Φωτό: Στάθης Μαμαλάκης
Φωτό: Στάθης Μαμαλάκης

 

  • Γεννήθηκα στο Σίδνεϊ, αλλά μεγάλωσα στα Πατήσια, στον Άγιο Ελευθέριο. Τώρα μένω στην Ακαδημία Πλάτωνος, αλλά σκέφτομαι να μετακομίσω στην Κυψέλη, τη βρίσκω πιο γειτονιά και πιο ενδιαφέρουσα τοπογραφικά αλλά και ανθρωπογεωγραφικά. Παιδί της πόλης, βλέπεις, θέλω να ζω στην καρδιά της. Τη θυμάμαι σε πολύ πιο ευοίωνες εποχές και μακάρι να προχωρήσει η ιστορία με την ανάπλαση, μήπως αρχίσει να αλλάζει κάτι. Την Αθήνα οι κάτοικοί της δεν την αγαπούν, το διαπιστώνεις καθημερινά από το πώς συμπεριφέρονται, πώς οδηγούν, πώς διαχειρίζονται τα σκουπίδια τους κ.λπ. Είναι μια πόλη της αρπαχτής, εικόνα και ομοίωση του μεταπολεμικού ελληνικού «θαύματος» που μόλις μας τελείωσε. Ξέρεις, έχω ταξιδέψει και αλλού, σε χώρες και πόλεις με επίσης μεγάλο οικονομικό πρόβλημα, πουθενά όμως δεν συνάντησα την παρακμή, την απόγνωση και τη μανιοκαταθλιπτική κατήφεια της Αθήνας, ούτε είδα να έχουν εγκαταλείψει έτσι το κέντρο μιας πρωτεύουσας, να θυμίζει Μπαντουστάν. Αν βρίσκω κάτι θετικό; Εντάξει, οι γνωστές κοινοτοπίες: ο ήλιος, το κλίμα, τα ανθρώπινα μεγέθη... Πριν από κάποια χρόνια θα πρόσθετα την έντονη νυχτερινή ζωή και το αίσθημα ασφάλειας, που όμως αποτελούν παρελθόν. Είναι βέβαια και μια πόλη μεγάλων αντιθέσεων, πράγμα που την κάνει σίγουρα ενδιαφέρουσα - κοντά στο χάος, τη μιζέρια και την αβεβαιότητα, συναντάς επίσης ανθρώπους, καταστάσεις και πράγματα που σε συναρπάζουν. Μιλώ, βέβαια, για το κέντρο, παραέξω υπάρχει ένα κακέκτυπο των προαστίων του Λος Άντζελες. Αν είναι ερωτική; Μέχρι πριν από μια δεκαετία ναι, ήταν – το ευνοούσε κάτι τέτοιο το άναρχο του κέντρου, το σμίξιμο αστικού-λαϊκού στοιχείου, το διαρκές μπόλιασμα με εσωτερικούς κι εξωτερικούς μετανάστες, το μποέμ πνεύμα... Τώρα πια, όχι. Τώρα η νεολαία γαμιέται μεν ασύστολα, αλλά στα κρυφά, δεν το φωνάζει, δεν το διεκδικεί. Και συχνά το κάνει λυσσασμένα, χωρίς προφυλάξεις (ποιος να την ενημερώσει, άλλωστε), με αποτέλεσμα να υπάρχει τελευταία έξαρση στα Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα.

 

  • Είμαστε βάρβαροι οι Αθηναίοι, χυδαίοι και ρατσιστές. Απέναντι όχι μόνο στους ξένους αλλά και σε κάθε διαφορετικό. Κι όταν συναντάς ανεκτικότητα, σπάνια είναι ενσυνείδητη, βασικά είναι αδιαφορία. Βγήκαμε πρόσφατα η δεύτερη πιο ομοφοβική πόλη στην Ευρώπη! Ακόμα και στο Γκάζι είχαμε τέτοια επεισόδια. Σε τέτοιους καιρούς, το να τολμούν να κυκλοφορήσουν δύο αγόρια ή κορίτσια πιασμένα χέρι-χέρι συνιστά πολιτική πράξη που εκτιμώ και στηρίζω απόλυτα. Τι να λέμε τώρα, βλέπεις ακόμα και σήμερα μαγαζιά που ζουν από τους γκέι να αρνούνται μετά βδελυγμίας τον «χαρακτηρισμό». Δεν είναι ότι συμφωνώ με τη λογική των γκέτο σε μια πόλη, «αναγκαίο κακό» το λες. Καλλιεργούν μεν συντροφικότητα, αυτοπεποίθηση, σιγουριά, στην πορεία όμως καταντούν βαρετά κι ανιαρά, απλώς αλλάζεις κουτάκι δηλαδή. Σιχαίνομαι, όμως, την υποκρισία.

 

  • Με το Man At Sea κλείνει ένας κύκλος αρκετά οδυνηρός. Επιχείρησα μια λογοτεχνική διασκευή σε κινηματογραφικό πλαίσιο, δεν είχε όμως το αποτέλεσμα που περίμενα. Το σενάριο έπρεπε να είναι πιο λιτό, πιο κινηματογραφικό και αυτή είναι η βασική αδυναμία της ταινίας. Αν καταφέρω να βρω χρήματα, θα ξεκινήσω το Καλάσνικοφ, μια ταινία για τη βία, τη γοητεία, τον ερωτισμό αλλά και την τραγική της κατάληξη. Βαρέθηκα, ξέρεις, το φετίχ της βίας και την ηρωοποίησή της. Είναι μια κοινωνικά πρωτόγονη αντίδραση που την τρέφουν το χάος, η ανέχεια καθώς και οι πολλές ψευδαισθήσεις και μυθολογίες των οποίων είμαστε αιχμάλωτοι σε αυτή τη χώρα. Λες και δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι ν' αγωνιστείς για να αλλάξεις τα πράγματα και καταρχάς τον εαυτό σου και τα μυαλά που κουβαλάς. Ναι, είναι βαρίδι και τροχοπέδη η ιστορία, όταν παράγεις περισσότερους μύθους απ' όσους μπορείς να διαχειριστείς. Όλοι οι λαοί λειτουργούν φαντασιακά, αλλά εμείς το παραξηλώσαμε. Και κοντά σ' αυτό στήσαμε μια ευμάρεια σε σαθρά πόδια. Φωνάξαμε, διαδηλώσαμε, κάψαμε μέχρι και ανθρώπους και τι καταφέραμε; Θα πονέσουμε ακόμα πολύ, αναμφίβολα, όμως μόνο μέσα από τον πόνο μαθαίνει κανείς. Το μόνο αισιόδοξο είναι ότι τα μεταπολιτευτικά ψέματα τελείωσαν, το πολιτικό σκηνικό μεταβλήθηκε αρκετά -για το καλύτερο και το χειρότερο-, νοοτροπίες και αγκυλώσεις δεκαετιών καταρρέουν.

 

  • Θέλω να πιστεύω στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά. Στα ποιοτικά στάνταρ έχουν ανέβει, αλλά οι περισσότεροι νέοι σκηνοθέτες φαντάζουν ξεκομμένοι από την καθημερινότητα και το πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι, παγιδευμένοι στον φορμαλισμό και στην ακαδημαϊκή ματιά. Το ύφος και οι τεχνικές προδιαγραφές τούς απασχολούν περισσότερο από την ουσία, σαν να μην τους αγγίζουν οι προκλήσεις των καιρών. Ξεχωρίζω ιδιαίτερα τους Αλέξη Αλεξίου, Σύλλα Τζουμέρκα και τον αλβανικής καταγωγής νεαρό μικρομηκά Νεριτάν Ζιντζιρία.

 

  • Όλοι οι καλλιτέχνες είμαστε παλαβοί. Η ανάγκη έκφρασης είναι έμφυτη στα προβληματικά, μυστήρια άτομα. Καλλιτέχνης δεν γίνεσαι επειδή έβγαλες κάποια σχολή, αλλά επειδή κάτι σε καίει. Δεν ξέρω να σου πω γιατί ξεκίνησα να κάνω κινηματογράφο. Αρχικά ονειρευόμουν να γίνω αρχιτέκτονας - λατρεύω την αίσθηση του χώρου. Ένιωθα, όμως, μια έντονη εσωτερική ανάγκη να εκφραστώ κι ήθελα κοινό για να το κάνω. Αν, τώρα, κατάφερα να περάσω και κάποια πολιτικά μηνύματα μέσα από το έργο μου, ακόμα καλύτερα. Όχι, δεν είμαι στρατευμένος με την κλασική έννοια. Βλέπω την πολιτική πέρα από εξουσίες, παρατάξεις κι εξουσίες. Είναι και δρόμος, αλλά κυρίως κουλτούρα και πολιτισμός, ένας διαρκής αγώνας για να μπορούμε να ζούμε πιο ισότιμα, πιο ελεύθερα, πιο αλληλέγγυα, πιο αληθινά, ανεξάρτητα από φύλα, φυλές, ερωτικές ή άλλες προτιμήσεις.

 

  • Όχι, δεν πιστεύω στις ουτοπίες. Αν, μάλιστα, προσπαθώντας να τις φτάσεις δεχτείς πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, τότε κυνηγάς δυστοπίες. Η ζωή είναι συμβιβασμοί βήμα-βήμα, έτσι προχωράς σε προσωπικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο. Συμβιβασμοί προς τα εμπρός, βέβαια. Καμιά φορά, τώρα, συσσωρεύεται πολύς ατμός στο κοινωνικό καζάνι, οπότε οι εκρήξεις είναι αναπόφευκτες, ξεσπούν ταραχές, εξεγέρσεις, επαναστάσεις... Πολλές από αυτές είχαν ουτοπικά προτάγματα, αλλά δεν θυμάμαι κάποια δίχως τραγική κατάληξη. Μοιάζει όμως κι αυτή η τραγικότητα να ασκεί στον άνθρωπο μια περίεργη γοητεία.

 

  • Αν μετάνιωσα για κάτι, είναι η αδυναμία μου να διατηρήσω πραγματικές σχέσεις που ν' αντέχουν στο χρόνο, είτε φιλικές είτε ερωτικές. Ειδικά στις δεύτερες υπήρξα πλεονέκτης, δεν εκτιμούσα αυτό που είχα δίπλα μου, αναζητούσα διαρκώς το εφήμερο, το άπιαστο. Ένα άλλο κακό μου είναι πως εξάπτομαι πολύ εύκολα. Θα 'θελα να γίνω δεκτικότερος ακόμα και στη βλακεία. Τα καλά μου; Χμ. Εμμονή, επιμονή, αντικομφορμισμός και μια πηγαία αίσθηση εσωτερικής δύναμης απ' όπου αυτά απορρέουν. Εκτιμώ τους ειλικρινείς, τους ελευθερόφρονες, τους αλληλέγγυους ανθρώπους. Χαρά, άλλωστε, της ζωής είναι η αγάπη κι η φροντίδα για τον άλλο – μεγάλο συναίσθημα. Το μόνο που φοβάμαι είναι η μοναξιά – όχι από αδυναμία χαρακτήρα αλλά επειδή η αγάπη χρειάζεται πολλά πρόσωπα γύρω σου για να ευδοκιμήσει.

 

  • Ξέρω, δεν ακούγομαι πια τόσο οργισμένος. Μεγαλώνω όμως και με τα χρόνια η οργή, αν παραμείνει αδάμαστη, γίνεται κακός σύμβουλος. Πρέπει να αποστασιοποιείται πια κανείς, να κρίνει πιο νηφάλια. Η οργή της νιότης είναι βέβαια αυθόρμητη, αναγκαία, επιθυμητή – λατρεύω τα παιδιά που θέλουν να γίνουν το αντίθετο από τους γονείς τους. Το ίδιο επιθυμητή, όμως, είναι και η ωρίμανση που σε ολοκληρώνει ως άνθρωπο. Θα πρέπει να έχεις πραγματικά σοβαρούς λόγους ή θέματα για να παραμένεις οργισμένος σαν έφηβος όντας μεσήλικας.

 

  • Ζούμε σε μια εποχή υπερσεξουαλική. Παλιότερα όλο αυτό είχε ένα νόημα ως ανακάλυψη επιθυμιών και δυνατοτήτων ή ως υγιής αντίδραση ενάντια στον πολιτισμό της ενοχής και στον κυρίαρχο κοινωνικό πουριτανισμό. Όμως η βουλιμία με την οποία αντιμετωπίζουμε, πλέον, τον σαρκικό έρωτα, αντί να απελευθερώνει, καταδυναστεύει, γίνεται αυτοκαταστροφική. Δεν το λέω αυτό σεμνότυφα, αλίμονο. Μου αρέσει κι εμένα η Κόλαση, αλλά ακόμα και η ωραιότερη Κόλαση δεν φτάνει να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο.

 

  • Πιστεύω στη μοίρα, στο κισμέτ. Δεν καθορίζουμε τη μοίρα μας, εκείνη μας καθορίζει. Η ελεύθερη βούληση είναι να μπορείς να τη χειριστείς ανά πάσα στιγμή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, δίχως βέβαια να βλάπτεις τον εαυτό σου και τους άλλους. Η ζωή σε πάει, δεν την πας, και υπάρχουν 2-3 συγκεκριμένοι δρόμοι που μπορείς να ακολουθήσεις. Η δική μου επιστροφή από το Λονδίνο π.χ. δεν ήταν συνειδητή απόφαση, απλώς συνέβη. Πολλές φορές μια παρόρμηση μας επιβάλλει να την ακολουθήσουμε, παρότι αδυνατούμε να το εξηγήσουμε αυτό ορθολογικά.