Περίπου είκοσι πέντε μονολόγοι παρουσιάζονται αυτή την περίοδο στην Αθήνα - υπερβολικά πολλοί, αν δεχτούμε ότι η ερμηνεία ενός μονολόγου είναι κατεξοχήν μία κατάθεση (ή/και επίδειξη) υποκριτικής virtuosite, πολύτιμο απόσταγμα μιας ζωής γεμάτης θέατρο και ρόλους. Μόνο που πια μονόλογος σημαίνει «παράσταση ελάχιστου κόστους», που επιτρέπει σ’ έναν ηθοποιό να εκφραστεί μέσα από την τέχνη του με ευελιξία ως προς τους πρακτικούς όρους. Του επιτρέπει, ακόμη, σε δύσκολους καιρούς, όχι μόνο να διεκδικήσει τη θέση του στη θεατρική αγορά αλλά και να εργαστεί, επενδύοντας στη σχέση του με το κοινό. Διότι ο μονόλογος είναι μια κατεξοχήν προσωπική μορφή έκφρασης και ως εκ τούτου αποβλέπει σε μια κατά το δυνατόν προσωπική σχέση με τους θεατές.

Δεν μπορώ να πω αν είναι υπερβολή ή πλούτος η πληθώρα των μονολογικών παραστάσεων που προσφέρονται, δεδομένων όλων αυτών των τρομακτικών που συμβαίνουν γύρω μας. Μάλλον ισχύουν και τα δύο. Γιατί κάποιες απ’ αυτές, με τον εξομολογητικό χαρακτήρα τους και την πυρέσσουσα εμπλοκή και έκθεση του ερμηνευτή, λειτουργούν σαν πρόσκληση κατάδυσης στα πιο βαθιά και αληθινά - κι αυτό μόνο ως προσφορά, ως δώρο μπορώ να το δω.

Έπειτα, δεν είναι πλούτος αυτή η ποικιλία υποκριτικής «συμπεριφοράς»; Από το Μαράν Αθά, ερμηνευτικό άθλο του μυθιστορήματος του Θωμά Ψύρρα από τη Γιασεμή Κηλαηδόνη (που συνεχίζεται για τρίτη σεζόν στο θέατρο Μεταξουργείο) έως τις καινούργιες μονολογικές παραστάσεις της Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου (Ελένη ή Ο Κανένας, στο θέατρο Άνεσις, σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη) και της Σοφίας Φιλιππίδου (Έκτη Καρυάτιδα, στο θέατρο Άλφα, σε σκηνοθεσία Κώστα Τσόκλη), η ιδιοσυγκρασία της κάθε ηθοποιού, οι υποκριτικές αρετές και η ιδιαίτερη διαδρομή καθεμίας, σε συνάρτηση πάντα με τις ειδικές ποιότητες του κάθε κείμενου, διαφοροποιούν εντυπωσιακά τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ σκηνής και πλατείας.

Δείτε, ας πούμε, πόσο διαφορετικά λειτουργούν επί σκηνής δύο πολύ καλές ηθοποιοί, η Φιλιππίδου και η Σακελλαροπούλου. Η πρώτη, έτοιμη εδώ και καιρό για αρχαία τραγωδία και Σαίξπηρ, με το πλαστικό ταλέντο της μετακινείται από το δραματικό στο κωμικό ύφος τόσο ανεπαίσθητα, ώστε να αποδεικνύει κάθε στιγμή τη άρρηκτη σχέση τραγωδίας-κωμωδίας. Ο άνθρωπος διεκδικεί το άπαν για να καταλήξει στο τίποτα της ύπαρξης κι αυτή η θεμελιώδης αναίρεση του ενός από το άλλο είναι εξίσου μεγαλειώδης όσο και γελοία.

Η γυναίκα που υποδύεται η Φιλιππίδου πέρασε τη ζωή της, ξεναγώντας Γάλλους στα αρχαιολογικά μνημεία της Αττικής και της Αργολίδας. Ζει σ’ ένα παλιό σπίτι στη σκιά της Ακρόπολης, που τώρα οφείλει να εγκαταλείψει για να οικοδομηθεί το νέο μουσείο. Μονολογεί απελπισμένη, σε μια καταβύθιση σε μικρές και μεγαλύτερες στιγμές της ζωής της. Τα αρχαιολογικά ερείπια ταυτίζονται τελικά με το ρημάδι της προσωπικής ζωής της κι η ίδια γίνεται η έκτη Καρυάτιδα, η βιαίως αποσπασμένη από το σπίτι της (το Ερέχθειο) και την οικογένειά της (τις άλλες Καρυάτιδες), ξένη και μόνη διά παντός. Η ρήξη είναι αμετάκλητη και η επιστροφή αδύνατη.   

Ο μονόλογος των αδελφών Κούφαλη λειτουργεί ως ένα πλούσιο πεδίο συσχετίσεων: ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, αλωμένος από τη νυν αντιμετώπισή του ως βασικής τουριστικής ατραξιόν, η ζωή μας αλωμένη από αντίστοιχες αγοραίες κοσμοθεωρίες. Η σχέση της ηρωίδας με τη Γουίνι από τις Ευτυχισμένες Μέρες του Μπέκετ είναι ευδιάκριτη και η δομή της καθ’ όλα ενδιαφέρουσα. Δεν λείπουν κάποια αδύναμα σημεία -όπως ο νοερός διάλογος της Ελένης με τη νύφη της- που ξεχνιούνται, ωστόσο, σύντομα, εφόσον την προσοχή γρήγορα αποσπά και πάλι το πληθωρικό ταλέντο των άπειρων αποχρώσεων της Φιλιππίδου, η μοναδική σκηνική της αμεσότητα.

Η συνεισφορά του Κώστα Τσόκλη, που υπογράφει τη σκηνοθεσία και τη σκηνογραφία, είναι καίρια. Κυρίως ως προς το ότι εξασφαλίζει στην ηθοποιό έναν θαυμάσιο στη λευκή του γυμνότητα εικαστικό χώρο (που μεταμορφώνει τη σκηνή σ’ ένα λευκό κουβούκλιο, με μια ξύλινη κατασκευή, κρεμασμένη δεξιά, να βγαίνει εκτός του προσκηνίου, σαν ναυάγιο καραβιού που διαλύεται σιγά-σιγά στην ακτή, η «σκιά» του οποίου σπάει το κατάλευκο της εμμονικής σκέψης της ηρωίδας). Χάρη στο σκηνικό του Τσόκλη απενεργοποιείται αυτομάτως η ηθογραφική διάσταση του λόγου και ο θεατής καλείται να δει πιο μέσα. Πιο μέσα του.

Κι ενώ στην Έκτη Καρυάτιδα το κείμενο γίνεται το μέσο για να θαυμάσεις το ερμηνευτικό μέγεθος της ηθοποιού, στο Ελένη ή ο Κανένας, το έξοχο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη που ερμηνεύει η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, η ερμηνεία της ηθοποιού γίνεται μέσο για να συνδεθείς με το κείμενο, να ζωντανέψει το λογοτεχνικό πρόσωπο και να γίνει -πάντα μέσω της ερμηνεύτριας- μια γυναίκα με σάρκα και αίμα, η Ελένη Αλταμούρα, η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος (1821-1900). Η διαδρομή της, από την τολμηρή διεκδίκηση της αυτοδιάθεσής της στην τέχνη της ζωγραφικής έως την απώλεια του άνδρα που αγάπησε και των παιδιών που απέκτησε μαζί του, σε καθηλώνει μέσα από τη σπαρακτική (αλλά όχι συναισθηματικά εκβιαστική) ερμηνεία της Σακελλαροπούλου. Επιπλέον, η οικονομία της σκηνικής διασκευής σε ωθεί να ξανανοίξεις το μυθιστόρημα με ‘κείνη τη χαρά που νιώθεις όταν ξαναβρίσκεις κάτι πολύτιμο που κάπου έχεις ξεχάσει.