Αν ο Στάθης Λιβαθινός πίστευε πάντα πως ο Ντοστογιέφσκι ήταν συγγραφέας για όλες τις εποχές, σε μια βόλτα του στα Εξάρχεια ένιωσε πως ο μεγάλος Ρώσος είναι πολίτης της εξαγριωμένης και μηδενιστικής Ελλάδας του σήμερα. Δέχτηκε άγρια επίθεση από δύο νεαρούς πού, όπως λέει, «με πήρανε για κάποιο γνωστό δημοσιογράφο». Είναι αλήθεια ότι του μοιάζει. Αμύνθηκε, ούρλιαξε, είπε ότι είναι άνθρωπος του θεάτρου. Όταν κατάλαβαν το λάθος τους, οι «συμπαθέστατοι, σαν φοιτητές, 25χρονοι» το έβαλαν στα πόδια. «Ο ένας μου είπε με ύφος Σταυρόγκιν: συγγνώμη, ρε φίλε, έχεις δίκιο, σε βαρέσαμε κατά λάθος. Τότε πείστηκα ότι δεν είναι λάθος εποχή να ξανανεβάσω τον Ηλίθιο. Έναν Ηλίθιο, όμως, στην εποχή των Δαιμόνων». Η θρυλική εξάωρη παράστασή του στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού που παίχτηκε για δυο συνεχείς σεζόν (2006 και 2007), με τα εισιτήρια να πουλιούνται σχεδόν στη μαύρη αγορά, θα επαναληφθεί από τις 19 Απριλίου στο Ακροπόλ. Θα μπορούσε κάποιος να σχολιάσει κακόπιστα ότι ήταν η τέλεια λύση για εποχή κρίσης: ένα θέαμα έτοιμο και με τεράστια φήμη, που δεν έκλεισε τον κύκλο του. «Μόνο εύκολη λύση δεν ήταν», αντιλέγει ο Λιβαθινός. «Όλα έπρεπε να ανακαλυφθούν από την αρχή, άλλαξαν πολλά, η παράσταση αναπνέει διαφορετικά, είναι και ο χώρος μεγαλύτερος». Θα είναι, πάντως, αφιερωμένη στον Νίκο Κούρκουλο, τον άνθρωπο που τη στήριξε από τη θέση του διευθυντή του Εθνικού. Και στην πλατεία θα υπάρχουν «δυο θέσεις κενές» για τους νεαρούς από τα Εξάρχεια. Δεν είναι θυμωμένος μαζί τους ο Λιβαθινός. «Η βία γύρω μας με θλίβει. Είμαστε στο έλεος εξήντα ανθρώπων, οι τριάντα μας τρομοκρατούν το πρωί, οι άλλοι τριάντα το βράδυ. Αλλά ενδιάμεσα πάλλεται μια τεράστια βουβή μειονότητα, που στέλνει τα παιδιά της στο σχολείο, πηγαίνει στη δουλειά, διαβάζει βιβλία, έρχεται στο θέατρο. Από αυτούς θα προέλθει μια τεράστια αλλαγή. Ήδη ο κόσμος μπαΐλντισε από την ξεπερασμένη κοινοτοπία της σπασμένης βιτρίνας». Έχει έναν δικό του, μάλλον μοναχικό τρόπο να συνομιλεί με την εποχή. Είναι ένας σκηνοθέτης, που υποστηρίζει πως «σπάνια βρίσκω πράγματα που να με συγκινούν στο σύγχρονο θέατρο». Από έναν μοντέρνο Ρώσο ή Αμερικανό συγγραφέα θα διάλεγε τον... Πούσκιν. Για να μιλήσει για το πρόβλημα της δημοκρατίας και το καινούργιο ελληνικό σπορ που λέγεται «Είναι πολιτικός; Πάρτε του το κεφάλι» εγκαινίασε πέρυσι τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών με τον Θάνατο του Δαντόν. Φέτος, πέρασε τον φλεγόμενο και καταθλιπτικό αθηναϊκό χειμώνα παρέα με τη Φόνισσα και τον Ερωτόκριτο. «Υπάρχουν άλλες τέχνες που μπορούν ν’ ανταποκριθούν πιο άμεσα στην κρίση», λέει. «Δεν είναι αυτή η δουλειά του θεάτρου. Η απάντησή του οφείλει να είναι έξυπνα βραδυφλεγής. Έργα γραμμένα πριν από 400 χρόνια έχουν πολύ περισσότερα να μας πουν σήμερα από ένα δημοσιογραφικό θεατρικό έργο». Ο Ηλίθιος, για παράδειγμα, πιστεύει ότι «θα είχε λόγο να παίζεται άλλα είκοσι χρόνια για τη θεματολογία του και μόνο: τι σημαίνει αθωότητα, πού βρίσκεται η ομορφιά, πώς συναντιούνται οι άνθρωποι μαζί της και πώς την αντιμετωπίζουν, τι είναι η πίστη, ο πλούτος…». Για τον ίδιο, όμως, και την πιστή του ομάδα από τα χρόνια της Πειραματικής του Εθνικού ο Ντοστογιέφσκι και ο Κορνάρος είναι κάτι παραπάνω από τα θέματά τους. «Η λογοτεχνία στην οποία απευθύνομαι κατά καιρούς με ενδιαφέρει ως πείραμα για ένα είδος αφηγηματικού θεάτρου με τεράστιες απαιτήσεις από σκηνοθέτη και ηθοποιούς». Πείραμα; Ναι, κι ας τον ενοχλεί και τον κάνει τόσο αυστηρό η λέξη «πρωτοπορία». «Πιστεύω ότι ένα προχωρημένο θέατρο πρέπει να μιλάει με την πιο απλή γλώσσα στον κόσμο, όχι απλώς να κάνει πράγματα που ξενίζουν, για να θαυμάζουμε πόσο ατέλειωτη εγκεφαλική ουσία έχει ο σκηνοθέτης», λέει. «Είναι τυχαίο ότι ο Πίτερ Μπρουκ ανήκει ακόμα στους γκουρού της πρωτοπορίας; Δείτε, όμως, πόσο απλές και διαφανείς είναι οι παραστάσεις του. Γιατί κάνει την πιο δύσκολη αλλά και δημοκρατική θεατρική πράξη: λέει μια ιστορία, ένα παραμύθι. Βλέπω σε παραστάσεις πολλές ιδέες, αλλά το ποιος, το πού, το γιατί και το πώς δεν το καταλαβαίνω. Πιστέψτε με, δεν είναι καθόλου εύκολο πράγμα». Η λέξη «γκουρού» έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές και για τον ίδιο. Γελάει. «Το να έχεις θεατρική οικογένεια δεν είναι απλή υπόθεση. Όλοι αλλάζουμε, και εγώ και οι ηθοποιοί μου. Πρέπει κάθε φορά να τους πείθω από την αρχή, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Ούτε έχω κάποιο σκηνοθετικό πασπαρτού. Μόνο μάτια ανοιχτά στο καινούργιο».
Σχέδια μετά τον Ηλίθιο δεν έχει. Μόνο όνειρα για μια καλύτερη θεατρική παιδεία. Παιδεία, γενικότερα. Για τους νεαρούς, που του επιτέθηκαν στα Εξάρχεια, ξέρει ποιοι φταίνε. «Οι γονείς και οι δάσκαλοι», λέει .«Το είδα στο βλέμμα τους. Παιδιά που τα έστειλαν να δουν τηλεόραση, που δεν τους είπαν παραμύθια, για τον Παπαδιαμάντη και τον Σαίξπηρ και πού είναι το Εθνικό Θέατρο. Παιδιά που τα άφησαν έρμαια. Τώρα θερίζουμε ό,τι σπείραμε. Λέει κάπου ο Γκόγκολ: “Mην γκρινιάζεις στον καθρέφτη, αν η μούρη σου είναι στραβή”. Νομίζω ότι είναι η φράση της εποχής μας».

 

_____________

 

Το άρθρο της Βένας Γεωργακοπούλου προκάλεσε και το ακόλουθο σχόλιο του Πάσχου Μανδραβέλη στην Καθημερινή της Παρασκευής:

 

Η στοχοποίηση των αθώων
 
Tου Πασχου Μανδραβελη
 
 
 

Τελικώς από την «αγανάκτηση» δεν κινδυνεύουν μόνο οι πολιτικοί, οι οποίοι εξ ορισμού πλέον είναι «εχθροί του λαού». Δεν κινδυνεύουν μόνο δημοσιογράφοι από τις αστειότητες που θέλουν να περνιούνται για αστειάκια. Κινδυνεύουν και όσοι τούς μοιάζουν· όχι ιδεολογικά, αλλά φατσικά. Ενας τέτοιος είναι και ο σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός, ο οποίος ένιωσε στο πετσί του τον φασισμό των «Αγανακτισμένων». Οπως γράφει η κ. Βένα Γεωργακοπούλου (Lifo, 4.4.2012), ο σκηνοθέτης «δέχτηκε άγρια επίθεση από δύο νεαρούς που, όπως λέει, “με πήρανε για κάποιο γνωστό δημοσιογράφο”. Αμύνθηκε, ούρλιαξε, είπε ότι είναι άνθρωπος του θεάτρου. Οταν κατάλαβαν το λάθος τους, οι “συμπαθέστατοι, σαν φοιτητές, 25χρονοι” το έβαλαν στα πόδια. “Ο ένας μού είπε με ύφος Σταυρόγκιν: συγγνώμη, ρε φίλε, έχεις δίκιο, σε βαρέσαμε κατά λάθος”».

Η αλήθεια είναι πως ο γνωστός (στους εγγράμματους, μόνο) σκηνοθέτης μοιάζει με κάποιον δημοσιογράφο που διάφοροι της Προόδου και ακόμη αριστερότερα έχουν στοχοποιήσει στους δικτυακούς τους τόπους. Τον αναφέρουν ως «ρουφιάνο», «παπαγαλάκι» και άλλα συναφή ακροαριστερά. Ετσι καλλιέργησαν το κλίμα ώστε οι «συμπαθέστατοι, σαν φοιτητές, 25χρονοι» να κάνουν τα υπόλοιπα· να γίνουν, δηλαδή, χουλιγκάνοι στο όνομα της «επανάστασης». Ετρεξαν να δείρουν έναν άνθρωπο –όχι αθώο, γιατί και ο δημοσιογράφος είναι αθώος για όσα γράφει– αλλά παντελώς άσχετο. Η τύφλωση της αγανάκτησης προχωράει και όποιον πάρει ο χάρος.

Ο κύκλος των «ενόχων» που πρέπει να ματώσουν διαρκώς διευρύνεται. Πρώτα ήταν οι πολιτικοί· παλιοί και νέοι, που έχουν δύο χρόνια στη Βουλή. Μετά συμπεριελήφθησαν οι δημοσιογράφοι. Τώρα κινδυνεύουν και όσοι τους μοιάζουν. Σε λίγο, «ύποπτος αντιεπαναστατικής αντίληψης» θα είναι κάθε πολίτης της χώρας. Δυστυχώς, η χώρα ζει ένα ατύχημα εν εξελίξει. Η κρίση έβγαλε στην επιφάνεια όλες τις παθογένειες που χρόνια καλλιεργούνταν· αλλά τις έβγαλε με την πιο απεχθή τους μορφή. Η βία έγινε καθημερινότητα, όχι μόνο πέριξ των διαδηλώσεων, όπου πενήντα με εκατό χουλιγκάνοι καταστρέφουν κάθε λίγο και λιγάκι το κέντρο, αλλά και στις γειτονιές ή στις συναυλίες. Οπως έγινε με τον λαϊκισμό, η Αριστερά καλλιέργησε την αναγκαιότητα της βίας, αλλά η Ακροδεξιά θα τη χρησιμοποιήσει αποτελεσματικότερα.

Παρά την «αγανάκτηση» που ένιωσε στο πετσί του, ο κ. Λιβαθινός παραμένει αισιόδοξος. «Η βία γύρω μας με θλίβει. Είμαστε στο έλεος εξήντα ανθρώπων, οι τριάντα μάς τρομοκρατούν το πρωί, οι άλλοι τριάντα το βράδυ. Αλλά ενδιάμεσα πάλλεται μια τεράστια βουβή μειονότητα, που στέλνει τα παιδιά της στο σχολείο, πηγαίνει στη δουλειά, διαβάζει βιβλία, έρχεται στο θέατρο. Από αυτούς θα προέλθει μια τεράστια αλλαγή. Ηδη ο κόσμος μπαΐλντισε από την ξεπερασμένη κοινοτοπία της σπασμένης βιτρίνας».

Εχει και μια καλή εξήγηση για όσα ζούμε: Για τους νεαρούς, που του επιτέθηκαν στα Εξάρχεια, ξέρει ποιοι φταίνε. «Οι γονείς και οι δάσκαλοι», λέει .«Το είδα στο βλέμμα τους. Παιδιά που τα έστειλαν να δουν τηλεόραση, που δεν τους είπαν παραμύθια, για τον Παπαδιαμάντη και τον Σαίξπηρ και πού είναι το Εθνικό Θέατρο. Παιδιά που τα άφησαν έρμαια. Τώρα θερίζουμε ό,τι σπείραμε. Λέει κάπου ο Γκόγκολ: “Mην γκρινιάζεις στον καθρέφτη, αν η μούρη σου είναι στραβή”. Νομίζω ότι είναι η φράση της εποχής μας».