Πορτρέτο: Στάθης Μαμαλάκης
Πορτρέτο: Στάθης Μαμαλάκης

Γεννήθηκα στην Κυψέλη, απέναντι από τη Σχολή Ευελπίδων, σε μια εποχή που ακόμα παίζαμε σε χωματόδρομους, υπήρχαν αλάνες, το δάσος απέναντι, η γέφυρα του Μουστοξύδη δεν είχε γίνει και η περιοχή ήταν ένα τεράστιο λιβάδι. Τα μεσημέρια ακουγόντουσαν οι βολές από το σκοπευτήριο της σχολής σαν μια μουσική που ερχόταν από μακριά. Δημοτικό πήγα στα Εξάρχεια, γιατί εκεί ήταν το συμβολαιογραφείο του πατέρα μου και μας πήγαινε και μας έφερνε ο ίδιος, εμένα και τα αδέλφια μου, άλλο ένα αγόρι και δύο κορίτσια. Πέρασα τα τρία χρόνια του γυμνασίου εσώκλειστος στο οικοτροφείο.

Το οικοτροφείο ήταν σαν ένας μικρός στρατός. Εκεί μέσα ισχυροποιήθηκε η κοινωνική μου πλευρά, της ομάδας, σύμφωνα με την οποία λειτουργώ μέχρι σήμερα και στην καλλιτεχνική μου ζωή. Ανακάλυψα ότι υπάρχει η δυνατότητα μιας οικογένειας, έξω από τη φυσική μου οικογένεια. Μια από τις εκδηλώσεις της σχολής, χάρη σ’ έναν εκπαιδευτικό που είχε μεγάλη αγάπη για το θέατρο, τον Γιώργο Πνευματίκα, ήταν οι θεατρικές παραστάσεις κάθε καλοκαίρι. Πήγα κι εγώ να συμμετάσχω, παρασυρμένος από φίλους, για ν’ αποφύγω τις αγγαρείες. Η παράξενη ικανότητα στην υποκριτική που μου προσέδιδαν τότε με είχε απωθήσει για ένα μεγάλο διάστημα. Δεν με απασχολούσε επαγγελματικά, παρά μόνο για λόγους ματαιοδοξίας. Υπήρχε και η δουλειά του πατέρα μου, που ως πρώτος γιος έπρεπε να συνεχίσω. Κι ενώ ήμουν πάρα πολύ καλός στα μαθηματικά, με έπεισε ν’ ακολουθήσω κλασική κατεύθυνση, όπου ήρθα σε επαφή με τα κλασικά κείμενα. Σπρώχνοντάς με, άθελά του, προς την πλευρά της τέχνης.

Μπήκα στη Νομική κι ενώ βοηθούσα στο γραφείο του, έβλεπα στο πρόσωπό του έναν άνθρωπο ευτυχισμένο με τη δουλειά του και αποφάσισα ότι έπρεπε να κάνω κι εγώ μια δουλειά που θα με έκανε ευτυχισμένο. Πτυχίο τελικά δεν πήρα και ο πατέρας μου έπαθε τεράστιο σοκ όταν του ανακοίνωσα ότι όποια σχέδια κι αν είχε κάνει, ο Θεός είχε αποφασίσει αλλιώς. Ξεκίνησα να ασχολούμαι με το θέατρο ως ακροατής στο εργαστήρι του Βασίλη Διαμαντόπουλου, τον οποίο λάτρευα ως ηθοποιό. Αλλά και πάλι δεν το έβλεπα επαγγελματικά, γιατί ήθελα να το αντιμετωπίσω ως επιστήμη. Αυτόν το δρόμο μου τον άνοιξε ο Στάθης Λιβαθινός, ο οποίος, άρτι αφιχθείς από τη Ρωσία, έκανε ένα εντατικό σεμινάριο με τη συνδρομή Ρώσων δασκάλων του, την Πρόμτοβα και τον Κάρποφ, το οποίο παρακολούθησα και μου άλλαξε τη ζωή.

Ο στρατός, ο οποίος ήταν μια άλλη «οικογένεια» όπου βρέθηκα αναγκαστικά και χάρηκα που την έζησα, έγινε η αφορμή να συναντηθώ με την Ελλάδα. Κατάλαβα ότι η χώρα στην οποία νόμιζα ότι ζω είναι ένα πλάσμα της φαντασίας μου κι ότι η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Ότι η χώρα μας, παρόλο που είναι τόσο μικρή, είναι μια τεράστια ποικιλία πραγμάτων και ανθρώπων…

Το 1996 έφυγα, με τη βοήθεια του Λιβαθινού, για τη Θεατρική Ακαδημία της Μόσχας. Εκεί συνάντησα έναν άλλο πολιτισμό, που οι τέχνες είναι πολύ βαθιά ριζωμένες μέσα του, μια κοινωνία όπου η τέχνη είναι κομμάτι της καθημερινότητάς της. Χρήματα δεν υπήρχαν, αλλά τα θέατρα και τα κοντσέρτα ήταν γεμάτα. Εκεί είδα ό,τι πιο σύγχρονο έχω δει στο θέατρο. Γιατί πρωτοπορία χωρίς παράδοση δεν υπάρχει. Υπάρχει εκεί που υπάρχει πάρα πολύ καλή βάση και Ακαδημία. Όπου δεν υπάρχουν αυτά, τότε μιλάμε για κούφια πρωτοπορία, για βιτρίνα. Μόνο ο άνθρωπος που ζει ενεργά κι έχει πίσω του γερή πατρίδα και γερή καλλιτεχνική οικογένεια μπορεί να πάει μπροστά. Όπως κάθε παιδί, που κάποια στιγμή ανατρέπει τον πατέρα του ή τη μητέρα του.

Με το που επέστρεψα, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να διδάξω. Πρώτα δίδαξα και μετά ανέβηκα στη σκηνή. Μετά τη Ρωσία μού ήταν πολύ δύσκολο να βρω κάτι που να με ενδιαφέρει πραγματικά. Έκανα με την Κοκκίνου την Ιφιγένεια εν Αυλίδι και το καλοκαίρι, στην Επίδαυρο, τον Οιδίποδα επί Κολωνώ με τον Παπαμιχαήλ και σκηνοθέτη τον Τσακίρη. Κι ενώ περίμενα την ευκαιρία να βρεθώ με τον Λιβαθινό, ήρθε η οντισιόν του Λευτέρη Βογιατζή για τους Πέρσες με το Εθνικό. Από την πρώτη στιγμή η συνάντηση μαζί του ήταν υπέροχη. Συμμετείχα στον χορό, αλλά η σχέση μπήκε στο ψυγείο για ένα μεγάλο διάστημα, καθώς αμέσως μετά ξεκίνησα στο Πορεία τη Φρεναπάτη, που μου έφερε και το Βραβείο Χορν το 2001.

Η Πειραματική Σκηνή του Εθνικού που ανέλαβε ο Λιβαθινός ήταν ένα εργαστήρι και θεατρική ομάδα μαζί, στην οποία συμμετείχα και ως ηθοποιός και ως καθηγητής - μια επτάχρονη ιδανική συνθήκη. Αν μπορούσα κάτι να ονειρευτώ, απλώς συνέβη με τον πιο εύκολο τρόπο: να δουλεύουμε για το θέατρο κάποιοι άνθρωποι μαζί και να πληρωνόμαστε γι’ αυτό από έναν κρατικό θεσμό. Εκεί συνέβησαν πάρα πολύ σημαντικά πράγματα για μένα: ασχοληθήκαμε πολύ με την ελληνική ποίηση, κάνοντας δύο παραστάσεις που ήταν τεράστια εμπειρία, έπαιξα τον ρόλο του Μολιέρου στο έργο του Μπουλγκάκοφ, με το οποίο πήρα και το βραβείο του «Αθηνοράματος». Μετά τον Ηλίθιο με πήρε ο Βογιατζής στην Αντιγόνη του Εθνικού και από εκεί άρχισε μια ιστορία πέντε χρόνων, με το Ύστατο Σήμερα, τον Τόκο, το Θερμοκήπιο, τον Αμφιτρύωνα.

Το θέατρο είναι αναγκαστικά επάγγελμα, αλλά η φύση του είναι αυτή ενός παιχνιδιού. Είναι ευλογία να μπορείς να επιβιώνεις μέσα από αυτό το παιχνίδι. Αυτό δεν συμβαίνει πάντα και, τότε, ή πάει πίσω η επιβίωση

ή το παιχνίδι. Όταν λείπουν η ανάγκη και η όρεξη, που είναι και η ζωογόνος δύναμη για το παιχνίδι, και το αντιμετωπίζεις ως επάγγελμα, τότε γίνεται το χειρότερο επάγγελμα του κόσμου. Αν δεν το αντιμετωπίζεις έτσι, είναι μια ευλογία. Το θέατρο και οι τέχνες λειτουργούν σε αντίξοες συνθήκες, και αυτός είναι ο προορισμός τους. Εάν έχουν κάτι να πουν, θα το πουν τώρα. Τώρα υπάρχουν ο χώρος και το περιβάλλον, η εποχή για να ξαναμπούν τα πράγματα στη θέση τους.

Γιατί το θέατρο και οι τέχνες είναι απόρροια μιας κοινωνικής πραγματικότητας. Όταν αυτή η πραγματικότητα τα θέτει εκτός, τότε κι εκείνα αναγκαστικά θα παρασυρθούν. Τώρα έχει την ευκαιρία να ξεμασκαρευτεί.

Ζούμε μια αδιέξοδη κατάσταση εδώ και πολλά χρόνια. Με το που κορυφώθηκε η οικονομική της πλευρά, ευτυχώς βγήκε στη φόρα όλη η υπόλοιπη σαθρότητα. Η οικονομική ευμάρεια είχε την ικανότητα να τα πετάει όλα κάτω από το χαλί. Δεν γεννήθηκαν τώρα αυτά τα πράγματα, υπήρχαν πάντα. Απλώς καλύπτονταν από μια βιτρίνα. Η αποθήκη ήταν γεμάτη κατσαρίδες και ποντίκια και η βιτρίνα πεντακάθαρη. Τώρα βιτρίνα και αποθήκη έγιναν ένα.

Έτσι ο κόσμος βλέπει και την κουζίνα αυτής της χώρας. Το ήξερε, απλώς δεν ήθελε να βλέπει ότι έτσι ήτανε. Τώρα τα πράγματα θα πάψουν να κρύβονται πίσω από τη βιτρίνα και θ’ αρχίσει να βγαίνει στην επιφάνεια η πραγματικότητα. Κι εκεί, πολλές φορές, θα είναι καλύτερη η γύμνια από ένα καλό κοστούμι που δεν έχεις λεφτά να το αγοράσεις.