Είμαι παιδί της πόλης, βγήκα κατευθείαν στους δρόμους της. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κυψέλη, σ' αυτήν τη χαβούζα, και έμπλεξα με τη μουσική από 14 χρονών. Με τις παρέες. Άλλος έκανε ραπ, άλλος σάμπλαρε κι έπαιζε, ανακάλυψα ότι έχω μια κλίση και κόλλησα.

Ήταν και το μόνο εύκολο. Δεν χρειάζονταν μουσικές γνώσεις, μόνο το ταλέντο να ταιριάζεις τις λέξεις. Αρχίσαμε από μικροί με samples και στην πορεία μάθαμε και μουσική. Ακούγαμε συγκροτήματα από την Αμερική, αλλά με τα χρόνια μάς βγήκε κάτι πολύ ελληνικό, βάλαμε μπουζούκι, μπαγλαμά, δεν θέλει και πάρα πολύ να σου έρθει στο κεφάλι. Το θέμα είναι να δουλέψεις σκληρά και να έχεις υπομονή. Μετά η ζωή σε βραβεύει.

Παλιά η αστική μουσική ήταν το ρεμπέτικο. Οι ρεμπέτες ήταν το αστικό underground, έλεγαν αυτά που ήθελαν να πουν οι πολλοί και δεν μπορούσαν. Σήμερα αυτό το κάνει το hip hop.

Ποιοι με επηρέασαν στη ζωή μου; Δεν θα σου πω απ' το hip hop, ούτε καλλιτέχνες. Ο ένας που μου άλλαξε τη ζωή ήταν ο κυρ-Γιώργος. Ήμουν γκαρσόνι δίπλα του και τον έβλεπα κάθε μέρα, συνέχεια για δυο χρόνια. Ένα πολύ πολιτικοποιημένο άτομο, κομμουνιστής, με επηρέασε όσο δεν φαντάζεσαι, παρ' όλο που δεν πιστεύω σε τίποτα και δεν έχω τέτοια φλέβα. Απλά έλεγε πολλά σωστά πράγματα όσον αφορά τη ζωή, κατάλαβες; Κι άκου να δεις τι έγινε: αυτός ο άνθρωπος πέθανε μπροστά μου. Δεν ήξερα τι να κάνω. Όταν πέθανε, στενοχωρήθηκα λες και ήταν πατέρας μου. Αυτά που έμαθα απ' αυτόν εκείνα τα δύο χρόνια δεν μου τα 'χει μάθει άλλος. Έμαθα να σέβομαι τον άνθρωπο όπως είναι, φίλε. Μέσα εκεί -σε ένα εστιατόριο στο Σύνταγμα- δούλευαν κοράκια που παλιά δούλευαν στα νεκροταφεία, παλιοί πορτοφολάδες, ηλικιωμένα καμάκια του Συντάγματος, όλοι σερβιτόροι, ήταν ένα πολύ μεγάλο σχολείο στη ζωή μου. Ο άλλος που με επηρέασε είναι ο φίλος μου ο Σάκης, αυτός με έβαλε σε άλλη κατάσταση πιο καλλιτεχνική.

Είμαι σιδεράς και φτιάχνω τραπέζια για να ζήσω. Θεωρώ ότι κάνω κάτι δημιουργικό. Μια δουλειά που είναι μόνο πάρε και δώσε, χωρίς να φτιάχνεις κάτι, χωρίς δημιουργία, είναι χωρίς ουσία. Μικρός ήθελα να γίνω φυσικομαθηματικός, δεν ξέρω γιατί, μου άρεσε. Δεν τα κατάφερα. Κατάφερα όμως να πραγματοποιήσω το άλλο μου όνειρο, να γίνω μουσικός.

Ο εγωισμός και η ματαιοδοξία είναι ταυτόσημα με το hip hop. Και στους Έλληνες και στους μαύρους της Αμερικής το ίδιο πράγμα. Σκάει ο άλλος με την BMW και χρωστάει στην τράπεζα 150 χιλιάδες ευρώ, πίνει μαργαρίτα και το παίζει κυριλέ. Αυτό το πράγμα το κράζω. Η αγάπη πού είναι; Η ουσία είναι να είσαι αβέρτος στα συναισθήματά σου, να ανοίγεσαι και να μη φοβάσαι αν θα πληγωθείς. Να λες αλήθειες με κάθε κόστος.

Το δικό μου hip hop νομίζω ότι έχει μεγάλη διαφορά απ' το hip hop των άλλων. Ο τρόπος που το παραδίνω είναι λίγο πιο ωμός, δεν φοβάμαι να πω αυτά που θέλω, γιατί δεν υπάρχει και κάτι που να με φοβίζει. Δεν κάνω hip hop για τα γούστα των άλλων, αλλά για τα δικά μου. Σημασία έχει να αρέσει πρώτα απ' όλα σε σένα αυτό που κάνεις, να μη φτιάχνεις κατά παραγγελία.

Με αναγνωρίζουν στο δρόμο, ο κόσμος μου μιλάει, άμα έρθεις στο live θα καταλάβεις. Δεν θα βγούμε εμείς στην τηλεόραση να πούμε σαχλαμάρες, δεν μας ενδιαφέρει. Είμαστε underground καλλιτέχνες, εμάς μας ξέρει το «άλλο» το κοινό, που ζει στη σκιά και πολεμάει να επιβιώσει. Τον κόσμο δεν τον κοροϊδεύεις, το αναγνωρίζει το αληθινό. Χωρίς διαφήμιση, χωρίς προώθηση, έχουμε φανατικούς που μας στηρίζουν κι αυτό είναι μαζί τρεις επιτυχίες.

Είναι λαϊκή μουσική το hip hop, μπορείς να το πεις και έτσι, την αφομοιώνει ο κόσμος και την τραγουδάει. Στην Ελλάδα όμως δεν ισχύει η αξιοκρατία, υπερισχύουν οι δυνατοί του χρήματος και τα κονέ. Όσο περισσότερα κονέ έχει κάποιος τόσο πιο ψηλά πάει. Αν είχαμε το ίδιο promotion από την εταιρεία που έχει η Βανδή, μπορεί να είχαμε μεγαλύτερη ανταπόκριση απ' ό,τι έχει εκείνη. Οι πωλήσεις μας είναι ψηλές και το κοινό φανατικό, με ελάχιστο έως μηδενικό promotion.

Έχει ριζωθεί στο υποσυνείδητο του Έλληνα ένα είδος διασκέδασης που ουσιαστικά ρίχνει την αξιοπρέπειά του, αλλά είναι κάτι που πολύ δύσκολα θα το σβήσεις. Αυτό θέλουν να προωθήσουν οι εταιρείες. Τέρμα. Το βρακί πουλάει, πούλαγε πάντα, απλά τώρα το διαφορετικό δύσκολα βρίσκει το δρόμο για το μεγάλο κοινό.

Ξεκινήσαμε hardcore και το κρατάμε hardcore. Μπορείς να πεις ότι και η μουσική του Ηλία και του Τάκη είναι εμπορική από τη στιγμή που πωλείται στα καταστήματα, αλλά η διαφορά είναι ότι δεν την κάνουμε για να πουλήσει.

Αλλιώς μαθαίνει ένα παιδί που μεγαλώνει στην Κυψέλη, κι αλλιώς ένα που μεγαλώνει στην Κηφισιά. Είναι άλλα τα θέματα που τους απασχολούν, λένε άλλα οι στίχοι τους. Εάν βάλεις τα δυο παιδιά να κάνουν παρέα, κάποια στιγμή θα τα σπάσουν. Είναι θέμα νοοτροπίας.

Την παρακολουθώ την πολιτική, κι ας μην με πολυενδιαφέρει. Στις τελευταίες εκλογές ψήφισα ζαμπονάκι και τυρί. Αυτά έβαλα μέσα στο ψηφοδέλτιο. Άφησαν λάδια. Οι πολιτικοί είναι άνθρωποι που δεν πρέπει να τους εμπιστευτείς, δεν έχουν επαφή με τον κόσμο. Ακούς, ρε φίλε, κάτι κουβέντες για τα ναρκωτικά ή για το έγκλημα και λες, τι λένε αυτοί τώρα; Πώς μιλάς όταν δεν το έχεις ζήσει;

Επιτυχία είναι να καταφέρεις να φτάσεις στην απόλυτη ελευθερία. Να έχεις όνειρα που να έχουν βάση, κι όχι να είσαι αλλοπαρμένος. Απ' την άλλη, δεν είσαι κακό να είσαι ονειροπόλος. Αρκεί να έχεις πάντα τη γροθιά σου ψηλά.

Όταν έρχεται ένας άνθρωπος και μου λέει μπράβο για τη μουσική που φτιάχνεις, γίνομαι ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου. Δεν έχει σημασία αν δεν βγάλεις λεφτά, ένα μπράβο για μένα αξίζει όσο χίλιες πληρωμές.

Μεγαλύτερη δύναμη μού δίνει η οικογένειά μου. Ο γιος μου. Όταν βλέπω τα μάτια μου στα μάτια του. Αυτό μου δίνει μεγαλύτερη δύναμη. Το καλύτερο πράγμα που μου έχει τύχει στη ζωή είναι ότι μπόρεσα να αποκτήσω ένα παιδί.

Δεν φοβάμαι για τον κόσμο που θα μεγαλώσει, γιατί πάντα έτσι ήταν τα πράγματα. Όταν ήμουν μικρός φοβόμουν μη γίνει πυρηνική καταστροφή. Πέρασαν τόσα χρόνια κι ακόμα να έρθει...

Μου αρέσει η Αθήνα. Μου αρέσει η κουλτούρα του δρόμου, αυτό το αλήτικο που έχει, το ότι βγαίνεις το βράδυ και βλέπεις πολλά πράγματα που μετά μπορείς να τα διηγηθείς. Μου αρέσει να πηγαίνω στου Ψυρρή να πίνω ρακόμελα, να αράζω σε πάρκα, να περνάω την ώρα μου ήρεμα. Επηρεάζομαι και γράφω κυρίως απ' την πόλη. Πάω στα Λιμανάκια που γίνεται η μάχη με τα αυτοκίνητα και γράφω ρίμες, έχει παλμό η Αθήνα, σε βάζει στο ρυθμό της. Αρκεί να έχεις διάθεση να χορέψεις.

Η ζωή με έχει διδάξει να είμαι πολεμιστής. Να μη βάζω κάτω το κεφάλι και να προχωράω μπροστά. Να προσπαθώ να είμαι καλός άνθρωπος. Η ζωή, ρε φίλε, δεν θέλει να την πάρεις στα σοβαρά. Η ζωή είναι πουτάνα. Άναψε το κόκκινο λαμπάκι / γι' άλλη μια φορά περιμένει πελατάκι / γουστάρεις να περάσεις καλά, ε, μαγκάκι; / απλά δεν είναι / φάε κάνα σοκολατάκι. / Μα έτσι είναι η ζωή / τρελιάρα και γλεντίστρω / να την πετύχεις πρέπει όταν έχει οίστρο / ίσως να την πείσεις και μαζί της να γλεντήσεις / μα πρόσεχε γιατί έχει απαιτήσεις και θα την πατήσεις / και την κάνεις από κούπες μετά / και δεν σε σώζει ούτε καν μια γεμάτη ζαριά. / Θέλει χαδάκια και παιδάκια τρυφερά / δεν θέλει να την πάρεις στα σοβαρά...