Γεννήθηκα στου Μακρυγιάννη κάτω από την Ακρόπολη κι εκεί πέρασα τα παιδικά μου χρόνια. Πήγα νηπιαγωγείο στο Μερόπειο  Ίδρυμα, το οποίο τώρα έχει γίνει γηροκομείο. Οι πρώτες έντονες ενθυμήσεις μου είναι από εκεί, τα παιχνίδια που κάναμε, πώς πέφταμε από τα δέντρα και προσγειωνόμασταν πάνω στα κάγκελα.

Στα οκτώ μου μετακομίσαμε στο Παλαιό Φάληρο γιατί η μαμά μου αγαπούσε τη θάλασσα κι έκτοτε μένω εκεί. Η θάλασσα παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή μου γιατί και η καταγωγή των γονιών μου ήταν νησιώτικη - από την Κρήτη η μητέρα μου και από τις Κυκλάδες ο πατέρας μου. Αγαπώ πολύ το Φάληρο, είναι λιγάκι σαν νησί και μου δίνει την αίσθηση ότι δραπετεύω από την πόλη.

Τα εφηβικά μου χρόνια είναι σημαδεμένα από την ανακάλυψη του χορού στα εντεκάμισι. Με το που μπήκα με τη μαμά μου στη σχολή μπαλέτου άνοιξε για μένα ένας κόσμος ο οποίος με μάγεψε. Ο κόσμος έγινε ξαφνικά από γκρι πολύχρωμος. Τελείωνα το σχολείο στις 2, πήγαινα στο πρώτο μάθημα στις 3 και καθόμουν μέχρι τις 11 το βράδυ. Το μπαλέτο απαιτεί πειθαρχία, όπως πολλά πράγματα. Το θέμα είναι πόσο ερωτευμένος είσαι με κάτι για να μπορέσεις ν’ αντέξεις την οποιαδήποτε πειθαρχία. Γιατί και το θέατρο χρειάζεται τεράστια πειθαρχία. Δεν συμβαίνει αλλιώς.

Συγχρόνως διάβαζα πολύ λογοτεχνία και ελεύθερο χρόνο είχα όταν έκλεινε η σχολή, καλοκαίρια και διακοπές. Η αφοσίωση στον χορό στη δική μου περίπτωση έθεσε κάποια όρια τα οποία με έσωζαν από αυτό το αλλόκοτο πράγμα που είναι η εφηβεία. Δεν ήμουν ένα αποκομμένο παιδί. Είχα παρέες, έβγαινα τα Σάββατα, πήγαινα σε πάρτι, είχα όλες τις ανησυχίες μιας εφήβου, τους πρώτους έρωτες, απλώς λάτρευα τον χορό -τρομερή εμμονή- και αποφάσισα να γίνω χορεύτρια. Στο σχολείο μου άρεσαν και τα Αρχαία και θα ήθελα, αν δεν γινόμουν χορεύτρια, να γινόμουν αρχαιολόγος. Ή νηπιαγωγός.

Όταν έπεφτε στα χέρια μας καμιά βιντεοκασέτα, παρακολουθούσαμε με τις φίλες μου τους μεγάλους Ρώσους χορευτές. Θαύμαζα πάρα πολύ την Ουλάνοβα και τη Μακάροβα. Μπαλέτο είδα στο Ηρώδειο στο παλιό φεστιβάλ που είχε μια αίγλη κι ερχόντουσαν μεγάλα συγκροτήματα. Περιμέναμε να έρθει το καλοκαιράκι να πάρουμε το λεωφορείο να δούμε τα Μπολσόι, τον Μπεζάρ. Ακόμα θυμάμαι έντονα το Μπολερό με τον Χόρχε Ντον, τον Άλβιν  Έιλι, τον Άλβιν Νικολάι, τη Μάρθα Γκράχαμ. Τα βλέπαμε όλα αυτά με τεράστιο ενδιαφέρον . Όταν έγινα επαγγελματίας χορεύτρια επέλεξα τον σύγχρονο χορό, καθώς το σώμα μου ήταν περισσότερο προς τα εκεί, παρόλο που από το μπαλέτο είχα αποκτήσει τρομερή συγκρότηση και τεχνική. Δεν θέλησα να πάω στη Λυρική γιατί με ενδιέφερε να έχω την ελευθερία της επιλογής. Να μπορώ κάθε φορά να επιλέγω μια νέα ομάδα που να αισθάνομαι ότι μου προσφέρει περισσότερα πράγματα, καινούργιους ανθρώπους, καινούργιες χορογραφίες, καινούργιες τεχνικές. Πέρασα απ’ όλες τις ομάδες σύγχρονου χορού της εποχής μου και τέλειωσα την καριέρα μου με το χοροθέατρο Ροές της Σοφίας Σπυράτου.

Είχα κάνει τυχαία τη μικρού μήκους ταινία της Μαρίας Ντούζα Από εδώ και πέρα και ήταν μια θαυμάσια εμπειρία. Καθώς με απασχολούσε τι θα έκανα μετά το τέλος του χορού, αποφάσισα στα 25 μου να τα παρατήσω όλα και να πάω σε δραματική σχολή. Για πολλούς χορευτές το να μεταπηδήσουν στο θέατρο είναι φυσική εξέλιξη, γιατί η σκηνή δεν τους είναι άγνωστη - η επαφή όμως με τον λόγο είναι κάτι εντελώς καινούργιο. Επέλεξα να το διδαχτώ γιατί οι σπουδές σου προσφέρουν ασφάλεια. Χρειαζόμουν την προστασία αυτή. Όχι ότι γίνεσαι καλύτερος, αλλά μπορείς, με ησυχία και χωρίς την αγωνία να αποδείξεις κάτι, να μάθεις.

Με το που μπήκα στο θέατρο, ήξερα ποιον δρόμο ν’ ακολουθήσω και με ποιους ανθρώπους -αν ήταν δυνατόν- να δουλέψω.  Όπως και στον χορό, ήθελα ν’ ασχοληθώ μ’ αυτό όσο πιο ουσιαστικά γινόταν. Δεν με ενδιέφερε να γίνω αναγνωρίσιμη, να βγάλω χρήματα, ν’ ασχοληθώ με την κοσμική πλευρά του επαγγέλματος. Καθόλου δεν με ελκύει αυτή η πλευρά. Έχω κάνει πολλές θυσίες και στον χορό και στο θέατρο, αν και δεν ισχύει η λέξη θυσία. Το μόνο που ισχύει είναι αυτό που θέλεις να κάνεις και το να το αποδεχτείς έτσι ακριβώς όπως είναι. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχω την απαίτηση να αμείβομαι αξιοπρεπώς ή να μην αμείβομαι καν. Απλώς, όταν θέλεις να κάνεις κάτι πολύ, θα πρέπει ν’ αποδεχτείς και τα μειονεκτήματα.

Η «Αίθουσα του Θρόνου» ήταν η πρώτη μου δουλειά ως επαγγελματία, χωρίς να έχω βγει ακόμα στο θέατρο. Είναι μια σειρά για την οποία είμαι πολύ περήφανη καθώς συνεργάστηκα με ανθρώπους από τον χώρο του θεάτρου που έχουν πολύ ισχυρή προσωπικότητα, με τους οποίους δεν θα φανταζόμουν ποτέ ότι θα συνεργαζόμουν. Καθώς η σκηνοθέτις Πηγή Δημητρακοπούλου δούλεψε με εντελώς κινηματογραφικούς όρους, έχει μείνει στη συνείδηση του κόσμου ως μια πολύ καλή δουλειά. Όταν μπήκα μετά από λίγο στο θέατρο, με προστάτευσε η άγνοιά μου και αυτό μου έδινε έναν τεράστιο ενθουσιασμό. Σιγά-σιγά άρχισα ν’ ανακαλύπτω όλα εκείνα που δεν ήξερα και που ήταν τρομακτικά δύσκολα: τα εκφραστικά σου μέσα πώς γίνεσαι ηθοποιός, πώς ν’ ακούς τον εαυτό σου για να διορθώνεις τα ελαττώματά σου. Για να τα δουλέψεις και να τα διορθώσεις -κάθε ηθοποιός έχει συγκεκριμένα ελαττώματα- πρέπει ν’ αποκτήσεις συνείδηση του εαυτού σου. Αυτοπεποίθηση και βεβαιότητα δεν νιώθω να έχω, αλλά καταλαβαίνω πια τι έχω κατακτήσει. Έχω περάσει απ’ όλες τις σκηνές του Εθνικού Θεάτρου, αλλά τα πιο ουσιαστικά μου χρόνια ήταν στην Πειραματική Σκηνή με την ομάδα του Στάθη Λιβαθινού. Υπήρχε μια εποχή που ήμουν σαν κοσμοκαλόγερος. Από το σπίτι στην πρόβα, κλεισμένη ατέλειωτες ώρες, και μετά σπίτι να κοιμηθώ για να ξαναπάω το πρωί και να κάνω το ίδιο.

Δέχτηκα να κάνω τη σκηνή στην Ψυχή στο στόμα γιατί ο Γιάννης Οικονομίδης με έκανε να αισθανθώ ότι μπορούσα να τον εμπιστευτώ. Ούτε φοβήθηκα να το κάνω, ούτε σκέφτηκα το προφίλ μου, γιατί η δουλειά μου δεν χτίστηκε πάνω σ’ αυτό. Στη διαδρομή μου στην τέχνη, στον χορό και στο θέατρο πάντα αναζητούσα αυτό το οποίο δεν θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα έβλεπες σε μένα. Είναι άλλο πράγμα να δίνεις συνεντεύξεις για τη δουλειά σου και άλλο να χρησιμοποιείς τον εαυτό σου για να έχεις δουλειά.

Οι γονείς μου έφυγαν και οι δύο νωρίς, μέσα σ’ έναν χρόνο, από καρκίνο. Ήταν ακριβώς την περίοδο που ξεκίνησα να είμαι ηθοποιός και συγχρόνως μπαινόβγαινα σε νοσοκομεία. Μια μεγάλη αγωνία κι ένα μακρόχρονο πένθος. Πρόλαβαν να με δουν και χάρηκαν. Μας αγαπούσαν πολύ κι εμένα και τον αδελφό μου και δεν μας έφεραν κανένα εμπόδιο στο να γίνουμε ακριβώς αυτό που θέλαμε. Με τον θάνατό τους άρχισα να εκτιμώ περισσότερο το τώρα και να μην περιμένω το μέλλον για να με κάνει ευτυχισμένη. Να εκτιμώ την καθημερινότητά μου.

Η καθημερινότητά μου είναι άμεσα συνδεδεμένη με το θέατρο και τη δουλειά μου. Πιστεύω στη φιλία και την έχω παλέψει πάρα πολύ. Έχω φίλους που τους αγαπώ και που τους δίνω πάρα πολύ χώρο. Μέσα στα χρόνια κάποιες φιλίες είναι κατακτήσεις - και της μιας πλευράς και της άλλης. Αλλά χάθηκαν και φιλίες μέσα στην περιπέτεια της ζωής. Παράλληλα, κάποιες άλλες κερδήθηκαν σε πολύ στέρεο έδαφος. Κάτι που μου έμαθε ένας άνθρωπος που συνάντησα και του είμαι ευγνώμων είναι να διαλέγω μόνη μου τις αυθεντίες.

Μου αρέσει πολύ να ξυπνάω το πρωί και να πίνω καφέ, να διαβάζω τα βιβλία μου, βλέποντας τη θάλασσα που είναι μια ανάσα, να βγάζω το σκυλί μου βόλτα. Δεν παρακολουθώ τον σφυγμό της πόλης με τις απεργίες και τις διαδηλώσεις. Στο κέντρο μπαίνω μόνο για να πάω στη δουλειά μου. Παρ’ όλα αυτά, μ’ αρέσει να κάθομαι στις μικρές οάσεις της Αθήνας, όπως στην πλατεία Καρύτση που λατρεύω ή στην πλατεία Αγίας Ειρήνης. Αγαπάω το κέντρο, τα Εξάρχεια, τα σινεμά του, τα μπαράκια, τα θέατρα. Στο Φάληρο έχεις την αίσθηση ότι ξεπλένεσαι απ’ όλο αυτό που συμβαίνει, κάνοντας μια βόλτα στη θάλασσα. Σαν σε καθαρτήριο. Στην Αθήνα αναζητώ πάντα τις πρώτες μυρωδιές των δένδρων του Μακρυγιάννη.