#quote#Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1946, χρονιά έναρξης του Εμφυλίου, εξού και ο διαρκής εμφύλιος σπαραγμός μέσα μου. Γεννήθηκα όχι απλώς στο κέντρο, αλλά στο κέντρο του κέντρου, στην οδό Κολοκοτρώνη 34. Δεν ήταν τόσο το όνομα (Κολοκοτρώνης) ή ο δρόμος που σημάδεψαν τη ζωή μου, όσο το άγαλμά του, γιατί εκεί, κάθε Κυριακή, με πήγαινε ο πατέρας μου μ’ ένα πράσινο ποδηλατάκι για βόλτα. Έτσι ενισχύθηκαν τα αισθήματά μου προς τα αγάλματα (αργότερα και με την ποιητική συμβολή του Σεφέρη). Αργότερα, έζησα σε πολλά μέρη του κέντρου (Ζωοδόχου Πηγής και, κυρίως, Πλάκα). Όλα αυτά, έως την εφηβεία μου. Από τα 14 και μετά ζω σε προάστια.

 

Το κέντρο μού λείπει. Κάθε φορά που κατεβαίνω, νιώθω απλώς επισκέπτης, οιονεί τουρίστας. Στο κέντρο, «πιο ανθρωπινό και τριμμένο», όπως θα ’λεγε ο Γιώργος Ιωάννου, υπάρχει άλλη συμμετοχή και κοινωνικότητα. Με παρηγορεί, πάντως, ότι θα ξαναγυρίσω εκεί αργά ή γρήγορα (όσο πιο αργά γίνεται, ελπίζω), μια και οι οικογενειακός μας τάφος είναι στο Α’ Νεκροταφείο. Μολονότι έχω τόσες αναμνήσεις από μέρη και περιοχές, οι ήρωες των διηγημάτων μου κινούνται σε περίκλειστα δωμάτια χωρίς προσδιορισμούς, ίσως γιατί μ’ ενδιαφέρει η περιπλάνηση στον χρόνο και όχι στον χώρο.

 

Ο πατέρας μου ήταν έμπορος. Έφτιαχνε γυναικεία καπέλα. Θυμάμαι πάντα την επιγραφή του καταστήματός του σ’ έναν καθρέφτη: «Γυναικείοι πίλοι». Ήταν προμηθευτής της βασιλικής αυλής (κυρίως για τις κυρίες των τιμών) και, βέβαια, βασιλόφρων ο ίδιος.Σ’ ένα κείμενο της Πορσελάνης γράφω: «Αισθάνομαι προϊόν μιας αντίθεσης σχεδόν διαλεκτικής. Αυτό συμβαίνει όταν ένα βασιλόφρον σπερματοζωάριο συναντά ένα ωράριο βαθύτατα βενιζελικό». Εννοούσα, βεβαίως, τη μάνα μου. Λες και με καταδυνάστευσε ο αστεϊσμός του Τσαρούχη «οι γονείς είναι καλό πράγμα, αρκεί να μας εγκαταλείπουν εγκαίρως», έχασα τον πατέρα μου στα 9 και τη μάνα μου στα 23. Η απώλεια του πατέρα μου με επηρέασε καταλυτικά (ίσως γιατί ήταν η πρώτη επαφή με την έννοια «θάνατος»). Τα πρώτα μου ποιήματα ήταν γραμμένα για εκείνον.

 

Στο σπίτι μου δεν βρήκα βιβλία. Θυμάμαι μόνο κάποια λεξικά και την Εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου. Δεν υπήρχε επίσης γραμμόφωνο ή πικάπ. Ξεκίνησα μόνος μου. Κάποιος φίλος της οικογένειας μου χάρισε -δεν θυμάμαι γιατί;- την Τρίτομη Ποιητική Ανθολογία του Μιχάλη Περάνθη.

 

Άρχισα να γράφω στα 12. Το 1961, δεκαπενταετής, εξέδωσα ένα ποιητικό πρωτόλειο με την ενθάρρυνση του Γιάννη Ρίτσου (πολύ αργότερα έμαθα ότι ο γενναιόδωρος Ρίτσος δεν είχε κακό λόγο για κανέναν). Το όνειρο της εφηβείας μου ήταν να γίνω δημοσιογράφος. Δεν μπόρεσα να το πραγματοποιήσω παρά μόνο μερικώς, καθώς τα τελευταία χρόνια αρθρογράφησα συστηματικά στον Τύπο. Αλλά, ξέρεις, οι αρθρογράφοι θεωρούνται «άκαπνοι» δημοσιογράφοι.

 

Σπούδασα νομικά (την αγαπημένη σχολή εκείνων που δεν ξέρουν τι να κάνουν) και είκοσι χρόνων άφραγκος φοιτητής πήγα για χαρτζιλίκι σε διαφημιστική εταιρεία για ένα καλοκαίρι κι έμεινα στη διαφήμιση ισοβίως (δεν υπονοώ ποινή). Έγραφα κείμενα. Η διαφήμιση ήταν πάντα καταφύγιο πολλών συγγραφέων και ένας απ’ αυτούς, ο Νίκος Πολίτης -εξαιρετικός, αλλά σήμερα λησμονημένος- με κάλεσε το 1968 για μια συνέντευξη για πρόσληψη σε άλλη εταιρεία. Ευφυέστατος, χαριτωμένος, αλλά είρων και ενίοτε σκληρός, με το που κάθισα μ’ έπιασε απ’ τα μούτρα: «Α, εσείς οι νέοι όλο φωνάζετε και διαμαρτύρεστε. Τι έχετε ζήσει για να διαμαρτύρεστε; Εμείς ζήσαμε τη δικτατορία του Μεταξά, τον πόλεμο, την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τη Χούντα των Συνταγματαρχών. Εσείς τι έχετε ζήσει;». Ήμουν τρακαρισμένος, αλλά είχα και το θράσος των 22 χρόνων. «Κάτι χειρότερο», του απάντησα. «Τη Χούντα των Συνταγματαρχών, χωρίς να έχουμε γνωρίσει τίποτε άλλο». Δεν έκανε καμία άλλη ερώτηση. Με προσέλαβε. Κι εμένα μου αρέσει η ευφυής αυθάδεια στους νέους. Την εκτιμώ και την επιβραβεύω, όπου μπορώ.

 

Η διαφήμιση, αν ξέρεις να τη διαχειριστείς σωστά, βοηθά τον συγγραφέα. Χιλιάδες κείμενα, τριβή με τις λέξεις, σφιχτοί ρυθμοί, λακωνικότητα, γράψε-σβήσε, σαν την ορθοφωνία των ηθοποιών ή το ζέσταμα των αθλητών. Παραπλάνηση; Ασφαλώς εμφανίζεται, ειδικά σε κακές διαφημίσεις (στις πολιτικές, σχεδόν πάντα). Αλλά, μήπως δεν υπάρχει και στη λογοτεχνία, στην τέχνη;

 

Η διαφήμιση, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι τέχνη, όσο κι αν θέλουν να την ονομάζουν κάποιοι έτσι. Στην καλύτερη περίπτωση δημιουργεί ιδιοκατασκευάσματα καλλιτεχνημάτων, είναι ένα fast food της τέχνης. Ενίοτε,όμως, επηρεάζει την τέχνη, δίνει ερεθίσματα.

 

Μολονότι πάντα προσπαθούσα να διαχωρίζω τις ιδιότητες, υπάρχει μια περίπτωση που χρησιμοποίησα τη λογοτεχνία ως πηγή έμπνευσης για τη διαφήμιση. Έκανα κάποτε μια καρτουνίστικη ταινία για μωροπάνα. Είχε τη λέξη «ΜΩΡΟ» σε όλη την οθόνη και κάτω από το ωμέγα έμπαινε μια πάνα και το κάλυπτε, σαν να ήταν ο ποπός ενός μωρού. Ομολογώ ότι το σκέφτηκα με αφορμή τους στίχους του αγαπημένου μου Ντίνου Χριστιανόπουλου: «Μην καταργείτε την υπογεγραμμένη / ιδίως κάτω από το ωμέγα / είναι κρίμα να εκλείψει / η πιο μικρή ασέλγεια / του αλφαβήτου μας».

 

Στη μουσική με μύησε ο παιδικός μου φίλος και διάσημος σήμερα συνθέτης, Γιώργος Απέργης. Είχε ο ίδιος μεγάλη δισκοθήκη, έπαιζε, βεβαίως, πιάνο και θυμάμαι ώρες επί ωρών ακροάσεις και συζητήσεις στο σπίτι του. Σ’ αυτόν οφείλω το βάπτισμα του πυρός. Ο πρώτος δίσκος που αγόρασα ήταν οι «Πέντε ουγγρικοί χοροί» του Μπραμς, με την Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας και τον Ευγένιο Όρμαντι.

 

Έγραψα συστηματικά για τη μουσική, χωρίς να ξέρω ούτε μία νότα, κι έγραψα συστηματικά για τη γαστρονομία, χωρίς να ξέρω να μαγειρεύω! Και στις δυο περιπτώσεις η ενασχόλησή μου ήταν προσχηματική. Θέλησα να μιλήσω για πράγματα που είναι πίσω από το αντικείμενο. Τις συγκινήσεις και τις μνήμες του ακροατή, την πνευματικότητα και την κοινωνικότητα της γεύσης. Βλέπεις, για ν’ απαντήσω στο ερώτημά σου, είμαι περισσότερο βουλιμικός της γραφής και όχι της τροφής.

 

Είμαι παραγωγός στο Τρίτο Πρόγραμμα εδώ και δέκα περίπου χρόνια. Το οφείλω στον Δημήτρη Παπαδημητρίου. Αγαπώ το ραδιόφωνο. Ξέρω καλά την τεχνική και τα τερτίπια του γιατί ευτύχησα να μαθητεύσω στον σκηνοθέτη Γιώργο Θεοδοσιάδη. Στο ραδιόφωνο με γοητεύει το μη προσωπικό, αλλά όχι απρόσωπο, της φωνής. Με γοητεύει η διαδικασία στην οποία το ελλείπον στοιχείο το αναπληρώνει η προσθετική φαντασία του ακροατή. Μιλάς σε εκατομμύρια, αλλά απευθύνεσαι σε έναν.

 

Με ρωτάς για την πολιτική κατάσταση. Τελώ -όπως οι περισσότεροι Έλληνες- εν συγχύσει. Όχι, όμως, αθώος (κανείς δεν είναι αθώος), αλλά ένοχος (στον βαθμό που μου αναλογεί).

Ξαναθυμάμαι μια φράση παλιά του Ιγνάτιου Σιλόνε (ο συγγραφέας της Σχολής των Δικτατόρων) που παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρη εις τα καθ’ ημάς: «Η παρακμή χτυπάει το ίδιο, τόσο την κυρίαρχη τάξη όσο και τις αντίθετες προς αυτήν δυνάμεις».

 

Καθώς μιλάμε σε ώρα ανοιξιάτικη απογευματινή, με ωραίο, άπλετο φως, θυμήθηκα πως οι δικές μου ώρες είναι πάντα βραδινές. Γράφω πάντα βράδυ, με την παρηγορητική καθοδήγηση μιας λάμπας - ίσως γιατί είναι το φως που μου ρίχνει ο ψυχαναλυτής εαυτός μου.

 

Τις «λατρευτικές μου ανάγκες» τις καλύπτει ο Παναθηναϊκός (τι Αθηναίος θα ήμουν;). Κλέβω την έκφραση από τον αιώνιο αντίπαλό μου αλλά και αιώνιο φίλο μου, Αχιλλέα Κυριακίδη. Είμαι Παναθηναϊκός από τα δέκα μου χρόνια. Πριν, πιτσιρίκος, ήμουν Απόλλων Αθηνών. Λέγαμε τότε πως, για ν’ αλλάξεις ομάδα, έπρεπε να πλύνεις τα χέρια σου με λάδι. Το έκανα και άλλαξα ομάδα. Αναρωτιέμαι σήμερα με πόσο λάδι πρέπει να πλύνουμε τα χέρια μας για ν’ αλλάξουμε Ελλάδα…

 

Η αγάπη μου για την Ελλάδα είναι πρωτίστως η αγάπη μου για την ελληνική γλώσσα - ειδικά όταν δεν την μιλούν ορισμένοι Έλληνες. Για να τελειώσω από εκεί που αρχίσαμε, αγαπώ την Αθήνα αν και -με εξαίρεση κάποια μαγικά τοπία της ψυχής- είναι άσχημη πόλη. Με παρηγορεί η φράση της γυναίκας μου: «Είναι εύκολο ν’ αγαπάμε τις όμορφες πόλεις». Για τη γυναίκα μου έγραψα κάποτε τον στίχο: «Σ’ αγαπώ χωρίς βάσιμο λόγο». Ισχύει πάντα. Ξεκινά από τον αφορισμό του Μπρακ: «Έρωτας είναι ό,τι αγαπάμε χωρίς βάσιμο λόγο».