Είναι πολλές φορές που οι εκκλησίες δίνουν το όνομά τους στην περιοχή. Έτσι κι εγώ, γεννήθηκα στον Αϊ-Γιώργη, στην Καλαμάτα. Την αγαπώ πολύ την Καλαμάτα, επειδή αναπολώ την ελευθερία που είχα στη ζωή μου όταν ζούσα εκεί. Κάθε φορά που περνάω τον Ισθμό, αρχίζω και μιλάω, γελάω, χοροπηδάω, γίνομαι άλλος άνθρωπος.

 

Ο πατέρας μου ήταν αυστηρός. Γιατρός. Επειδή δεν έκανε αγόρια, μας μεγάλωσε και τα τρία κορίτσια σαν αρσενικά. Μια φορά θυμάμαι ότι έγινε έξαλλος όταν με είδε να πλένω πιάτα κι έβαλε τις φωνές στη μάνα μου: «Δεν θα γίνει εμένα η κόρη μου δούλα κανενός». Επειδή ασφυκτιούσα στο Θηλέων με τις ποδιές της χούντας, δραπέτευσα στο γετονικό Αρρένων, που είχε τμήμα Πρακτικό, δηλαδή για Ιατρική, Πολυτεχνείο και τέτοια. Εκεί απελευθερώθηκα, ένιωσα, επιτέλους, αξιοπρέπεια, να με σέβονται ως άνθρωπο οι καθηγητές, όπως σέβονταν τα αγόρια. Άρχισα να φοράω εκτός σχολείου παντελόνια, καβάλησα ποδήλατο και είδα πολύ ποδόσφαιρο. Πήδαγα από το παράθυρο της τάξης, έκανα σκασιαρχείο κι έτρεχα στη Μαύρη Θύελλα - τότε στην Α' Εθνική.

 

Από την Καλαμάτα δεν ήθελα να φύγω, αλλά έπρεπε και να σπουδάσω. Ήμουνα σπασικλάκι. Αν έπαιρνα κάτω από είκοσι, κάτι πάθαινα. Ο πατέρας γιατρός, άρα κι εγώ, άλλα και η δίδυμη αδερφή μου, Μιμή, προς τα εκεί κατευθυνθήκαμε. Την τελευταία μέρα των Εισαγωγικών (όλη η Πελοπόννησος πήγαινε τότε στην Πάτρα) είπα μέσα μου: «Ωραία, περνάς Ιατρική. Και τι θα κάνεις στη ζωή σου;». Η Ιατρική είχε ήδη πεθάνει μέσα μου. Κι όμως, ανέβηκα στην Αθήνα για τη Σχολή. Πρώτη συνοικία το Παγκράτι, όπου ήδη έμενε η μεγάλη μου αδερφή, η Ρούλα. Τον πρώτο καιρό πέρασα μια κανονική κατάθλιψη. Μου φαινόταν παράλογο να ζω σε μια πόλη όπου οι δρόμοι δεν με έβγαζαν κατευθείαν στη θάλασσα. Τώρα μένω στη Φιλοθέη. Είναι ήσυχα, ταιριάζει στον μοναχικό μου χαρακτήρα. Είναι φορές που για μία εβδομάδα μπορεί να μην επικοινωνήσω με άνθρωπο, μου αρκεί ένα βιβλίο.

 

Τέσσερα πράγματα ταλαιπωρούν όλη μου τη ζωή: το θέατρο, ο φεμινισμός, η πολιτική και το ποδόσφαιρο. Θέατρο έπαιζα από μικρή. Μάλιστα, μια φορά είχα γράψει γράμμα στον Ευαγγελάτο για να με συμβουλέψει πώς να ανεβάσουμε Ιονέσκο με μια ομάδα του Γαλλικού Ινστιτούτου Καλαμάτας. Και σήμερα το θέατρο είναι η θρησκεία μου. Φεμινίστρια έγινα, πάλι, πολύ νωρίς. Ήταν η μάνα μου συνδρομήτρια στο «Life» και διάβαζα μέσα στη χούντα αυτά που έκαναν οι Αμερικανίδες. Στο δικό μου λεύκωμα -όλοι είχαμε τότε από ένα- είχα βάλει, η ψωνάρα, την ερώτηση «Ποια είναι η γνώμη σας για το Women's Lib;». Mετά τη χούντα ξέσπασε κι εδώ το φεμινιστικό κίνημα, μέσα κι εγώ, με την «Ομάδα Γυναικών Ιατρικής». Υπέροχα χρόνια. Κάτι καταφέραμε. Βάλαμε το προσωπικό στην πολιτική και στα κόμματα. Αλλάξαμε νόμους, στο Οικογενειακό Δίκαιο τουλάχιστον. Να κρατάμε το επώνυμό μας μετά τον γάμο, να μην έχει ο άνδρας την πατρική εξουσία πάνω στα παιδιά, ακόμα και να δίνουμε στο παιδί μας και το δικό μας επώνυμο. Ο γιος μου λέγεται και Γεωργακόπουλος, άλλο αν τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιεί μόνο του πατέρα του. Τον συγχωρώ.

 

Η ασχολία με την πολιτική στις αρχές της Μεταπολίτευσης ήταν κάτι τόσο κοινό στη νεολαία όσο το να έχεις σελίδα στο facebook το 2012. Μπήκα στον Ρήγα Φεραίο, τη νεολαία του ΚΚΕ Εσωτερικού. Ήταν μεγάλο σχολείο για μένα και, μολονότι έχω απομακρυνθεί σήμερα αρκετά από την Αριστερά, οι σύντροφοί μου από τότε είναι σύντροφοι παντοτινοί και φίλοι αγαπημένοι. Πιστεύω ότι το ΚΚΕ Εσωτερικού, και ειδικά ο Λεωνίδας Κύρκος, άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα. Μέσα από τη Νεολαία μου δόθηκε η ευκαιρία να γράφω στα έντυπα του κόμματος, στον «Θούριο» και στην «Αυγή». Και όταν μπούχτισα με την Ιατρική και την παράτησα, στην «Αυγή» κατέφυγα, στο καλλιτεχνικό της τμήμα. Δούλεψα για οχτώ μήνες τσάμπα. Και όταν είπα στον αείμνηστο Γρηγόρη Γιάνναρο, διευθυντή τότε, ότι με θέλουν στην «Ελευθεροτυπία», προσευχόμουν να μου πει «μείνε». «Φύγε, Βένα, για το καλό της καριέρας σου», μου είπε. Στενοχωρήθηκα τόσο, που για έναν χρόνο δεν τολμούσα ούτε κάτω από τα γραφεία της «Αυγής» να περάσω.

 

Η «Ελευθεροτυπία» ήταν το όνειρο κάθε δημοσιογράφου. Υπήρχε πραγματική ελευθερία. Ό,τι υπέγραφες, δημοσιευόταν. Εγώ ήμουν πάντα από τους πιο «Δεξιούς» εκεί μέσα. Θυμάμαι ότι με έπαιρνε ο Κίτσος Τεγόπουλος τηλέφωνο και με έβριζε επειδή έγραφα συνεχώς σχόλια υπέρ τού 1,5% που έπρεπε να αποδίδουν τα ιδιωτικά κανάλια στην κινηματογραφική παραγωγή. Ο Κίτσος, μεγαλομέτοχος του Mega, πίστευε ότι δεν τον παίρνει να πληρώνει κι άλλους έμμεσους φόρους. «Τι θέλετε να κάνω, κύριε Τεγόπουλε;», τον ρώταγα ζεματισμένη. «Τη δουλειά σου», μου απαντούσε. «Εγώ απλώς σε πήρα για να σου πω την άποψή μου».

 

Την αγάπησα πολύ την «Ελευθεροτυπία», ειδικά αυτή του Φυντανίδη, με την απόλυτη δημοκρατία. Δεν μπορώ να σου πω, όμως, ότι στενοχωρήθηκα όταν έκλεισε. Οι εξελίξεις των δύο τελευταίων χρόνων σκότωναν την όρεξη που είχα για δουλειά. Αυτολογοκρινόμουν πολλές φορές για να είμαι κοντά στο νέο πολιτικό στυλάκι που επικράτησε. Είδα κείμενά μου για πρώτη φορά να κόβονται. Υπήρχαν θέματα απαγορευμένα, καχυποψία απέναντι σε συντάκτες ανάλογα με το τι ψήφιζαν. Αδιανόητα πράγματα. Για το κλείσιμο της εφημερίδας φταίνε η άτσαλη διαχείριση εκ μέρους της εκδότριας και η πορεία που πήρε η εφημερίδα από τότε που έφυγε ο Φυντανίδης και απολύθηκε ο διευθυντής σύνταξης Σήφης Πολυμίλης.

 

Όταν έκλεισε η «Ελευθεροτυπία» μου άρεσε πολύ που έγραφα στη LifΟ και στο Protagon. Ήταν ψυχοθεραπεία αλλά και μια νέα εμπειρία για μένα. Είμαι, όμως, άνθρωπος της εφημερίδας. Νιώθω πανευτυχής που βρέθηκα σε αυτή την ομάδα που θα βγάλει σε λίγες μέρες την «Εφημερίδα των Συντακτών», ειδικά την εποχή της κρίσης. Είναι σημαντικό που ένας συνεταιρισμός ανθρώπων ξεκινάει μόνος του κάτι. Θα 'θελα η εφημερίδα μας να είναι φιλοευρωπαϊκή, της κεντροαριστεράς, και να μη λαϊκίζει. Αλλά εγώ του καλλιτεχνικού είμαι. Θα δω τι άλλο θα μπορώ να προσφέρω. Το ότι ξαναβρεθήκαμε στην Κολοκοτρώνη, στα παλιά γραφεία της «Ελευθεροτυπίας», το βλέπω ως καλό οιωνό.

 

Είμαι φανατική Παναθηναϊκός. Χάνω τον ύπνο μου γι' αυτόν, άσε τα θέατρα κάθε Κυριακή και Σάββατο. Όταν το 2007 ξαναγύρισε ο Καραγκούνης στον Παναθηναϊκό από την Μπενφίκα, εισέβαλα με τη «Sportday»στα χέρια στo δωμάτιο του γιου μου, τον ξύπνησα, αγκαλιαστήκαμε και χοροπηδάγαμε, ουρλιάζοντας σαν τρελοί. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ.