Γεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ντάλα καλοκαίρι, 31 Ιουλίου, πριν από 55 χρόνια, το 1953. Έζησα εκεί τα πρώτα 11 χρόνια μου. Το 1964 μεταφερθήκαμε οικογενειακώς στην Ελλάδα και εγκατασταθήκαμε στο κέντρο, στο Κολωνάκι.

Είναι φαίνεται κάτι βιολογικό, όσο μεγαλώνεις ηλικιακά τόσο πιο πολύ θυμάσαι τα παιδικά σου χρόνια. Θυμάμαι την Αλεξάνδρεια όπως την έχω φτιάξει στη μνήμη μου, δεν ξέρω αν υπήρξε ποτέ έτσι. Αυτά που θυμόμαστε είναι κατά μεγάλο μέρος κατασκευές, δεν είναι απόλυτες αποτυπώσεις. Η σημερινή Αλεξάνδρεια δεν έχει σχέση με αυτή της μνήμης μου, την αγαπάω όμως εξίσου και την επισκέπτομαι μια φορά χρόνο γιατί έχω εκεί όλους μου τους νεκρούς. 

Ήθελα να σπουδάσω κινηματογράφο, ή έτσι νόμιζα. Πήγα στο Παρίσι, έδωσα δυο φορές στη σχολή σκηνοθεσίας, αλλά δεν μπήκα, κι έτσι γράφτηκα στη Σορβόνη για σπουδές φιλολογίας και δημοσιογραφίας. Ποτέ δεν πάτησα σε μάθημα. Δεν έχω σπουδάσει στην ουσία τίποτα. Το αισθητικό ή πολιτιστικό μου πανεπιστήμιο, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, ήταν η θητεία μου στο Τρίτο Πρόγραμμα απ' το ‘77 μέχρι το ‘81, με τον Μάνο Χατζιδάκι.

Όταν τέλειωσε το Τρίτο Πρόγραμμα το ‘81 -βγήκε το ΠΑΣΟΚ και δεν τα βρήκαν με τον Μάνο- βρέθηκα χωρίς δουλειά. Ο Νίκος Κυριακίδης, που άκουγε τις εκπομπές μου, μου ζήτησε να γράφω στον «Ταχυδρόμο». Δέχτηκα. Είχα ευκολία στο γράψιμο και σε τρεις μήνες απέκτησα μια στήλη με τίτλο «Σφήνες», η οποία ήταν η καταστροφή μου. Είχε τεράστια επιτυχία. Ο «Ταχυδρόμος» τότε είχε πολύ μεγάλη κυκλοφορία και με το νεανικό ενθουσιασμό μου και την ανάγκη μου να γίνω γνωστός έγραφα εξυπνάδες τρομερές, τα είχα βάλει με όλους και με όλα. Μετά κάναμε τα «In και Out» με την Αγλαΐα Κρεμέζη, κι αυτό τρομερό σουξέ, κι ακριβώς εκεί πάνω, επειδή το έβλεπα ότι με έστελνε προς ένα μέρος που δεν ήταν του χαρακτήρα μου, παράτησα το περιοδικό.

Λίγο καιρό πριν φύγω απ' τον «Ταχυδρόμο» βρέθηκα να κάνω πόρτα στο «Εργοστάσιο» του Τάσου και του Σπύρου Μελετόπουλου. Ήταν λίγο «Studio 54-Αθήνα» είχε γίνει με σχέδια και συμβουλές του ίδιου του Στιβ Ρουμπέν, του ιδιοκτήτη του αυθεντικού νεοϋορκέζικου. Όταν άνοιξε το μαγαζί και γέμιζε και γινόταν κάθε βράδυ χαμός, ένα τεράστιο πάρτι μέχρι το πρωί, νομίσαμε ότι θα ήταν για πάντα έτσι. Παιχνίδι. Ένα βράδυ όμως ήρθαν τα παλικάρια με τις σιδερογροθιές και τα σπάσανε όλα. Μου έσπασαν και εμένα το κεφάλι. Μπήκα στο μικρό γραφείο που είχαμε, τηλεφώνησα στην αστυνομία και τους είπα «τρέξτε, μας σκοτώνουν», αλλά δεν ήρθαν ποτέ γιατί δεν είχαν καμιά δουλειά να έρθουν. Έχει πολύ καλές σχέσεις η αστυνομία με αυτούς τους ανθρώπους. Άρχισε μια διαδικασία που σκοτείνιασε εντελώς τη χαρά μας, μας εξήγησαν ότι αν δεν θέλουμε να γίνεται αυτό κάθε βράδυ έπρεπε κάποιος να μας προστατεύει. Αυτοί δηλαδή. Η ανάγκη μας να γλιτώσουμε από τον υπόκοσμο, φτιάχνοντας μια εταιρεία για να νοικιάζουμε το χώρο σε τρίτους, μας έστειλε τελικά στη φυλακή. Αυτή είναι μια ειρωνεία που έχει διαστάσεις μεταφυσικές, καρμικές. 

Τα «Πρόσωπα» ήταν ένα στοίχημα που βάλαμε με τον Σωτήρη τον Μπασιάκο το ‘83. Βγάλαμε 12 τεύχη, τόσα αντέξαμε οικονομικά και πληγωμένοι το διαλύσαμε. Είχαμε φτιάξει μια πάρα πολύ καλή ομάδα, κορμός της οποίας μεταφέρθηκε και στελέχωσε το πρώτο «ΚΛΙΚ». Μετά το ξαναβγάλαμε με τον Τάσο Μελετόπουλο στη δεκαετία του ‘90, αλλά πάλι το ρίξαμε έξω εντελώς. Νομίζω ότι στη ζωή γενικώς, αν θέλεις να περάσεις καλά, πρέπει να ξέρεις ότι θα στενοχωρηθείς κάποια στιγμή.

Με το «Σαν Παλιό Σινεμά» έγινα σουξεδιάρης και μάλιστα με τραγούδι του Χατζιδάκι! Αυτό μου άνοιξε τις πόρτες των δισκογραφικών και των άλλων συνθετών και κατάφερα να στήσω πάνω σε αυτό το τραγούδι μια -ας την πούμε- καριέρα στιχουργού που είναι ο κουμπαράς μου. Κάθε εξάμηνο βράζω κάποια λεφτά από την ΑΕΠΙ και συνεχίζω να έχω παραγγελίες. 

Οι φίλοι μου έχουν παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Τεράστιο. Τώρα πια δεν ντρέπομαι να πω καθαρά ότι έχουν παίξει πιο σημαντικό ρόλο απ' τον έρωτα. Είμαι άνθρωπος της φιλίας και όχι του έρωτα.

Ανακαλύπτω σε αυτή την προχωρημένη μέση ηλικία ότι είμαι μοναχικός τελικά. Μετά τη σοβαρή περιπέτεια με την υγεία μου, που δεν επιτρέπεται να πιω ούτε σταγόνα αλκοόλ, κατάλαβα ότι αυτό ήταν που με βοηθούσε να έχω μια περσόνα πολύ κοινωνική και εξωστρεφή, αλλά κατά βάθος νευρική και τρομαγμένη. Ακόμα και όταν μου αρέσει η παρέα και περνάω καλά και ψιλοφλερτάρω κάποιον, έστω και πλατωνικά, έρχεται μια στιγμή που κοιτάζω το ρολόι μου κι αναρωτιέμαι μήπως πρέπει να πηγαίνω στο σπιτάκι μου σιγά σιγά. 

Δεν έχω σκεφτεί τι σημαίνει για μένα ο Θεός. Εκ των πραγμάτων αισθάνομαι μια ταπεινότητα μπροστά σε όλο αυτό το μεγαλείο του σύμπαντος, στην τάξη και την αρμονία της φύσης, στους πλανήτες, το ξημέρωμα και το βράδιασμα, το χειμώνα και το καλοκαίρι, τη θάλασσα που δεν ξεχειλίζει μέσα στη μούρη μας, τη βαρύτητα που μας κρατάει κάτω, που όλα λειτουργούν ομαλά. Περιλαμβάνει και πολέμους και καταστροφές και τσουνάμι και εκρήξεις ηφαιστείων, αλλά και αγάπη και σεξ και παιδιά και έρωτες και επιτυχία και ταξίδια και ό,τι αρέσει στον καθένα. Ο Θεός βρίσκεται σε όλη την ευτυχία που ζούμε, μαζί με τα προβλήματα.

Η αλήθεια είναι ότι δεν την είχα από μικρός αυτή την αίσθηση για το Θεό και σαφώς με έχει επηρεάσει η σχέση μου με το Άγιο Όρος. Βρέθηκα εκεί σε μια πολύ δύσκολη περίοδο της ζωής μου και στην αρχή με γοήτευσε η φύση. Άρχισα να περπατάω, επισκέφτηκα όλα τα μοναστήρια, όχι τόσο με θρησκευτικό συναίσθημα, δεν ήξερα ακόμα τι πάει να πει να εξομολογείσαι και να κοινωνείς. Το 1990 εξομολογήθηκα για πρώτη φορά σε ένα γέροντα στη Μεγίστη Λαύρα, ο οποίος από τότε είναι ο πνευματικός μου. Ακόμα κι αν διαφωνούμε σε πάρα πολλά πράγματα, ακόμα κι αν παλιότερα πολλά με έβρισκαν αντίθετο, με έχει βοηθήσει ιδιαίτερα. Είναι ψυχανάλυση χωρίς να διατηρείς την περσόνα σου, γιατί στον ψυχαναλυτή δύσκολα αφήνεσαι για να αποκαλύψεις εντελώς τα βαθύτερά σου σκοτάδια. Στον πνευματικό είναι λίγο σαν τον έρωτα, αφήνεσαι γιατί δεν σε νοιάζει. 

Στη φυλακή βρέθηκα από μια νομικίστικη παρεξήγηση. Από τη συμμετοχή μου με 2% στην εταιρεία που είχε κάνει από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80 ο Τάσος ο Μελετόπουλος για να ξεφορτωθεί το Εργοστάσιο. Επειδή δεν επιτρέπονταν οι μονοπρόσωπες ΕΠΕ, με φώναξε να υπογράψω για να γίνει η εταιρεία. Από τότε το μαγαζί νοικιάζεται σε επιχειρηματίες, δεν έχουμε σχέση μαζί του, πέρα από την ιδιοκτησία. Κάποια στιγμή πιάνουν ένα παιδί με ecstasy, είπε ότι το προμηθεύτηκε μέσα στο μαγαζί, γίνεται μια δικογραφία και μας καλούν για ανάκριση, αλλά δεν καταλάβαμε ότι ήταν τόσο σοβαρό. Μετά από ενάμιση χρόνο, Δεκέμβρη, μας στέλνει η ανακρίτρια ένταλμα σύλληψης γιατί έπιασαν πάλι μια παρέα με ναρκωτικά μέσα στο μαγαζί. Οι επώνυμοι που ήρθαν να μας υπερασπιστούν δεν κατάφεραν να πείσουν την ανακρίτρια ότι δεν είχαμε καμία σχέση με ναρκωτικά, κι έτσι στις 2 Φεβρουαρίου του 2005 βρεθήκαμε στον Κορυδαλλό.

Πήγα στη φυλακή πανικόβλητος, εξαντλημένος, με έβαλαν σε ένα κελί με άλλους δύο και έπεσα ξερός για ύπνο. Όταν ξύπνησα, αποφάσισα να μη φάω, να πεθάνω να τελειώνω. Στους δυο αυτούς ανθρώπους όμως χρωστάω πολλά. Μου είπαν, σύνελθε, δεν έχει νόημα, ο ένας μου μαγείρεψε με το γκαζάκι μακαρόνια μόνο και μόνο για να μου δώσει λίγη τροφή. Έκαναν 4 ώρες να γίνουν! Το ότι άρχισα να γράφω σχεδόν αμέσως ένα γράμμα την εβδομάδα στο «Πρώτο Θέμα» με βοήθησε πάρα πολύ. Και στον τρόπο που με αντιμετώπιζαν οι υπάλληλοι και στις σχέσεις μου με τους άλλους συγκρατούμενους, που έρχονταν και μου έλεγαν τον πόνο τους. Πέρασα μια ιδιότυπη φυλακή.

Δεν θα άλλαζα τίποτα όσον αφορά εμένα, ειλικρινά. Δεν το λέω με εγωισμό, ούτε με περηφάνια. Αυτά που μου έφερε η ζωή έπρεπε να τα ζήσω. Νομίζω ότι «σωφρονίστηκα» αρκετά. 

Το βλέμμα μου έχει συνηθίσει και δεν προσβάλλεται εύκολα πια αισθητικά. Με χαλάνε πολύ πάντως οι νεοπλουτίστικες συμπεριφορές, τα πολύ ακριβά τζιπ που ανεβαίνουν στο Κολωνάκι λες και θα πάνε να κατακτήσουν το Έβερεστ. Σιχαίνομαι τα μεγάλα μαγαζιά με τα μπουζούκια, όποιος κι αν τραγουδάει. Τα λουλούδια απ' τους πεθαμένους στα σάνιτας φόιλ, το μπάχαλο με τα λεφτά που ξοδεύονται εκεί, με βγάζουν εκτός εαυτού. Η σπατάλη χρήματος και ενέργειας τη στιγμή που τα έχουμε ανάγκη να τα διοχετεύσουμε σε άλλα πράγματα.

Σκεφτόμουν να γράψω για τη φυλακή, δεν είχα όμως στο μυαλό μου το θεατρικό. Έτυχε να μου προτείνουν ο Νίκος ο Σούλης με τη Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου να ανεβάσουμε τις «Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς», με τα ίδια τραγούδια αλλά με σύγχρονο κείμενο, για την οδό Αθηνάς τη σημερινή. Κάτι τέτοιο θα είχε μεγάλες δυσκολίες, ήταν γραμμένο για μια συγκεκριμένη περίοδο όλων των παλιών συντελεστών, ήταν αδύνατο, έτσι πρότεινα να δοκιμάσω να γράψω κάτι άλλο. Σε τέσσερις συναντήσεις είχα έτοιμο το έργο, εμπνευσμένο από τις εμπειρίες μου στη φυλακή και πήγαμε για πρόβα. 

Μέχρι πριν από 10 χρόνια έγραφα πολύ εχθρικά για την Αθήνα, τα τελευταία χρόνια όμως ανακαλύπτω μια πόλη που έχω αγαπήσει τρελά. Όχι μόνο συμφιλιώθηκα μαζί της, αλλά τη λάτρεψα. Μ' αρέσουν ακόμα και τα σκοτεινά της μέρη, ακόμα και τα άσχημα, έχουν αλλάξει τα στέκια, υπάρχουν άλλες μεριές και είναι πολύ γοητευτική. Η καθημερινή μου εξάσκηση είναι να ανεβαίνω στο Λυκαβηττό, κοιτάζω την πόλη από εκεί ψηλά και αισθάνομαι ότι με έχει αποδεχτεί και με έχει κάνει παιδί της. Σαν μητριά.

Η ζωή με έμαθε ότι κερδισμένος τελικά βγαίνει αυτός που μεγαλώνοντας όλο και ανοίγεται. Δεν χρειάζεται να αυτοπροστατευόμαστε, να φοβόμαστε, πώς θα έρθει η έμπνευση, η δημιουργία, η σχέση με τους άλλους; Πρέπει να είμαστε ανοιχτοί κι ας γίνει οτιδήποτε. Κι ας έρθει και το χαστούκι. Ή το γιαούρτι.