Στο πρόσωπο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, του βαθύτερου ίσως γνώστη και μελετητή της ρώσικης λογοτεχνίας στη χώρα μας, ενσαρκώνεται η ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς πνευματικών ανθρώπων. Η πορεία του από τη Νομική Σχολή και το Αντάρτικο, η διαφυγή του στο Ανατολικό μπλοκ και η επιστροφή του στην Ελλάδα μετά από 24 χρόνια συνθέτουν μια οδυνηρά γνώριμη ιστορία.

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γεννήθηκε στις 26 Μαΐου του 1924 στην Αμαλιάδα σε μια ταραγμένη περίοδο της ελληνικής ιστορίας. «Θυμάμαι στη γενέτειρα Αμαλιάδα μαγαζιά να καίγονται και σπίτια να μένουν άδεια με κλειστές τις πόρτες τους, όπου ως χτες ‘μπαίναν και ‘βγαίναν άνθρωποι και μαζί με άλλους μπαινοβγαίναμε κι εμείς» έγραφε το 1994 στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα Αυτά που μένουν. Ο πόλεμος τον βρήκε φοιτητή της Νομικής - σύντομα εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση ως μέλος του ΕΑΜ Νέων. Μετά το πέρας του πολέμου, το 1948, και αφού είχε ήδη χάσει και τους δυο αδελφούς του, ο Αλεξανδρόπουλος πέρασε στους αντάρτες του Αρχηγείου Ηπείρου (όπου, μάλιστα, έγραφε και χρονογραφήματα στα «Καθημερινά Νέα» με το ψευδώνυμο Σφυρής). Τραυματίστηκε, νοσηλεύτηκε στα Τίρανα, γύρισε πίσω, κι αφού πολέμησε στο Γράμμο διέφυγε ως πολιτικός πρόσφυγας πια στο Βουκουρέστι. Εκεί μπήκε στον κύκλο των Ελλήνων λογοτεχνών που ζούσαν τότε στη Ρουμανία, όπως η Έλλη Αλεξίου, ο Τάκης Αδάμος, ο Κώστας Μπέσης. Το πρώτο του βιβλίο ήταν η συλλογή διηγημάτων Αρματωμένα Χρόνια και κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις ΠΛΕ (γνωστές και ως Πολιτικές Λογοτεχνικές Εκδόσεις), έναν εκδοτικό οίκο με έδρα το Βουκουρέστι, που εξέδιδε ελληνικά βιβλία «διαφωτιστικού» χαρακτήρα - κυρίως πολιτικών προσφύγων.

Μετά από μια στάση στην Τασκένδη κατέληξε στη Μόσχα το 1956. Η επιστροφή του στην Ελλάδα εξάλλου ήταν (και επισήμως πλέον) αδύνατη: Είχε καταδικαστεί από το στρατοδικείο Ιωαννίνων τρεις εις θάνατον από το 1953. Στη Μόσχα ξανάρχισε επιτέλους τις σπουδές του στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο. Εκεί ο Αλεξανδρόπουλος βρήκε επιτέλους τον προορισμό του: Έσκυψε με πραγματική αγάπη πάνω από τα κείμενα της ρωσικής λογοτεχνίας. «Η ρωσική λογοτεχνία η κλασική έχει μια αξιοθαύμαστη ιδιαιτερότητα. Μοναδικότητα, θα έλεγα. Είναι όλη, μαζί με τους κύριους πρωταγωνιστές της, συγγραφείς και ήρωες, ένα πολύ ωραίο έργο τέχνης που δεν έχει όμοιό του. Όσο ξέρω, μόνο η αρχαία ελληνική λογοτεχνία το έχει και το χαίρεται αυτό το χάρισμα, όλη οικοδομημένη πάνω στην αιωνόβια, παρ' όλα τα ερείπια, μυθολογική της βάση (...) Όσο για τους Ρώσους, η δική τους βάση ήταν η ζωή του λαού τους, από την οποία κανείς τους δεν ξεστράτισε. Χέρι χέρι χτίσανε σχεδόν μες στο κενό μια μυθολογία τόσο ανθρώπινη» δήλωσε χρόνια αργότερα σε μια συνέντευξή του στην «Ελευθεροτυπία».

Το 1957 γνώρισε τη Σόνια Ιλίνσκαγια, γνωστή πλέον ως σπουδαία μελετήτρια και μεταφράστρια του Καβάφη στα ρώσικα, δευτεροετή τότε φοιτήτρια του κλασικού τμήματος της Φιλολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λομονόσωφ. Παντρεύτηκαν το 1959. Για χρόνια το ζεύγος Αλεξανδρόπουλου αποτελούσε μια ακόμα διάσπαρτη ψηφίδα του μωσαϊκού των διανοούμενων πολιτικών προσφύγων του Ανατολικού μπλοκ, όπως η ομάδα του Βουκουρεστίου (Έλλη Αλεξίου,Τάκης Αδάμος, Κώστας Μπέσης, Λάμπης Ράππας) ή ο Δημήτρης Χατζής στη Βουδαπέστη. Μέχρι την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1975, πάντως, ο Αλεξανδρόπουλος έγραψε δυο συλλογές διηγημάτων, ένα μυθιστόρημα και ένα ταξιδιωτικό βιβλίο ενώ έκανε και την πρώτη του μετάφραση, το Γαλάζιο Τετράδιο. Εχθροί του Εμμανουήλ Καζακέβιτς.

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, ελεύθερος πια να εκφραστεί, συνέχισε ορμητικά τη λογοτεχνική και πεζογραφική του μελέτη: Στα διηγήματα, τα μυθιστορήματα, τα ταξιδιωτικά και τις μεταφράσεις προστέθηκαν και οι μελέτες. Χάρη στις μελέτες του (ξεχώρισαν οι Πέντε Ρώσοι Κλασικοί και Η Ρωσική Λογοτεχνία, από τον 11ο αιώνα ως την επανάσταση του 1917), αλλά και στις μεταφράσεις του, κέρδισε το βραβείο Γκόρκι ενώ το 2001 κέρδισε το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Ίσως το σημαντικότερο κομμάτι του έργου του πάντως ήταν οι λεγόμενες «βιογραφικές μυθιστορίες»: βιβλία που ισορροπούσαν μεταξύ της βιογραφίας και του μυθιστορήματος, αφιερωμένα σε πέντε από τους μεγαλύτερους Ρώσους συγγραφείς. «Ήθελα να δηλώσω ότι κρατώ αποστάσεις τόσο από τη στέγνα της βιογραφίας όσο και από την ασυδοσία (αν σου τύχει) της μυθιστορηματικής φαντασίας. Είμαι κάπου στη μέση». Έγραψε για τον Γκόρκι (χάρη στο βιβλίο του Το ψωμί και το βιβλίο. Ο Γκόρκι, μάλιστα, κέρδισε το κρατικό βραβείο μυθιστορηματικής βιογραφίας) τον Τσέχοφ, τον Γκέρτσεν και τον Ντοστογέφσκι. Τελευταίος στη σειρά ήταν ο Τολστόι, που κυκλοφόρησε το 2007 και συζητήθηκε πολύ. Ο Αλεξανδρόπουλος τιμήθηκε πέρσι με το μετάλλιο Πούσκιν.

Παρά το παρελθόν του, ο Αλεξανδρόπουλος δεν μάσησε ποτέ τα λόγια του ούτε περιορίστηκε στο να ακολουθεί τη «γραμμή του κόμματος». Το βιβλίο του για τον Γκόρκι αναδείκνυε τις διαφωνίες του με τον Λένιν. Στο μυθιστόρημά του Το Όριο, πάλι, που κυκλοφόρησε το 2003 και περιέγραφε την ιστορία δυο πρώην πολιτικών πρόσφυγων, περνούσαν μεταξύ άλλων αναφορές στα γκούλαγκ και σε συγγραφείς «με ελαστική συνείδηση». «Για χρόνια, η επίσημη Αριστερά αποσιωπούσε τη σημασία των βιβλίων του, που, είτε επρόκειτο για μυθιστόρημα είτε για μελέτες είτε για βιογραφικές μυθιστορίες, της προκαλούσαν δυσφορία με τις αλήθειες που αποκάλυπταν» σημείωνε η Μικέλα Χαρτουλάρη στο «Βιβλιοδρόμιο» των «Νέων» το 2003. Δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο του βιβλίο Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι ήταν μια ανθολογία των ποιημάτων του Οσίπ Μαντελστάμ, ενός νεαρού Ρώσου ποιητή (αγαπημένου της Άννας Αχμάτοβα). Οι επικριτικοί του στίχοι για τον Στάλιν του κόστισαν πολλά χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και στο τέλος τη ζωή του.

«Σ' όλη τη δουλειά μου σέβομαι πολύ το θέμα και το υλικό που θα χρησιμοποιήσω. Έχουμε μέσα μας ένα κεφάλαιο από εμπειρίες, αισθήματα, σκέψεις, έννοιες, λέξεις, είμαστε από ένα λεξικό ο καθένας, με αυτά γίνονται οι επαφές, παίρνεις ό,τι σου πάει και στο βάθος το νιώθεις ότι είναι δικό σου, σε θέλει και σε περίμενε. Αν αυτό δεν έχει συντρέξει θα έχεις αποτυχία, ό,τι ξένο του βάλεις από τον εαυτό σου θα ηχήσει φάλτσο» έλεγε το 2007 σε μια συνέντευξή του στην «Ελευθεροτυπία».

Πέθανε τη Δευτέρα 19 Μαΐου σε ηλικία 84 ετών στο Νοσοκομείο «Ερίκος Ντυνάν». Αφήνει πίσω του τη γυναίκα του Σόνια Ιλίνσκαγια, καθηγήτρια της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστημίο Ιωαννίνων και την κόρη τους Όλγα Αλεξανδροπούλου, ερευνήτρια του Κέντρου Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.