίναμε 5 λεπτά την ημέρα, κάναμε το γύρο του τετραγώνου και γυρνάγαμε πίσω. Και μετά με την Κατοχή έγινε της κακομοίρας. Κανείς δεν έδινε σημασία σε κανέναν. Ήταν ο θάνατος δίπλα μας κι εμείς παίζαμε τους κλέφτες και τους αστυνόμους. Ήμουν επονιτάκι, πήγαινα στη Λέσχη της ΕΠΟΝ στη Νεάπολη στην οδό Σμολένσκι, γράφαμε στους τοίχους τα βράδια. Του πατέρα μου του πέσανε όλα τα μαλλιά στην Κατοχή και του ξαναβγήκαν πια μετά τον πόλεμο.

 

Μετά τον πόλεμο έδωσα εξετάσεις για τη Νομική και πέρασα. Ήμουν εξαιρετική μαθήτρια, αλλά είχα κακή διαγωγή. Ήμουν φοβερά άτακτη. Δεν τέλειωσα ποτέ τη Νομική. Αν σκέφτηκα να την τελειώσω αργότερα; Χρόνια αργότερα το σκέφτηκα κι άρχισα να διαβάζω και τότε μου προέκυψε ένας μεγάλος έρωτας και πάλι τα μούτζωσα. Πάντα τα μούτζωνα. Πόσοι μεγάλοι έρωτες μου προέκυψαν; Ε, τώρα, δεν θα κάνουμε και στατιστική. Αρκετοί. Ικανοί. Ευτυχώς.

 

Τότε ήταν πολύ δύσκολα χρόνια, έπρεπε να δουλέψουμε όλοι γιατί η ζωή δεν έβγαινε. Έδωσα εξετάσεις στην Τράπεζα της Ελλάδος. Τότε, μετά την Κατοχή, η δουλειά στην Τράπεζα της Ελλάδος ήτανε το Όνειρο του Αθηναίου. Πέρασα και τα παράτησα 5-6 μήνες μετά, ένα μεσημέρι μετά από ένα καυγά με τον τμηματάρχη μου. Μου ήταν αδύνατο να δεχτώ την πειθαρχία, ήταν μια φοβερή κατάσταση αυτή η δημοσιοϋπαλληλίστικη. Εγώ ήμουν ένα παιδί που δεν το χωρούσε ο τόπος. Μετά τον καυγά πήρα το μαγιό μου κι έφυγα χωρίς να σκεφτώ τι θα γίνει, τι θα πω σπίτι μου και πήγα στο Μπάτη για μπάνιο. Έλυσα το πρόβλημά μου και καλά έκανα. Έχω παρατήσει δουλειές πολλές φορές.

 

Τι έκανα την εποχή της αλητείας; Μπάνιο! Ήτανε ένα από τα όνειρα μου τότε η θάλασσα. Είναι απ' τα λίγα όνειρα που έχουν παραμείνει: το τσιγάρο και η θάλασσα. Μετρούσα τη ζωή μου με τη θάλασσα.

 

Παντρεύτηκα, χώρισα, έζησα με άλλους, άλλαξα δουλειές. Είμαι πολύ δουλευταρού, υπάρχει μια σχιζοφρένεια σε αυτό: βαριέμαι θανάσιμα και ταυτόχρονα δουλεύω σκληρά. Το μόνο που δεν άντεχα ήταν το ωράριο, τον καταναγκασμό γενικώς. Δεν με πείραζε να πάω στις 10 το πρωί και να φύγω στις 10 το βράδυ και να δουλεύω συνεχώς. Αρκεί να μη χρειαζόταν να πάω στις 7:30 και να χτυπήσω κάρτα.

 

Μέσα σε όλα τα άλλα έγραφα κιόλας, μυθιστορήματα, διηγήματα, διάφορες αηδίες και διάβαζα πάρα πολύ. Το όνειρό μου σε σχέση με τη ζωή μου ήταν να γράψω, να ασχοληθώ με το βιβλίο. Με ενδιέφερε το αντικείμενο αυτό καθεαυτό.

 

Τότε ήμουν με τον φίλο μου τον Αντρέα, με τον οποίον ζήσαμε μαζί πάρα πολλά χρόνια - μέχρι που πέθανε. Τα κάναμε όλα μαζί. Είχε λίγο το χαρακτήρα μου. Έλεγε «να κάνουμε το τάδε;». «Ναι, να κάνουμε». «Να γκρεμίσουμε το σπίτι;». «Ναι, να το γκρεμίσουμε. Τώρα!» Παίρναμε τον κασμά, το γκρεμίζαμε.

 

Δεν είχαμε ιδέα για το πώς κατασκευάζεται ένα βιβλίο. Σκέφτηκα να κάνουμε κάτι χαριστικό και κάτσαμε και κάναμε μια σειρά από τέσσερις μαγειρικές: όλα δοκιμασμένα. Μαγειρεύαμε σαν τρελοί. Καταδιασκεδάσαμε. Μαγειρεύαμε ας πούμε συνταγές με σκόρδο, μύριζε το σπίτι σκόρδο μια βδομάδα. Δουλέψαμε πολύ, κάναμε τις μαγειρικές, πήγαμε στα τυπογραφεία και καθόμασταν από πάνω για να δούμε πως τυπώνεται, πως είναι η βιβλιοδεσία.

 

Το πρώτο βήμα που κάναμε ήταν να βγάλουμε ένα βιβλίο του Νόρμαν Μέιλερ για τη Μέριλιν Μονρό, πανάκριβο, τόσα δικαιώματα που πλήρωσα δεν έχουν πληρωθεί ούτε για εγκυκλοπαίδεια! Πίστευα πως έπρεπε να κάνουμε κάτι εντυπωσιακό, γιατί ήμασταν καινούργιοι. Το βιβλίο πήγε καταπληκτικά, μέχρι που έγινε το Πολυτεχνείο και βούλιαξε.

 

Μετά άρχισαν τα δοκίμια, η πολύ καλή λογοτεχνία, η Γιουρσενάρ που τη λάτρευα... Σήμερα νομίζω πως έχω αφήσει πίσω μου μια δουλειά εκπληκτική. Ο κατάλογός μου δεν νομίζω ότι υπάρχει στον κόσμο σε αναλογία ότι από τόσους τίτλους τόσοι πολλοί είναι, όπως μου είπε ένας κύριος, «διαμάντια». Αυτή τη στιγμή διαπιστώνω ότι όχι μόνο υπάρχει μια τεράστια παρεξήγηση γύρω από το τι είναι η ποιότητα, αλλά και ότι η ποιότητα είναι πλέον σε διωγμό.

 

Εγώ έχω μυθιστορήματα-καλλονές, δεν λέω για τη Γιουρσενάρ, που μπορεί να μην αρέσει, ή για τον Πύντσον. Εννοώ τη Μέρντοχ. Αλλά όχι, με υποψιάζονται οι βιβλιοπώλες και μέσω των βιβλιοπωλών οι αναγνώστες ότι «θα ‘ναι δύσκολο». Η ποιότητα με συμπαρασύρει αρνητικά.

 

 

Τα βιβλιοπωλεία δεν έχουνε πλέον χώρο να φιλοξενήσουν βιβλία όπως τα δικά μου, που κερδίζουν με το χρόνο. Σε τρεις μήνες ένα βιβλίο θεωρείται ξεπερασμένο, αποσύρεται και πάει ως επί το πλείστον για πολτοποίηση. Έχω αρχίσει και σηκώνω τα χέρια ψηλά. Ωραία, κάνουμεαυτή την παραγωγή, μας βγαίνει η πίστη να βγάλουμε αυτά τα διαμάντια, μετά τι; Τα χεις σε μια αποθήκη;

 

Υπάρχει αυτή η υπέροχη ιταλική κωμωδία, όπου τελειώνει το έργο και είναι ο Γκάσμαν κι ανοίγει την πόρτα από το εργοστάσιο, μπαίνει μέσα και γατζώνονται όλοι σαν τις μαϊμούδες από το κιγκλίδωμα και του φωνάζουν «Βιτόριο, γύρνα πίσω, γύρνα πίσω, θα σε βάλουνε να δουλέψεις!». Αυτό αισθάνονται για μένα, ότι θα τους βάλω να διαβάσουν.

 

Κάνω όλες τις επιμέλειες των βιβλίων μου. Τώρα πια δεν μου αρέσει η μετάφραση, ίσως αν έβρισκα ένα βιβλίο που με μάγευε σε τέτοιο σημείο αλλά και πάλι είναι μια αλλοτρίωση: o μεταφραστής σκέφτεται με τον τρόπο που σκέφτεται κάποιος άλλος, υπηρετεί κάποιον άλλον και είναι φοβερά μόνος. Θα μου πεις, μόνος δεν είσαι και όταν γράφεις; Ναι, αλλά είσαι μόνος με τον εαυτό σου.

 

Βέβαια έχω μεταφράσει υπέροχα βιβλία. Η Γιουρσενάρ ως ένα σημείο το ‘θελε κι εκείνη, μου ‘χε εμπιστοσύνη κι ήθελε να της τα μεταφράζω εγώ όλα. Μου λέγε «όπως υπάρχει μια Γιουρσενάρ στα γαλλικά, θέλω να υπάρχει και μια στα ελληνικά».

 

Με τους περισσότερους συγγραφείς μου είχα προσωπική σχέση. Και τον Τσάτουιν τον ήξερα καλά, ήταν τόσο χαριτωμένος, ένα κουκλί. Μάλιστα, την πρώτη μέρα που γνωριστήκαμε στις Σπέτσες του έβγαλα την πίστη. Ήτανε να πάμε σε μία ταβέρνα και τους είπα: «Εγώ θα σας πάω» και πήγαμε να κόψουμε δρόμο, καταλήξαμε στο βουνό και δεν ξέραμε πώς να κατέβουμε.

 

Δεν είμαι σπιτόγατος. Καθόλου. Το σπίτι για μένα πάντα, εκτός ορισμένων περιόδων που είσαι σε αυτούς τους έρωτες, ήταν ένα μέρος όπου μαζευόμουν μετά την πραγματική μου ζωή.

 

Θα ήθελα πολύ να ξαναπεράσω την εποχή της αλητείας μου. Έκανα ό,τι κάνει κάποιος όταν δεν κάνει τίποτα. Η ουσία της αλητείας είναι ότι δεν κάνεις τίποτα. Ότι υπάρχεις στιγμές, στιγμές, στιγμές, όπως πάει κι όπως έρθει, χωρίς πρόγραμμα. Έξω πάντως. Κανείς δεν αλητεύει μες στο σπίτι του.

 

H Aθήνα; Η Αθήνα είναι η πόλις μου. Ναι, ακόμα και τώρα που έχει ασχημήνει. Κι εγώ έχω ασχημήνει, αλλά δεν παύω να της αρέσω.