Γεννήθηκα το 1960 στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. Εκεί έμεινα τρεις μέρες. Ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός και έπαιρνε μεταθέσεις συνέχεια. Μεγάλωσα σε Θεσσαλονίκη και Βόλο. Στη Θεσσαλονίκη πήγαινα στο φοβερό 5ο Γυμνάσιο, που το έχουν βγάλει ο Τρόντζος, ο Σαββόπουλος και ο Βέλτσος. Στην Αθήνα ήρθα πρώτη φορά πέντε ετών. Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι είναι η Σταδίου και οι κυλιόμενες σκάλες στην Ομόνοια, που σε οδηγούσαν σε ένα μαγικό χώρο με πολλά καταστήματα, λάμπες ηλεκτρικού ρεύματος και βιτρίνες με αυτοκινητάκια Matchbox.

Δεν είναι ότι ήταν μόνο ο πατέρας μου στρατιωτικός, αλλά και οι δυο παππούδες μου και δυο θείοι μου. Εγώ τη γλίτωσα από την υπερβολική δόση στολής. Και για να βγούμε να φάμε ένα παγωτό φοράγανε τη στολή. Δεν υπήρχε τόσο μεγάλη πειθαρχία στο σπίτι, γιατί γενικά του Πυροβολικού, που ήταν οι μισοί, ήταν πιο κουλτουριάρηδες. Οι άλλοι ήταν της Αεροπορίας και επειδή είχαν σχέση με τον αέρα ήταν περισσότερο τρελοί παρά πειθαρχημένοι. Υπήρχε μια αυστηρότητα αλλά και παράλληλα κάναμε ό,τι θέλαμε. Ο πατέρας, για παράδειγμα, έκανε παρέα με τον Σίμο τον Υπαρξιστή κι έτσι και εγώ έμαθα την ύπαρξη διάφορων τύπων μέσα από τον στρατό.

Οριστικά μετακομίσαμε στην Αθήνα όταν ήμουν δεκαέξι ετών. Από τότε μου αρέσει αυτή η πόλη φανατικά. Πρώτο σπίτι ήταν στην Αγησιλάου και Δεληγιώργη. Τότε ήταν καταπληκτικά. Καμιά σχέση με σήμερα. Υπήρχαν τα μπουρδέλα και τα μπαρ, αλλά ήταν κόσμια. Εμένα, μάλιστα, με κερνούσε δυο-τρία ουίσκι μια ιδιοκτήτρια ενός μπαρ που το λέγανε Iandyou, γιατί ο γιος της ήταν συμφοιτητής μου στη Βιομηχανική Πειραιώς. Δεν ήθελα να σπουδάσω στη Βιομηχανική, απλώς ήθελα να περάσω κάπου για να πάρω το χαρτί για τον στρατό. Πήρα δέκα χρόνια κι έκανα Σχολή Σταυράκου, Σχολή Βεάκη και φιλοσοφία στη Γερμανία.

Ποιήματα και πεζά δημοσιεύω για πρώτη φορά σε μια εφημερίδα στον Βόλο. Η πρώτη έκδοση ήταν στις εκδόσεις του Λεωνίδα Χρηστάκη και ήταν ποιήματα. Με τα γράμματα ασχολήθηκα περισσότερο λόγω του Χρηστάκη και του περιοδικού «Ιδεοδρόμιο». Ήταν ένα χειροποίητο έντυπο που το φτιάχναμε διάφοροι νεαροί με την επίβλεψη του Λεωνίδα. Από εκεί περνούσαν οι πάντες. O Γκόρπας, ο Πετρόπουλος, ο Βέλτσος, ο Νίκος Αλευράς, ο Ξυδάκης.Αφού το διπλώναμε στο χέρι, το πουλούσαμε παντού. Από τα περίπτερα της Κάνιγγος, που ήταν σαν βιβλιοπωλεία, τα κανονικά βιβλιοπωλεία, μέχρι τον πάγκο του Άσιμου έξω από το Πολυτεχνείο. Το «Ιδεοδρόμιο», το «Αντί» και ο «Πολίτης» ήταν τα στίγματα της εποχής. Επίσης, τότε είναι μια περίοδος που ανοίγουν πάρα πολλοί εκδοτικοί οίκοι: Άγρα, Ύψιλον, ο Οδυσσέας που βγάζει τους κλασικούς σε μια pocket σειρά, ο Καστανιώτης.

Πολιτικά ήμασταν «αναρχοεγελιανοί». Μας ενδιέφερε πιο πολύ ένας τρόπος ζωής. Ένα χαρακτηριστικό αξεσουάρ του ντυσίματος ήταν ο δίσκος ή το βιβλίο που έπαιρνες μαζί σου. Δεν παίρναμε πολύ χαμπάρι τι γινόταν στην υπόλοιπη κοινωνία, ούτε νοιαζόμασταν για την άνοδο π.χ. του ΠΑΣΟΚ. Μας αφορούσε πιο πολύ να βρούμε ένα κείμενο για τον Γκίνσμπεργκ, παρά οτιδήποτε άλλο. Ζούσαμε σε ένα παράλληλο σύμπαν, αλλά νομίζαμε ότι εμείς ήμαστε το κέντρο του κόσμου. Μπορούσαμε και συνδυάζαμε την Ίντριγκα των Εξαρχείων με τη Ράτκα του Κολωνακίου. Δεν τα θεωρούσαμε αντίθετα. Μάλιστα, έχω δουλέψει στη Ράτκα ένα διάστημα. Έκανα διάφορους θυελλώδεις λογαριασμούς και μετά δούλευα για να πατσίσω. Υπήρχε ένα κράμα πραγμάτων που είχε μέσα και το κυριλέ και το «είμαι καλής οικογενείας», και καλοντυμένος και αστός και συγχρόνως, κάτι που μετά τη δεκαετία του ’80 εξαφανίστηκε κι έγιναν όλοι χουλιγκάνοι. Δεν υπήρχαν όλες αυτές οι ταμπέλες, απλώς με μερικές κατηγορίες ανθρώπων δεν βρισκόμασταν. Το πρωί μπορεί να ήμασταν σε ένα ουζερί, μετά να τρώγαμε στο Ιντεάλ, μετά να βρισκόμασταν σε μια ταβέρνα στην Καισαριανή, ένα πέρασμα από τον Ορφανίδη για Καμπάρι και τέλος στη Ράτκα το βράδυ. Τώρα κάθομαι σπίτι μου, οχυρωμένος. Όλα αυτά που έκανα τα κάνω μέσω γραψίματος και μέσω facebook.

Αυτό που έχει αλλάξει πολύ στις μέρες μας είναι πως πράγματα που έκανες με άλλους τώρα μπορείς να τα κάνεις μόνος σου. Δεν μπορώ να καταλάβω κάποιον που παίζει σκάκι με το κομπιούτερ! Και εγώ μιλάω μέσω ίντερνετ, αλλά υπάρχω με ανθρώπους με σάρκα και οστά. Φρίκαρα όταν πήγα να διδάξω στην Καλών Τεχνών στο μεταπτυχιακό που είδα ανθρώπους μετά το μάθημα να φεύγουν με ένα αμάξι αντί να πάνε να τσακωθούν γιατί π.χ. ο Πόλοκ είναι καλύτερος ζωγράφος από τον Ακριθάκη. Για να γνωριστούν τους μάζευα σπίτι μου. Παλιά, όλοι, είτε ήταν δικηγόροι είτε ήταν ποιητές, είχαν ένα στέκι και βρισκόντουσαν εκεί, διάβαζαν την εφημερίδα και ξεκίναγαν μια συζήτηση από τα πολιτικά μέχρι τα γκομενικά. Ο δημόσιος χώρος ήταν με σάρκα και οστά.

Οι ήρωές μου είναι ο Θάνος Σταθόπουλος, ο Ευγένιος Αρανίτσης, ο Χρήστος Βακαλόπουλος, ο Νίκος Καρούζος, ο πατέρας μου και διάφορες γυναίκες. Είμαι πολύ χωμένος μέσα σε αυτό που λένε παρέα. Μόνος σου δεν έχει νόημα. Περιφερόμαστε ακόμα, όμως, σε έναν παράλληλο κόσμο, όπως και όταν ήμασταν νέοι. Βέβαια, όταν είσαι είκοσι πέντε χρόνων, είναι χειρότερο να νιώθεις ότι είσαι μια μειονότητα, πράγμα που σε κάνει πιο αλαζονικό. Εμείς είχαμε και πολλές αυτοκτονίες στην παρέα και θανάτους από άλλες καταχρήσεις. Τώρα είναι πιο εύκολο, γιατί έχουμε μεγαλώσει. Μπορείς να απέχεις. Πικραίνομαι, όμως, και γελάω μαζί με την πτώση της αξιοπρέπειας. Βλέπεις ανθρώπους που για μισή δεκάρα, στο δικό μας «μαγαζί», προσπαθούν να πετάξουν άλλους έξω για να γράψουν ένα ανθυποκείμενο. Είναι πολύ πιο άγρια τα πράγματα. Όταν είναι πιο στριμώκολα τα πράγματα, φαίνεται ποιος θα γίνει ενεχυροδανειστής και ποιος αλήτης πολυτελείας.

Το γράψιμο στη δικιά μας τη ζωή έχει έναν φετιχισμό: της γραφομηχανής, της πένας, του στυλό, ακόμα και του κομπιούτερ. Ο Ασωνίτης έβαζε τα καλά του πριν κάτσει να γράψει και η μάνα του νόμιζε ότι θα βγει, αλλά δεν έβγαινε. Όλο αυτό έχει έναν φετιχισμό, πρέπει να περνάς καλά, όπως τα συγκροτήματα βυσματώνουν την ηλεκτρική και τραβάνε την πρώτη πενιά. Είναι μέσα σε έναν τρόπο ζωής που τον περιγράφω ως έναν «ιδανικό καημό». Είδες, δηλαδή, την ταινία και θες να κάνεις ό,τι κάνει ο ήρωας και μετά αυτό σου γίνεται καθημερινότητα.

Έχω ζηλέψει πολλά βιβλία. Ζηλεύω όλα τα βιβλία που είναι ένα ξαφνικό άνοιγμα, που σου ανατρέπουν όλα όσα ήξερες. Ζήλευα πολύ τον Τροπικό του Καρκίνου, για παράδειγμα, που τον είχα διαβάσει μια φορά και μετά τον είχα μονίμως στην τσέπη μου. Θα ήθελα ένα δικό μου βιβλίο να το έχει κάποιος για είκοσι χρόνια στην τσέπη του.