Ο Βασίλης Αλεξάκης μένει σε ένα υπόγειο διαμέρισμα προς το τέλος της οδού Αναγνωστοπούλου. Το σπίτι του είναι καθησυχαστικά άδειο. Στη μέση ακριβώς έχει ένα τραπέζι του πινγκ-πονγκ. Από τις τζαμαρίες διακρίνονται οι νεραντζιές. Ζει χρόνια εδώ - ή μάλλον ζει και εδώ, μια και απ' τα 17 του ο Αλεξάκης ζει και γράφει μεταξύ Αθήνας και Παρισιού (δεν είναι τυχαίο ότι ονόμασε ένα αυτοβιογραφικό του διήγημα «Παρίσι-Αθήνα»). Γράφει κάποια βιβλία του στα γαλλικά και κάποια στα ελληνικά, αναλόγως με το θέμα, και τα μεταφράζει ο ίδιος. Η απλή, καθαρή γραφή του τον έχει κάνει ιδιαίτερα δημοφιλή και στις δυο χώρες τα τελευταία τριάντα χρόνια. Έχει κερδίσει το βραβείο Αλμπέρ Καμί, το Βραβείο Κρατικού Μυθιστορήματος, έχει γράψει για το θέατρο (ένα απ' τα έργα του με τίτλο Μη με λες Φωφώ, μια παρωδία του μύθου της Φαίδρας, θα ανέβει στο Φεστιβάλ Αθηνών το καλοκαίρι που μας έρχεται). Κι όμως, το νέο βιβλίο του μ.Χ. ήταν μια έκπληξη. Δεν ήταν τόσο το γεγονός πως τιμήθηκε με το βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας ή ότι παραμένει στην κορυφή των ευπώλητων εδώ και μήνες. Η έκπληξη αφορούσε το θέμα -ή μάλλον ένα από τα θέματα- του βιβλίου: το Άγιο Όρος. Ένας φοιτητής (που διόλου τυχαία είναι φοιτητής κλασικής φιλοσοφίας), μετά από την παράκληση της γηραιάς αλλά πλούσιας σπιτονοικοκυράς του, αρχίζει μια διεξοδική έρευνα γύρω από το Άγιο Όρος - το οποίο και τελικά επισκέπτεται. Μέσα από τη σχεδόν αστυνομική αναζήτηση του νεαρού φοιτητή -σαν φιγούρα μες στο σκοτάδι- διακρίνεται η πάλη της αρχαίας Ελλάδας με το Βυζάντιο και την Ορθοδοξία.

 

Πώς αποφασίσατε να γράψετε ένα βιβλίο που να ασχολείται και με το θέμα της θρησκείας και της Εκκλησίας;

Από ανάγκη το έκανα. Ήθελα να μάθω την Ελλάδα λίγο καλύτερα. Ήξερα μέχρι τώρα τις «καλές» περιόδους του ελληνισμού - την αρχαία και τη μεταεπαναστατική. Τα ενδιάμεσα, τη μεταχριστιανική -ιδίως του Βυζαντίου- δεν την ήξερα. Έκανα το βιβλίο για να ξέρω σε ποια χώρα ζω. Αποφάσισα να τα μελετήσω όπως ο αφηγητής μου, σαν φοιτητής που κάνει τη διπλωματική του εργασία. Έκανα αυτή τη δουλειά για ένα, ενάμιση χρόνο, είδα πάνω από 60 ανθρώπους. Όταν βγήκε το βιβλίο, είχα την εντύπωση ότι μερικοί είχαν την άποψη «ε, πάλι με αυτό το θέμα θα ασχοληθούμε;». Εγώ δεν το βρίσκω καθόλου γνωστό. Δεν είναι γνωστό ότι αυτοκτονούν οι νέοι μοναχοί στο Όρος, δεν είναι γνωστό ότι υπάρχει ένα τελείως παράνομο σχολείο που λειτουργεί εκεί, με τα παιδιά να μεγαλώνουν χωρίς γυναίκες, ένα δήθεν κανονικό γυμνάσιο και λύκειο όπου συμβαίνει αυτό το τερατώδες πράγμα. Εγώ διαπιστώνω όταν πηγαίνω σε βιβλιοπωλεία στην επαρχία ότι ορισμένοι άνθρωποι, καλοπροαίρετοι και θρήσκοι, αγνοούν, ας πούμε, ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν είναι καθόλου βέβαιο πως πίστευε στο Θεό, ότι χρησιμοποίησε το χριστιανισμό ως πολιτικό εργαλείο, ότι ήταν ένα κυνικότατο άτομο που έσφαξε τον πρωτότοκο γιο του και έπνιξε τη γυναίκα του μέσα σε βραστό νερό. Η αγραμματοσύνη που καλλιεργεί το ελληνικό σχολείο είναι τέτοια που ξαφνικά πράγματα γνωστότατα σε όλους εμφανίζονται ως αποκάλυψη. Είναι αποκάλυψη δηλαδή ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν μιλούσε ελληνικά;

Τα διασταυρώσατε όλα τα στοιχεία του βιβλίου;

Μα βέβαια, πάντα έτσι δουλεύω: έξαλλου, ήμουν δημοσιογράφος στη «Μοnde» για δεκαπέντε χρόνια. Μάλιστα, από ευσυνειδησία, όταν τέλειωσα το χειρόγραφο, το έδωσα σε πέντε ιστορικούς και το ξαναδιάβασαν για να βεβαιωθώ πως δεν μου έχει ξεφύγει τίποτα. Χαίρομαι που έκανα αυτό το βιβλίο, γιατί έχω την αίσθηση πως φωτίστηκε μια περίοδος της ελληνικής Ιστορίας, αυτή των μοναστηριών και της επιβολής του χριστιανισμού. Δεν ήξερα ότι έχουν κάνει οι Χριστιανοί τόσες σφαγές, ότι υπήρξε μια λαίλαπα στην οποία η Ελλάδα αντιστάθηκε με σθένος. Ότι στη χώρα της φιλοσοφίας επί δεκατρείς αιώνες σταμάτησε η διδασκαλία της φιλοσοφίας. Είμαστε προϊόν αυτής της σιωπής. Τίθεται και μέσα από το βιβλίο και από την επικαιρότητα ο διαχωρισμός Εκκλησίας - κράτους. Αν δεν γίνει αυτό, δεν θα αποκτήσουμε ποτέ ελεύθερη παιδεία. Έχουμε μια παιδεία λογοκριμένη από τη θρησκεία, που εμφανίζει τους αρχαίους σαν απίστευτα βαρετούς. Αυτό έχουν πετύχει.

Η αντίδραση της Εκκλησίας στο βιβλίο σας ποια ήταν;

Ήθελαν να μη γίνει θόρυβος γύρω από το βιβλίο. Το ξέρω αυτό από πολύ καλές πηγές. Να μη γίνει θόρυβος, γιατί καταλάβαιναν πως θα λειτουργήσει σαν διαφήμιση. Υπήρξε κι ένα άρθρο ενός Αγειορίτη από τη Μακεδονία που λέει «εγώ προτιμώ να σπάσω τη σιωπή γύρω από το βιβλίο του Αλεξάκη και να πω ότι διαφωνώ με αυτό κι αυτό».

Στο Άγιο Όρος πήγατε;

Ναι, φυσικά, δυο φορές: μία στην αρχή και μία στο τέλος. Εγώ πιστεύω πως το βιβλίο μου είναι γραμμένο χωρίς εμπάθεια - γνώρισα κι ανθρώπους χαριτωμένους, ανθρώπους με κρίση, χαρακτήρα και προσωπικότητα. Δεν είναι όλοι σκλάβοι. Γιατί εκεί κάθε μοναστήρι λειτουργεί σαν βυζαντινή πολιτεία, με έναν μικρό αυτοκράτορα κι ένα υπηρετικό προσωπικό. Και η ηγεσία ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με το χρήμα και την εξουσία. Είναι κρατίδια αυτά τα μοναστήρια, των οποίων το χαρακτηριστικό είναι αφενός ότι είναι πάμπλουτα κι αφετέρου ότι περιφρονούν βαθύτατα την Ελλάδα. Σπανιότατα βλέπεις ελληνική σημαία, μιλούν για την Ελλάδα σαν μια παρακατιανή αυτοκρατορία του Βυζαντίου. Η Ελλάδα τους ενδιαφέρει μόνο στο μέτρο στο οποίο μπορεί να τους δώσει λεφτά. Υπάρχει μια βαθύτατη περιφρόνηση για την Ελλάδα και για τη δημοκρατία.

Διαβάσατε αυτά που έγραψε ο Στάθης στην «Ελευθεροτυπία» για το μ. Χ.; «Ευχάριστα παιδαριώδες, αλλά έξυπνα συμπλέον με το κυρίαρχο ρεύμα της εποχής - τη "νεωτερική" αγραμματοσύνη».

Εμένα η εντύπωσή μου είναι ότι δυστυχώς το Άγιο Όρος χαίρει απεριόριστου σεβασμού εκ μέρους των Ελλήνων, ακόμα και των αριστερών. Άπειρους αριστερούς γνώρισα που μου είπανε «ε, εντάξει, συμβαίνουν αυτά, αλλά βρε παιδί μου είναι το Άγιο Όρος». Αυτό το «αλλά» το διάβασα σε όλες τις εφημερίδες. Εγώ το «αλλά» δεν το δέχομαι. Δεν δέχομαι ότι εν ονόματι αυτού του αλόγιστου και αδικαιολόγητου κατά τη γνώμη μου σεβασμού, μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια μας μπροστά σε τερατώδεις αυθαιρεσίες. Αυτόν το σεβασμό εκμεταλλεύονται οι Αγειορίτες και αγνοούν την κυβέρνηση όταν τους ζητάει λογαριασμούς. Πρόκειται για ένα χώρο μίσους. Ειρωνεύτηκα ένα μοναχό. Τον ρώτησα «Μα ποιον αγαπάτε εσείς;». «Ε, το Θεό» μου απάντησε. Πυροβολούν από τα βράχια τους αρχαιολόγους που βρίσκονται στη θάλασσα 200 μέτρα μακριά από την ακτή και κάνουν τις έρευνες για να βρουν τα συντρίμμια του περσικού στόλου γιατί ανάμεσά τους είναι μερικές γυναίκες. Αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να τρέχουν πίσω από τις γυναίκες για να τους πουλήσουν αντίγραφα από τη Ζώνη της Παναγίας. Πουλιέται αφενός πανάκριβα κι όπως γράφουν οι ίδιοι «εξασφαλίζει τη γονιμότητα και θεραπεύει τον καρκίνο». Έχουμε να κάνουμε με ένα μεσαίωνα - κι όλα αυτά οι δικοί μας αριστεροί διανοούμενοι τα παραβλέπουν.

Πιστεύετε στο Θεό;

Όχι. Σταμάτησα να πιστεύω οριστικά όταν έγινα 17 χρονών. Ήμουν στο εξωτερικό, στη Γαλλία, και δούλευα επιτηρητής σε ένα σχολείο Ιησουιτών παπάδων. Αλλά δεν είχα και ποτέ μου πίστη, το μόνο που είχα μικρός ήταν οι ενοχές - οι σεξουαλικές κυρίως. Με βάραιναν πολύ όλα αυτά. Κάποια στιγμή έπεσαν από πάνω μου όπως βγάζεις ένα πανωφόρι και το πετάς. Αλλά δεν έγραψα αυτό το βιβλίο επειδή ήμουν άθεος, και νομίζω πως το κοινό το αναγνωρίζει αυτό, πως το βιβλίο δεν είναι προπαγάνδα

Ένα μεγάλο θέμα στα βιβλία σας είναι η γλώσσα. Αυτός ήταν ο λόγος που μάθατε σάνγκο, τη γλώσσα της Κεντρικής Αφρικανικής Δημοκρατίας, και επιμεληθήκατε μάλιστα το πρώτο βιβλίο που κυκλοφόρησε ποτέ στα σάνγκο.

Ο λόγος για τον οποίο έμαθα τα σάνγκο είναι πως σκέφτηκα ότι είναι μια καταπληκτική ιδέα μυθιστορήματος: να χρησιμοποιήσω μια γλώσσα σαν ηρωίδα, σαν ερωμένη που έρχεται σπίτι σου κι αρχίζεις να τη γνωρίζεις. Έτσι έγραψα τις Ξένες Λέξεις. Βεβαίως με παραπέμπει η εκμάθηση αυτής της γλώσσας στην εποχή που μάθαινα γαλλικά: Ξέρω πόσο ωραίο είναι το παιχνίδι με τις λέξεις μιας ξένης γλώσσας. Όλη μου η ζωή είναι ένας διάλογος ανάμεσα σε δύο γλώσσες. Ίσως να με κούρασε αυτός ο διάλογος και να θέλησα να βάλω και μια τρίτη μέσα. Γιατί όταν μαθαίνεις μια νέα γλώσσα, οι ιδιαιτερότητές της σου δημιουργούν ερωτηματικά γύρω από τις γλώσσες που ξέρεις.

Με τα χρόνια βρίσκετε ότι έχει αλλάξει η θεματολογία σας;

Έχει αλλάξει το ότι καταπιάνομαι με θέματα πολύ πιο δύσκολα. Δεν θα μπορούσα στα 30 μου να γράψω ένα βιβλίο για τους προσωκρατικούς και το Βυζάντιο - όλο αυτό προϋποθέτει και μία πείρα.

Δεν εννοώ αυτό. Πάντα γράφατε πολύ για τις γυναίκες.

Ελάχιστα γράφω για το θέμα αυτό.

Πώς ελάχιστα; Εγώ νομίζω ότι γράφετε πάρα πολύ.

Όχι, ελάχιστα γράφω. Το Τάλγκο είναι γυναικείο μυθιστόρημα, στα Κορίτσια του Σίτυ Μπουμ-Μπουμ, στην Καρδιά της Μαργαρίτας, ναι, οι γυναίκες είναι πολύ παρούσες. Αλλά δεν μπορώ να πω πως γράφω πολύ για τις γυναίκες. Μάλλον το έχω εξαντλήσει το θέμα. Και λυπάστε που γράφω λιγότερο γι' αυτό;

Όχι, απλά μου έκανε εντύπωση. Επίσης αναρωτιόμουν: Δεν ενοχλούνται οι γυναίκες για τις οποίες γράφετε στα μυθιστορήματά σας; Στο Τάλγκο, ας πούμε, γράψατε όλο το βιβλίο από την πλευρά μιας γυναίκας. Δεν εκνευρίστηκε αυτή η γυναίκα ;

Α, μάλιστα... Εκεί το πάτε. Δεν έγραψα για καμία γυναίκα - εγώ είμαι η γυναίκα του βιβλίου. Αν ενοχλήθηκε κάποια γυναίκα σε αυτή την περίπτωση είναι επειδή δεν την ανέφερα, όχι επειδή την ανέφερα. Άλλες γυναίκες εκνευρίζονται επειδή έχω την τάση να χρησιμοποιώ κάποια στοιχεία της ζωής, αυτός όμως είναι ένας κίνδυνος για τις γυναίκες που έχουν σχέση με μυθιστοριογράφους. Στο πρώτο μου βιβλίο, το Σάντουιτς, η γυναίκα μου είχε συγχυστεί.

Μα στο τέλος του βιβλίου την αποκεφαλίζετε!

Την αποκεφαλίζω, της κόβω τα βυζιά, τη σφάζω κατά διάφορους τρόπους και μοιράζω τα κομμάτια της σε θυρίδες σιδηροδρομικών σταθμών του Παρισιού. Πρόκειται για παρωδία κίτρινης εφημερίδας. Είχε θορυβηθεί ο πεθερός μου, πάντως. Όχι, μου 'χει συμβεί να θυμώσουν κάποιες γυναίκες υπαρκτές.

Κι εσείς τι κάνετε;

Τους ζητάω συγνώμη.

Αλλά δεν το εννοείτε.

Μμμ... δεν το εννοώ; Κοιτάξτε να δείτε, είναι λίγο μοιραίο. Προσπαθώ να προσέχω να μη δημιουργήσω προβλήματα στους άλλους, αλλά συμβαίνουν στη ζωή πράγματα τόσο καταπληκτικά που θες να τα πεις, ρε παιδί μου. Θεωρώ ότι η ζωή μου μου ανήκει, ότι μπορώ να τη χρησιμοποιώ. Με κίνδυνο πάντα βέβαια να στεναχωρήσω κάποιον. Ε, είναι ένα πρόβλημα αυτό με τους μυθιστοριογράφους...