Για τον Θωμά Γκόρπα, που μ’ άνοιξε τα μάτια...

 

 

Το ξενοδοχείο Μπάγκειον, επί της πλατείας Ομονοίας, στο νο18, ήταν έργο του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλερ και χτίστηκε την περίοδο 1889-1894, εκεί που πριν βρισκόταν το θέατρο του θιασάρχη… θιάσου σκύλων Μιχάλη Αρνιωτάκη.
Το ξενοδοχείο Μπάγκειον, επί της πλατείας Ομονοίας, στο νο18, ήταν έργο του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλερ και χτίστηκε την περίοδο 1889-1894, εκεί που πριν βρισκόταν το θέατρο του θιασάρχη… θιάσου σκύλων Μιχάλη Αρνιωτάκη.

 

Στην πλατεία Ομονοίας κυκλοφορούν πολλά φαντάσματα - και δεν εννοώ τα ζόμπι συμπολίτες μας που κατασπαράζουν ανελέητα τις σάρκες τους, ξεχασμένοι από θεούς και διαβόλους, τραγικοί δραπέτες από ταινία του Ρομέρο. Οι ραγιάδες, βέβαια, διαφωνούν. Όπως, άλλωστε, διαφωνούσαν και δεκαετίες πριν. Κουκουλώνοντας την πνευματική ιστορία του τόπου με πάχνη καθωσπρεπισμού, επιτροπές του υπουργείου Παιδείας, αποσπάσεις στο Δημόσιο, διπλωμάτες πρώτης γραμμής, πανεπιστημιακές καμαριέρες και χαρτογιακάδες «των γραμμάτων και των τεχνών». Κι όμως, επειδή υπάρχει ακόμα η αόρατη γραμμή που συνδέει το βίωμα με το αδύνατο και την υπόσταση με τη φαντασίωση, εδώ, σήμερα, στην πλατεία Ομονοίας, κυκλοφορούν αλλόκοτα πλάσματα που κρατούν το νήμα του ελληνικού μοντερνισμού, ένα σχοινί που φτάνει υπόγεια μέχρις τις μέρες μας. Παλαιότερα τα παιδιά έπαιζαν ένα παιχνίδι που εκνεύριζε τους ενήλικους οδηγούς. Σε έναν αφώτιστο δρόμο χωριζόντουσαν σε δύο ομάδες εκατέρωθεν της ασφάλτου κι έκαναν πως τραβούν ένα σχοινί, πανικοβάλλοντας τους ανυποψίαστους διερχόμενους οδηγούς. Ακόμα, λοιπόν, όλοι σκοντάφτουμε σε αυτό το αόρατο σχοινί που δεν φαίνεται, αλλά υπάρχει. 

 

 
 

 

Έξω από το ξενοδοχείο Μπάγκειον, πλατεία Ομονοίας 18 & Αθηνάς

Το ξενοδοχείο Μπάγκειον, επί της πλατείας Ομονοίας, στο νο18, ήταν έργο του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλερ και χτίστηκε την περίοδο 1889-1894, εκεί που πριν βρισκόταν το θέατρο του θιασάρχη… θιάσου σκύλων Μιχάλη Αρνιωτάκη. Στο υπόγειό του έμελλε να γραφτεί η ανείπωτη ιστορία των ωραίων και καταραμένων της ελληνικής λογοτεχνίας που, σαν συνειδητά τετελεσμένοι, τράβηξαν με ενατένιση κι ευχαρίστηση, θριαμβευτικά θα πρόσθετα, την απόλυτη κατηφόρα της ζωής τη δεκαετία του ’20. Εκεί, άλλωστε, λέγεται πως ηχογραφήθηκε -φωνογραφήθηκε, για να είμαι ακριβής- το πρώτο τραγούδι με μπουζούκι στην ελληνική δισκογραφία. Ήταν το «Καραντουζένι» του Μάρκου Βαμβακάρη. «Έπρεπε να ‘ρχόσουνα μάγκα / μες τον τεκέ μας / και ν’ άκουγες τον μπαγλαμά / και τις διπλοπενιές μας». Στο υπόγειο λουκουματζίδικο του Μπάγκειον. Φυματίωση και αφροδίσια, πνευματικά νοσήματα, ένδεια, ποτό, χασίς και όπιο, καταδικασμένες σχέσεις του αγοραίου έρωτα και μεγάλα πάθη για τα γράμματα και την πατρίδα. Πόρνες, τεκνά και διανοούμενοι του δρόμου -τότε τους λέγανε «μποέμ»-, σε μια παρτίδα με προκαθορισμένο τέλος. Μια αλλόκοτη φάρα ανθρώπων που, κόντρα σε όλες τις συνθήκες -κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές-, τραβούσαν τη δική τους κάθοδο σε μια αλήθεια που ακόμα μας διαφεύγει, σαν ανεκπλήρωτος έρωτας. 

 

«Κάτω απ’ τα τόξα του υπογείου με τις τεφρές σκιές των / και μες στην κούφια ατμόσφαιρα που μια σιγή αντηχεί / της Κοινωνίας οι άχρηστοι κηφήνες, μοναχοί / στο περιθώριον της ζωής διαγράφουν τις τροχιές των». Αυτά έγραφε στο ομότιτλο ποίημά του ο Ορέστης Λάσκος, τότε, νεαρός θαμώνας -«νέος ποιητής στο υπόγειο ζαχαροπλαστείο»- και μετέπειτα σπουδαίος κινηματογραφικός σκηνοθέτης.

 

Δεν τους γνωρίζει η «Μπάγκειος Επιτροπή» -κι όμως, υπάρχει ακόμη- που δίνει μέχρι σήμερα υποτροφίες στο όνομα του Τσίλερ. Προσποιείται πως δεν τους γνωρίζει το φιλολογικό κατεστημένο της εποχής μας, μνημονιακό και μη. Ούτε, βέβαια, οι απερχόμενοι χαρτογιακάδες. Κι έχουν πεθάνει πλέον ο Θωμάς Γκόρπας και ο Λεωνίδας Χρηστάκης για να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους. Υπάρχουν, βέβαια, οι ραγιάδες. 

 

Κι όμως, οι διανοούμενοι από το Μπάγκειον ακόμη κυκλοφορούν ανάμεσά μας, έστω κι αν δεν τους αναγνωρίζουμε. Μαζί τους και το γκαρσόνι. Τον έλεγαν Γιάννη. Αγνώστων λοιπών στοιχείων.

Ποιοι ήταν; Πού είναι;

 

Ήταν εκεί, στο φουαγέ του ξενοδοχείου, πυλωροί ενός αγοραίου πολιτισμού σε βρόμικο, ζεματιστό λάδι που έκαψε το κοινωνικό μας «εθνικό» DNA, αφήνοντας στο υποσυνείδητο μαύρες τρύπες εξερεύνησης. Και ανάγνωσης. Ίσως και κάθαρσης. Από τα πλουμιστά φιλολογικά στολίδια των μετρίων. Και τις πολιτικές τους.

 

Ένα επίγραμμα του Στέφανο Μπολέτσι (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του σατυρικού λυπημένου ποιητή Στέφανου Μπολέτση): «Με φωνές δυνατές συζητούνε / για την τέχνη, δυο τρεις νεογνοί / μα την πίστη μου, είναι αγνοί / και την τέχνη πονούνε / Βλέποντάς τους μονάχα φοβούμαι / με του λόγου την έξαψη, εκεί / καθώς είναι κι οι τρεις νηστικοί / μην τυχόν φαγωθούνε».

 

Συναντούσες εκεί αταξινόμητους ανθρώπους, όπως ο Μήτσος Παπανικολάου, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Τέλλος Άγρας, που ντρεπόταν λίγο μέσα στην τσικνίλα, έναν νεαρό που τον έλεγαν Ρίτσο, συφιλιδικές πόρνες, παράνομους κομμουνιστές, νταβατζήδες, χασικλήδες, τον Μάρκο Βαμβακάρη. Ο Νίκος Σαράβας, «ο πρώτος ίσως έλληνας σουρεαλιστής πεζογράφος», καθώς τον έλεγε ο Εμπειρίκος προτού εξαφανιστεί στο Άγιον  Όρος. Ο θνησιγενής νεαρός ποιητής Μίνος Ζώτος (1905-1932) μέσα στον αυτοσαρκασμό και το αψέντι. «Ν’ αποξεχνιέμαι / κι ώρες να σε κοιτάζω εκστατικός / σε μύρο, σε αύρα, σε όνειρο, σε φως / να πνέω και να διαλυέμαι / Να μην ταράσσει / την αίσθησή μου, ουδόσο φύλλων θρος / τα ησυχασμένα δάση». Ο Ντόλης Νίκβας που σπατάλησε τη ζωή του στην κραιπάλη. Γιώργος Κοτζιούλας, Γιώργος Δενδρινός, Θέμος Κορνάρος και άλλοι ακόμη, πολλοί από αυτούς αγνοούμενοι, μη καταγεγραμμένοι και, φυσικά, απόντες από ανθολογίες.

 

Εδώ βρίσκεται το καταραμένο απόθεμα των ελληνικών γραμμάτων.

 

Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο αιρετικός Νίκος Βέλμος. Όπως έγραφε ο Θωμάς Γκόρπας «είχε ζωή τρικυμιώδη και καταραμένη, ζωή αλήτη (απ’ τα 12 χρόνια του) και μουσόπληκτου, μουσηγέτη και αναρχικού επαναστάτη. Αυτός ο ασπούδαχτος με όψη Μετόβεν, αυτός ο ιδιοφυής με τα μεγάλα πάθη, ναρκωτικά και Σαίξπηρ, έρωτας και λαϊκή τέχνη...». Κάθε Σάββατο βράδυ, από το 1927 μέχρι το 1929, εκδίδει το φυλλάδιο «Φραγγέλιο» και το διανέμει μόνος, αρχίζοντας πάντα από τους θαμώνες στο Μπάγκειον.

Όταν, λοιπόν, μου ξαναπείς να πάμε για εφημερίδες στην Ομόνοια, ξέρεις πού θα με βρεις.