Μεγάλωσα στην περιοχή που είναι τώρα το Χίλτον, πίσω από τη Βασιλέως Κωνσταντίνου. Σχολείο πήγαινα στην Κηφισιά, στο Καστρί, σε ένα ιδιωτικό που δεν υπάρχει πια. Ο πατέρας μου έκανε διάφορες επιχειρήσεις, επικίνδυνες αποστολές.Τι είδους; Δεν θα σου πω.

Α, μάλιστα, θες να σου μιλήσω για τα παιδικά μου χρόνια; Πρώτη φορά με ρωτάνε τέτοια πράγματα...Τα παιδικά μου χρόνια λοιπόν ήταν κανονικά -δεν είχα μπει στο αναμορφωτήριο, αν αυτό εννοείς. Τα 'χω απωθήσει λίγο∙ δεν ήθελα να ‘μαι μικρή, ήθελα να μεγαλώσω.

Στο γυμνάσιο βαριόμουνα. Είχα κι αυτές τις καλλιτεχνικές τάσεις. Ασχολιόμουν με τη ζωγραφική.

Ηθοποιός κατά λάθος έγινα. Είχα δώσει στη Σχολή Καλών Τεχνών και στο Θέατρο Τέχνης - για πλάκα. Πέρασα. Και πήγα. Μετά μπήκα σε αυτόν τον κόσμο: Ήταν μια καινούργια περιπέτεια που μου άσκησε μια μαγεία, μια έλξη. Την πάτησα.

Μετά άρχισε μια περιπέτεια με ομάδες, ψαχνόμουνα να μάθω, να φτιάξω έργα. Για εφτά χρόνια έπαιζα.

Στη σκηνοθεσία μου άρεσε ότι μπορούσα να ολοκληρώσω μια δουλειά. Ήθελα να φτιάξω ένα δικό μου χώρο δουλειάς ανθρώπων, συνεργατών, να δημιουργήσω μια δική μου αισθητική. Σαν ηθοποιός μόνο δεν γίνεται να το κάνεις αυτό.

Το πρώτο μου έργο το σκηνοθέτησα το '93. Ηταν ο Μισάνθρωπος του Μολιέρου στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Κατάληψη.

Πάντα με ενδιέφερε η τραγωδία, από τη σχολή. Δεν ξέρω γιατί. Είναι κάποια πράγματα που απλώς συμβαίνουν: Μπορεί κάποιος μετά να τα αναλύσει περισσότερο. Η τραγωδία σε φέρνει αντιμέτωπο με πολλά πράγματα: τον κίνδυνο, αυτό το χάος που είμαστε, το τι μπορεί να γίνει ο άνθρωπος. Δεν βαριέμαι ποτέ με την τραγωδία.

Ο χώρος της Επιδαύρου είναι ένας χώρος με δύναμη και δόνηση, δεν μπορεί κανείς να το αρνηθεί αυτό. Δεν με αγχώνει η Επίδαυρος πάντως, είναι ένα θέατρο που σε αγκαλιάζει. Πιο τρομακτικός είναι ο τρόπος που γίνονται κάποια πράγματα, οι παραστάσεις, αυτό το πανηγύρι... Υπάρχει ένα μεγάλο κοινό που πάει έτσι, για Σαββατοκύριακο. Αυτό είναι και το ενδιαφέρον όμως: πως είναι ένα λαϊκό θέατρο. Mπορείς να δεις οποιονδήποτε στην Επίδαυρο.

Στον Αγαμέμνονα ξεδιπλώνονται στιγμές της ελληνικής ιστορίας, περνάνε με έναν τρόπο στιγμές από τον Όμηρο μέχρι σήμερα. O χορός θα είναι σαν μια ορχήστρα, σαν ένα μπουλούκι που λέει ιστορίες, τραγούδια και περιμένει το βασιλιά.

Κάνουμε πρόβες σε ένα παλιό εργοστάσιο στα Καμίνια. Ήθελα έναν μεγάλο χώρο που θα μας βοηθούσε. Ήθελα να είμαστε μακριά από την Αθήνα, μακριά από αυτό το πράγμα με τα καφέ, που πηγαίνουν οι ηθοποιοί στα Έβερεστ για καπουτσίνο και μετά ξανάρχονται. Τα Καμίνια είναι μια περιοχή βιομηχανική, με συνεργεία, έχουν ένα άλλο χρώμα, έναν άλλο κραδασμό, που μας επιτρέπει να έχουμε μια αίσθηση απομόνωσης.

Δεν είναι σκληρά τα έργα που διαλέγω. Σκληρός είναι ο κόσμος, σκληρός είναι αυτός που βάζει φόλες, αυτός που πατάει έναν άνθρωπο με το αυτοκίνητο και φεύγει. Σκληρή είναι η τηλεόραση που μπορεί να σου δείξει τις πιο φριχτές εικόνες.

Εγώ είμαι σκληρή ή τα έργα ειναι σκληρά; Εξάλλου, για τι να μιλήσει ένα έργο; Για μια ευτυχισμένη οικογένεια που δεν έχει κανένα θέμα;

Ζούμε σε έναν κόσμο πάρα πολύ βίαιο. Μπορεί κάποιος να θέλει να κλείνει τα μάτια και να μην τον βλέπει, αλλά εγώ αυτό τον κόσμο τον εισπράττω και αυτό ειναι το πραγματικα σκληρό: Ότι πρέπει να ζήσω βλέποντας και να κλείσω τα μάτια αν θέλω να επιβιώσω.

Η τηλεόραση κλείνει, βλέπεις το δράμα και μετά βλέπεις σερβιέτες κι απορρυπαντικά. Στο θέατρο δεν μπορείς να κάνεις ζάπινγκ με τον προβληματισμό σου.

Είναι σκληρό να μιλά κανείς για αυτά τα πράγματα. Μπορεί να είμαι και γενναία.

Λόγω του θεάτρου, δεν ξέρω πώς περνάω στην Αθήνα. Μάλλον την προσπερνάω, δεν τη βλέπω καθόλου. Ίσως αν είχα μια κανονική δουλειά κι έπρεπε να εμφανίζομαι στο γραφείο κάθε πρωί να ‘ταν αλλιώς τα πράγματα.

Έμενα στο Λυκαβηττό είκοσι χρόνια. Μου αρέσε πολύ - παλιά ήταν μια πολύ πιο καλλιτεχνική περιοχή με σπιτάκια. Τώρα είναι λίγο ασφυκτικός ο τρόπος που έχει μεταφερθεί το Κολωνάκι προς τα πάνω.

Έφυγα γιατί είναι κάποιες στιγμές που είναι πολύ φορτισμένες. Είχα την ανάγκη να κάνω ένα ταξίδι, κι επειδή δεν μπορούσα, είπα να αλλάξω περιοχή.

Τώρα μένω στο Γκάζι. Εδώ έχει ακόμα διαφορετικό κόσμο, δεν έχει αυτή την κουλτούρα της «πυλωτής». Ας πούμε, τώρα εκεί που μένω είναι όλο άδεια σπίτια, έχει πολλούς άστεγους, Πακιστανούς. Έχει αγριέψει πάντως το πράγμα, έχει επιθέσεις, διαρρήξεις. Καλά, εκεί που μένω εγώ βέβαια κι έτσι όπως είναι η πολυκατοικία δεν κλέβεις τίποτα, περνάς και φεύγεις.

Δεν φοβάμαι πάντως, πιο πολύ φοβόμουνα στο Λυκαβηττό με όλους τους ανώμαλους, είναι πιο επικίνδυνοι, νομίζω.

Μου αρέσει το κλίμα της Αθήνας, ο ουρανός....

Οι Αθηναίοι μού φαίνονται χάλια. Με ενοχλούν γιατί προσπαθούν να καταλάβουν πάρα πολύ χώρο με την παρουσία τους, ακόμα και πίνοντας έναν απλό καφέ ή οδηγώντας ένα αυτοκίνητο ή ψωνίζοντας ή τρώγοντας, κάνουν πάρα πολύ φασαρία και είναι πάρα πολύ κακόγουστοι.

Δεν βγαίνω πολύ γιατί συνήθως είμαι κουρασμένη. Μπορεί να πάω μέχρι το καφέ της γωνίας ή τον Αιγύπτιο, μπορεί να πάω κάπου τυχαία, δεν είναι πως έχω το στέκι. Τώρα, βέβαια, δεν μπορείς να πας κάπου στο Γκάζι: Έπαθα πολιτισμικό σοκ όταν ήρθα μετά από καιρό στο κέντρο του Γκαζιού και αντίκρισα αυτόν το χαμό.

Έχω καιρό να ταξιδέψω. Θα ‘θελα να λείψω. Πού θα πήγαινα; Στην Αφρική.