Από τη στιγμή που θυμάμαι τον εαυτό μου, ήθελα να γίνω ηθοποιός. Το γιατί δεν είμαι σε θέση να το ξέρω. Μεγάλωσα σε μεγαλοαστικό περιβάλλον, το οποίο δεν είχε καμία σχέση με το θέατρο. Με είχαν πάει μερικές φορές να δω παιδικές παραστάσεις, άλλες τόσες στο Εθνικό, αλλά όταν είδαν που οδηγείτο το πράμα μού το απαγόρεψαν τελείως. Σε μία παράσταση παραλίγο να πέσω από το θεωρείο του Εθνικού, παρακολουθώντας τον Φιλάργυρο με τον Νέζερ. Τόσο με είχε συνεπάρει!

Ήμουν ακόμη μαθήτρια γυμνασίου όταν πήγα στον Κατράκη και του ζήτησα να παρακολουθήσω ως ακροάτρια τα μαθήματά του και να μου πει τη γνώμη του για το αν κάνω για ηθοποιός. Μετά από λίγο καιρό, αφού αποφάσισε να διακόψει τα μαθήματα δηλώνοντας ότι κανένας δεν ήταν ικανός να προχωρήσει στο επάγγελμα, μ’ έπιασε και μου είπε: «Αν γίνεις ηθοποιός, θα χάσεις πάρα πολλά πράγματα. Αν δε γίνεις, θα χάσει το θέατρο.» Δεν ξέρω αν θα έχανε το θέατρο, αλλά έκανε λάθος ως προς το πρώτο σκέλος. Κέρδισα πάρα πολλά. Και δεν πέρασα καθόλου δύσκολα.

Η μητέρα μου ούτε ήθελε ν’ ακούσει για δραματική σχολή. Οι γονείς μου ήταν πάρα πολύ της μόρφωσης. Εγώ, από την άλλη, ήμουν απολύτως σίγουρη ότι ήταν το μόνο επάγγελμα για το οποίο ήμουν ικανή. Δεν με ενδιέφερε καθόλου να πάω πανεπιστήμιο. Όταν με έστειλαν με το ζόρι στην Ελβετία, γύρισα κρυφά και έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό. Εκεί πρωτοσυνάντησα και τον Σταμάτη Φασουλή, με τον οποίο ήμασταν στην ίδια τάξη.

Ιδρύσαμε το «Ελεύθερο Θέατρο» αρχές του ’70. Η Ελλάδα ήταν σε μια άλλη πολιτική κατάσταση, και το «Ελεύθερο Θέατρο» ήταν κατά βάση πολιτικοποιημένο. Το ιδρύσαμε με την απόλυτη πεποίθηση ότι το θέατρο ανήκει στους ηθοποιούς και σε κανέναν άλλο. Είχαμε πολύ έντονο το όραμα της συλλογικότητας: δεν υπήρχε σκηνοθέτης, δεν υπήρχε συγγραφέας, δεν υπήρχε παραγωγός. Τα πρώτα χρόνια δεν υπήρχε καν βασική ομάδα, πέρασαν δεκάδες άνθρωποι. Κάτι που συνειδητοποιήσαμε πολύ γρήγορα ήταν –πέρα από το ιδεολογικό μέρος– ότι το θέατρο είναι μια δουλειά συνόλου, ότι, από τον πρωταγωνιστή μέχρι τον τελευταίο τεχνικό, όλοι έχουν μεγάλο μέρος της ευθύνης για ό,τι συμβαίνει πάνω στη σκηνή. Αυτό έκανε τη μεγάλη διαφορά με το παλιό θέατρο, όπου ο πρωταγωνιστής ήταν ο άρχων – και συνήθως του τρόμου ο άρχων! Αυτό σε ένα βαθμό το αλλάξαμε εμείς στο ελληνικό θέατρο.

Θεωρώ ότι το θέατρο εκεί το σπούδασα. Δουλεύοντας σκληρά, ψάχνοντας σε βάθος, μελετώντας, υπηρετώντας από κοινού ένα όραμα. Ανεβάσαμε τα πάντα, από Μπρεχτ μέχρι Χουρμούζη. Θέμα πληρωμής δεν υπήρχε. Βάζαμε από την τσέπη μας δουλεύοντας σε μπαρ, σε οικοδομές, παντού. Μόνιμη «στέγη» αποκτήσαμε μόνο όταν πήγαμε στο Άλσος Παγκρατίου. Όταν το ’73, μεσούσης της δικτατορίας ανεβάσαμε το «Κι εσύ χτενίζεσαι» με μεγάλη επιτυχία, κολλήσαμε στην επιθεώρηση. Τη στιγμή που την ανακαλύπταμε, βρισκόταν σε φάση πτώσης. Ένα καθαρά ελληνικό είδος με μεγάλο ενδιαφέρον, τόσο πολιτικό όσο και υποκριτικό. Ένα είδος πάρα πολύ αυτοσχεδιαστικό, βασισμένο στον ηθοποιό περισσότερο και λιγότερο στον συγγραφέα. Καθώς εμείς είχαμε άλλη αφετηρία από τους παλιούς επιθεωρησιακούς ηθοποιούς –που ήταν συχνά αυτοδίδακτοι–, δώσαμε έμφαση στα κείμενα. Έτσι άρχισα και να γράφω, αλλά ως ηθοποιός.

Το ’80, όταν μετονομαστήκαμε σε «Ελεύθερη Σκηνή», είχαμε σχετικά μεγαλώσει. Υπήρχε πια παραγωγός και είχαμε χωρίσει τις αρμοδιότητες. Έγινε κατανομή ρόλων γιατί δεν γινόταν πια να γράφουμε όλοι μαζί – έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν έγραφαν όλοι. Εγώ έγραφα συνήθως με τη Μαριανίνα Κριεζή. Ο Σταμάτης επίσης έγραφε, μετά προστέθηκε κι ο Λαζόπουλος. Το ’85 έκλεισε οριστικά ο κύκλος και, σαν γάμο που δεν υπάρχει πια έρωτας, το διαλύσαμε.

Αυτό που με ανησύχησε όταν άρχισα να παίζω τη Μαντάμ Σουσού, ήταν ότι θα με αναγνώριζαν στο δρόμο. Αυτό δεν συνέβη, παρ’ όλη την τεράστια επιτυχία, γιατί ήμουν τελείως διαφορετική στη ζωή μου. Μόνο από τη φωνή μου μπορούσαν να με αναγνωρίσουν. Η χροιά της φωνής μου είναι δραματική. Η εκφορά είναι που την κάνει κωμική, καθώς τη χρησιμοποιώ ανάλογα στην κωμωδία.

Οι Τρείς Χάριτες ήταν επίσης ομαδική δουλειά. Με είχαν ρωτήσει αν θα ήθελα ο τίτλος να είναι «Η Άννα και οι Αδελφές της», και είχα αρνηθεί. Έχω πάρα πολύ ανεπτυγμένη την αίσθηση της συλλογικότητας. Μ’ αρέσει και το θεωρώ σωστότερο.

Η αναγνωρισιμότητα με τρελαίνει. Μ’ αρέσει που αρέσω στον κόσμο, αυτή είναι η δουλειά μου, αλλά συγχρόνως με κάνει και ντρέπομαι. Η τηλεόραση δεν φτιάχνει σταρ, φτιάχνει συγγενείς. Ένα παιδάκι με ρώτησε κάποτε «με ξέρεις;» «Όχι» του απάντησα. «Τότε γιατί σε ξέρω εγώ;» Μπαίνουμε στα σπίτια απρόσκλητοι.

Η τηλεόραση έχει γίνει κράτος εν κράτει. Περνάει ιδεολογίες, περνάει απόψεις, έχει γίνει ένα μέσο ανεξέλεγκτο. Μ’ ενοχλεί πολύ αυτό.
Με τους παλιούς μου συναδέλφους νιώθω στενή καλλιτεχνική συγγένεια. Όποτε έχει τύχει να παίξουμε πάλι μαζί, αποδεικνύεται πόσο ισχυροί και κοινοί είναι οι κώδικές μας. Απωθημένα με ρόλους δεν έχω.

Διασκευάζοντας τη Θεία από το Σικάγο, προσπάθησα να μην πειράξω καθόλου τον Σακελλάριο, αλλά αντιθέτως να σχολιάσω την εποχή με τη συνδρομή των τραγουδιών της εποχής. Το γεγονός ότι ο Σακελάριος προσπαθεί –το ’57– να ψελλίσει τον κίνδυνο του φιλοαμερικανισμού κι αυτού του τύπου της προόδου, πού να τολμούσε άλλωστε, μου φάνηκε πάρα πολύ ενδιαφέρον, τώρα που το θέμα της παγκοσμιοποίησης έχει φτάσει σε σημεία παράκρουσης. Ήθελα να το θυμηθούμε και να το σχολιάσουμε με βάση το σήμερα. Η παράσταση είναι αυτό που είχα ονειρευτεί. Έτυχε όλοι οι συντελεστές να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό!

Η Ελλάδα είναι μια υπέροχη χώρα, και θλίβομαι για το κατάντημά της. Η σημερινή Αθήνα με απωθεί τόσο πολύ, που σε κάθε ευκαιρία φεύγω. Ένα από τα λίγα στέκια που ακόμα βρίσκω γλυκό μέρος και πηγαίνω για φαγητό, και όπου οι άνθρωποι είναι συμπαθείς, είναι η «Αφροδίτη» στην Πλατεία Προσκόπων. Πέρυσι αποτραβήχτηκα στην αγαπημένη μου Τήνο. Ήμουν πανευτυχής δίπλα στη φύση και μακριά από την πόλη. Είναι άλλωστε από τα λίγα μέρη που ακόμα δεν καταστρέψαμε. Αν και φοβάμαι ότι είναι θέμα χρόνου.

Πολύς κόσμος πάει προς το θέατρο για άλλους λόγους από το ίδιο το θέατρο. Τα περισσότερα νέα παιδιά που έρχονται να μου ζητήσουν τη γνώμη μου αν πρέπει να γίνουν ηθοποιοί, τα αποθαρρύνω. Τη μοναδική φορά που είδα ταλέντο, είπα: « Όχι μόνο θα δώσεις εξετάσεις αλλά, επειδή δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στις επιτροπές, θα βάλω μέσο για σένα!»

Δεν πεινάς πολύ στο θέατρο.
Αν δεις ότι δεν κάνεις, φεύγεις.