Ναι, είμαι βέρα Αθηναία και η σύγχρονη αττική διάλεκτος είναι η γλώσσα της καρδιάς μου. Σε ένα μαιευτήριο της Σόλωνος γεννήθηκα. Στο Κολωνάκι βρίσκομαι από το 1964, πριν έμενα Νέα Σμύρνη. Αθηναίες βέρες ήταν επίσης η μητέρα και η γιαγιά μου, ενώ ο πατέρας είχε ηπειρώτικη καταγωγή – ο παππούς του ξενιτεύτηκε αρχικά στη Φιλιππούπολη (Πλόβντιβ), όπου έφτιαχνε ρούχα για τον βουλγαρικό στρατό, έπειτα στη Σμύρνη και με την καταστροφή του '22 κατέληξε Αθήνα.

 

  • Στα 19 μου παντρεύτηκα τον Πολ Φρανσουά, έναν γοητευτικό Γάλλο, δύο χρόνια μεγαλύτερό μου. Είχαμε γνωριστεί στου Μπόκολα, εδώ στο Κολωνάκι. Μείναμε δυόμισι χρόνια μαζί, ύστερα χωρίσαμε. Βασικά, βλέπεις, με ενδιέφερε να φύγω από το οικογενειακό σπίτι. Κανείς μας δεν ξαναπαντρεύτηκε, ούτε όμως διαλύσαμε ποτέ επίσημα τον γάμο μας (που ήταν πολιτικός και είχε γίνει στη Γαλλική Πρεσβεία), έτσι νιώθω κάτι σαν ζωντοχήρα! Εκείνος, ύστερα από αυτό, την έκανε για Αφρική όπου ζει ακόμα, υπηρέτησε μάλιστα και στη Λεγεώνα των Ξένων. Εγώ πάλι με τα χρόνια ανακάλυψα πως τελικά δεν τον είχα παντρευτεί τυχαία. Τελευταία αποκτήσαμε ξανά επαφή μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, σκέφτομαι μάλιστα μήπως τον επισκεφθώ στη Μαυριτανία... Γεγονός είναι ότι του έμεινα «πιστή», απορρίπτοντας άλλες προτάσεις που είχα έπειτα. Όχι πως το μετανιώνω, ο γάμος δεν ήταν ποτέ στις προτεραιότητές μου, δεν συμφωνούσα με την ιδεολογία του. Όσο για παιδιά, ναι, θα ένιωθα πλέον αρκετά ώριμη να το σκεφτώ, είναι όμως αργά – μόνο γάτες μπορώ πια να υιοθετώ.

 

  • Όπως λένε ότι η Γη είναι η κόλαση ενός άλλου πλανήτη, με τον ίδιο τρόπο η σύγχρονη Αθήνα είναι η κόλαση της αρχαίας! Έχει όμως ενδιαφέρον γενικά πώς εξελίσσονται τα πράγματα, πώς π.χ. από το «κλεινόν άστυ» καταλήξαμε σε μια πόλη ακαλαίσθητη –με εξαιρέσεις, βεβαίως–, πώς από τη σεξουαλική απελευθέρωση φτάσαμε στο πορνό –το πορνό ως εμπόρευμα και θέαμα εννοώ–, πώς από τη Ρωσική Επανάσταση που, μεταξύ άλλων, δημιούργησε το μετρό της Μόσχας ως έργο τέχνης λαϊκό, με υψηλή αισθητική αξία, μεταβήκαμε στην τρομοκρατία των Στάλιν-Μπέρια, πώς ο χριστιανισμός από τις πρώτες «αγάπες» μετατράπηκε σε μέσο βάναυσης επιβολής των ισχυρών... Για το τελευταίο αυτό, μάλιστα, συστήνω το βιβλίο της Ελεωνόρας Σταθοπούλου Εκείνος.

 

  • Όχι βέβαια, δεν την απαξιώνω εντελώς την πόλη μου. Έχει φοβερά συγκριτικά πλεονεκτήματα που δεν έχουν αξιοποιηθεί, όπως το κλίμα, η γεωγραφία, η αρχιτεκτονική κληρονομιά της... Έχει, επίσης, μερικές πραγματικά μαγικές γειτονιές, όπως η Πλάκα, το Θησείο, ο Λυκαβηττός, ο Κεραμεικός, η οδός Παστέρ πίσω από τη Μαβίλη, η Άνθιμου Γαζή πίσω από την Κολοκοτρώνη... Ομορφιές ποιητικές που σε απελευθερώνουν, σε κάνουν να χαμογελάς, κι εγώ, ξέρεις, πιστεύω πολύ σε ό,τι σε κάνει να χαμογελάς. Μου αρέσουν οι πλανόδιοι μουσικοί, καθώς και ο παλιατζής που ακόμα περνάει και που νομίζω ότι το έχει στην άκρη της γλώσσας του να πει ότι με αγοράζει φτηνά εμένα και τις λέξεις μου, ειδικά όταν δεν μου βγαίνει εκείνο που θέλω να γράψω. Συμπαθέστατη γειτονιά είναι και το Κολωνάκι, ζωντανή, με καλλιεργημένο κόσμο. Έχει, βέβαια, αλλάξει κι εδώ η πληθυσμιακή σύνθεση, οι περιποιημένες, καθωσπρέπει κυρίες που έβγαζαν βόλτα τα σκυλάκια τους τείνουν να εξαφανιστούν.

 

  • Είχα έναν ετεροθαλή αδελφό με σύνδρομο Down. Δεν μπόρεσα ν' ασχοληθώ μαζί του όσο έπρεπε, με είχαν κιόλας φοβίσει από μικρή κι αυτό μου έχει στοιχίσει. Όλο αυτό έχει περάσει μέσα από τα βιβλία μου, πολλά πράγματα είναι γραμμένα με τη δική του οπτική γωνία. Επιχείρησα συχνά να αποτυπώσω τον κόσμο όπως θα έκανε εκείνος, ίσως και ως ένα είδος εξιλέωσης. Άρχισα, ξέρεις, να γράφω μετά τα τριάντα. Αν δεν μπορούσα να γίνω συγγραφέας, πολύ θα ήθελα να γινόμουν θανατολόγος σε επιτροπές ευθανασίας – πιστεύω απόλυτα στην οικειοθελή ευθανασία.

 

  • Ναι, έχω ταξιδέψει πολύ, Ευρώπη, Ασία, Αφρική, Αμερική... Περισσότερο αγάπησα τη Λατινική Αμερική, τους ανθρώπους, τους τόπους, τις μουσικές της, μέχρι ισπανικά έμαθα ώστε να τη γνωρίσω καλύτερα. Στο Σαν Χοσέ, στην Κόστα Ρίκα, θα έμενα αν μπορούσα, επειδή μου αρέσει πολύ η άνοιξη κι εκεί η άνοιξη είναι, λες, αιώνια. Αν βλέπεις συνέχεια το ίδιο πράγμα, καταλήγεις να βλέπεις μονόχρωμα. Ταξιδεύοντας ανοίγεις την παλέτα των χρωμάτων, επαναπροσδιορίζεις εαυτόν, ανακαλύπτεις το χαμόγελό σου, μαθαίνεις να εκφράζεσαι αλλιώτικα, όταν η γλώσσα δεν βοηθά. Μπορείς βέβαια να ταξιδέψεις και δίχως καν να μετακινηθείς, είναι κι αυτό μια τέχνη.

 

  • «Underground» συγγραφέας ναι, υπήρξα, beat πάλι όχι. Δεν είχαμε πραγματικούς beat λογοτέχνες στην Ελλάδα, με εξαίρεση ίσως τον φίλο μου Σπύρο Μεϊμάρη. Το underground εδώ εξελίχθηκε διαφορετικά από ό,τι έξω, ήταν κυρίως μια αντίδραση στη χούντα. Η επανάσταση που οραματιζόταν η παρέα μου τότε –ο Μεϊμάρης αλλά και οι Ακριθάκης, Πουλικάκος, Κουτρουμπούσης, Δενέγρης, Μοροζίνης... –, ήταν καταρχάς αισθητική. Στο πλαίσιο αυτό κινούνταν και το περιοδικό «Σήμα» εκεί στα τέλη της δεκαετίας του '70 με το οποίο συνεργαζόμουν – μας έτρεχαν, θυμάμαι, στα δικαστήρια για «προσβολή της δημοσίας αιδούς». Κάτι που φοβούνταν και στο περιοδικό «Αμφί», κι επειδή άλλος πρόθυμος δεν βρισκόταν, μπήκα εγώ τον πρώτο χρόνο υπεύθυνη έκδοσης, ώσπου ανέλαβε ο αείμνηστος Λουκάς Θεοδωρακόπουλος. Αν ανησύχησα μη μου «βγει» το όνομα; Εννοείται πως όχι, αγαπητέ, στη ζωή μου αδιαφορούσα παντελώς για το τι θα πουν οι άλλοι για μένα.

 

  • Δυσκολεύομαι πολύ να γράψω τελευταία, έχω απορροφήσει μια απογοήτευση, συνέπεια της υπερπληροφόρησης που λειτουργεί αντίστροφα, ακριβώς όπως ο έλεγχος πληροφοριών στις δικτατορίες παλαιού τύπου. Φτάνεις να νιώθεις ανήμπορος και δύσκολα γλιτώνεις από αυτό τον καταιγισμό, όσο και να τον αποφεύγεις. Θέλει πολλή προσπάθεια, όμως το παλεύω γιατί πιστεύω ότι κάθε πράγμα στη ζωή χρειάζεται προσπάθεια, η ευκολία δεν αρκεί. Στα άμεσα σχέδιά μου είναι ένα ντοκιμαντέρ που ο Μιχάλης Αναστασίου θα γυρίσει με θέμα εμένα, τις λέξεις μου και τη γάτα μου, την Γκρίζα Βιολέτα, σε αυτό το μουσείο του εαυτού μου που είναι το σπίτι μου.

 

  • Καταχρήσεις; Όχι πια, αν εξαιρέσω τα πάθη του καφέ και του τσιγάρου. Ωρίμασα, σοβάρεψα, υπερβολικά θα έλεγα σε μερικά πράγματα, δεν είμαι πια homo ludens, δεν τα βλέπω πια όλα ως παιχνίδι κι ο χρόνος που μας δίνεται να ζήσουμε είναι πολύ σημαντικός. Εξακολουθεί να με κατατρέχει, βέβαια, η διαρκής αγωνία του συγγραφέα, πως αν δεν μπορέσει να εκφράσει ό,τι είναι μέσα του, δεν θα καταφέρει να φτάσει σώος σε μια άλλη όχθη της ζωής και της επικοινωνίας.