Γεννήθηκα στο Καστρί Κυνουρίας το 1931. Φύγαμε από εκεί την Κατοχή γιατί υπήρχε μεγάλη πείνα. O πατέρας μου ήταν εργολάβος και του τα πήρανε όλα όταν έγινε ο πόλεμος. Κατεβήκαμε στη Σπάρτη και μετά πήγαμε στο Γύθειο. Άλλη Ελλάδα τότε. Οι περιοχές αυτές σήμερα δεν έχουν καμία σχέση με την τότε φυσιογνωμία τους. Έχουν καταντήσει μικρές Αθήνες. Μετά την τηλεόραση έχουν ισοπεδωθεί το ήθος και οι συμπεριφορές. Όλα τα κοριτσάκια μπεμπεκίζουν. Δεν είναι άσχημο, αλλά μετά έρχεται η τυποποίηση. Σαν πορτοκάλια Καλιφόρνιας.

 

Άρχισα να διαβάζω, χωρίς να ξέρω το γιατί. Μου δημιουργήθηκε μια ανάγκη. Θυμάμαι ότι διάβαζα το Η θεραπεία της σύφιλης διά της πενικιλίνης». Δεν καταλάβαινα τίποτα, αλλά το διάβαζα. Οπωσδήποτε το περιβάλλον παίζει ρόλο: ο μπάρμπας μου είχε βιβλία και στο φαρμακείο του μαζευόταν η ιντελιγκέντσια μιας επαρχιακής πόλης. Πάντα, όμως, υπήρχε κάποιο είδος σαρκαστικού χλευασμού γι’ αυτόν που διάβαζε, όπως κι ο θαυμασμός για τις επιστήμες, τους γιατρούς και τους δικηγόρους. Μέχρι πριν από λίγο καιρό, όταν με ρώταγαν στα χωριά τι δουλειά κάνω, έλεγα δημοσιογράφος. Αν έλεγα συγγραφέας, θα γέλαγαν.

 

Μεγάλωσα μέσα στον θάνατο και στη λαγνεία. Εκτός από αυτά που περιγράφω στα διηγήματά μου, ήταν μεγάλη η έλλειψη του έρωτα. Ο θάνατος ήταν μια καθημερινή στιγμή. Η αίσθηση ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να σκοτωθείς οξύνει τον ερωτισμό. Μια γυμνή κνήμη έφτανε για να εξάψει τη φαντασία. Τώρα λένε για τα παιδιά «ότι δεν γαμούνε», τη στιγμή που υπάρχουν χιλιάδες γυμνές φωτογραφίες και βίντεο. Δεν υπάρχει πουθενά μυστήριο. Οι δικές μου πρώτες εμπειρίες ήταν με πουτάνες. Δεν υπήρχε η δυνατότητα να έχω μια σχέση. Τώρα όλα τα κοριτσάκια είναι με το αγόρι τους και οι συνθήκες είναι κανονικές. Μπορεί να είναι πιο συντηρητικά τώρα τα παιδιά, γιατί δεν υπάρχουν φραγμοί. Τα εμπόδια οξύνουν τα πάθη.

 

Η Πελοπόννησος ήταν πάντα συντηρητική. Έγιναν αγριάδες μεγάλες κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου εκεί. Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, οι περισσότερες έγιναν από τους Αριστερούς. Τα .χω ξεκάθαρα τα πράγματα μέσα μου. Γιατί έγινε ο Εμφύλιος, πώς έγινε και τι έπρεπε να έχει γίνει για ν’ αποφευχθεί. Εκ των υστέρων, βέβαια. Με εξοργίζουν καμιά φορά αυτά που ακούγονται για τη Μακρόνησο και άλλα νησιά. Όταν ξεσπάει ένας εμφύλιος πόλεμος, δεν είναι η μια πλευρά μόνο που τον προκαλεί. Τώρα όλα έχουν ιεροποιηθεί κι έχουν καταλήξει σ’ ένα αφόρητο μαρτυρολόγιο. Το Στρατοδικείο στην Τρίπολη δούλευε, και δούλευε άγρια. Ο θάνατος δεν ήταν τίποτα. Αναρωτιόμουν αν τους σήκωναν και τους ξανασκότωναν. Αυτές ήταν οι συνέπειες του πόλεμου. Η Ελλάδα στον Εμφύλιο κινδύνεψε πάρα πολύ να γίνει Βουλγαρία ή Αλβανία. Εγώ θυμάμαι ότι στην Τρίπολη σε μαγαζιά Αριστερών υπήρχαν ειδικά σήματα, όπως «Απαγορεύεται στους στρατιωτικούς». Κουρεία, καφενεία, μπακάλικα, είχανε στάμπα. Είναι τρομερό πράγμα, αν το σκεφτεί κανείς. Αλλά, από την άλλη, και ο διοικητής του στρατού έπρεπε να σταματήσει τις διαρροές. Ήταν αποφάσεις ανάγκης, που στο τέλος, όμως, ήταν αυτές που κέρδισαν και το παιχνίδι. Δεν έχουμε ξεκολλήσει από τις κατάρες του Εμφυλίου. Είναι ανόητο να ψάχνουμε να βρούμε ποιος έφταιγε και ποιος δεν έφταιγε. Αν δεν έχουμε την ψυχραιμία να δούμε ότι τα καρβέλια έγιναν στραβά και από τις δυο πλευρές, θα πηγαίνουμε συνέχεια έτσι. Δεν κερδίζεται το μέλλον με την αγιοσύνη της Αριστεράς.

 

Η Αθήνα είναι γοητευτική, παρόλο που με εξοργίζει. Ειδικά τώρα, που βρίσκεις εύκολα ταξί. Ήρθα πρώτη φορά το 1950. Οι συνθήκες στην επαρχία ήταν άθλιες και η Αθήνα ήταν ένα όνειρο. Παρόλο που μπήκα στην Πάντειο, δεν ήθελα να σπουδάσω. Αυτό που έβλεπα μπροστά μου δεν ήταν κάποιο γραφείο, κάποιο επάγγελμα και κάποιο ωράριο. Ήθελα ν’ ασχοληθώ με κάτι αόριστα. Γι’ αυτό έκανα και σπουδές κινηματογράφου. Νομίζω πως από ένστικτο μόνο ξεκίνησα να γράφω. Έπαιξα και δυο-τρεις ρώσικες ρουλέτες. Δεν φρόντισα να διασφαλίσω τίποτα. Έστω μια σύνταξη. Στάθηκα τυχερός, γιατί, αν δεν ήταν Ακαδημία Αθηνών, θα είχα άθλια γεράματα.

 

Πέρασα ένα διάστημα στη Γερμανία και την Αμερική. Καταρχάς, εκεί είχα επαφή από πρώτο χέρι με σπουδαία πράγματα. Βλέπεις και μια άλλη καθημερινή συμπεριφορά σε σχέση με την πνευματική ζωή. Έβγαλα εισιτήριο για μια ταινία στο Βερολίνο, την οποία παρακολούθησε και μια μεγάλη ηθοποιός του θεάτρου. Όλοι επεσήμαναν την παρουσία της, αλλά κανείς δεν δημιούργησε κάποιο πανικό. Σαν να μην έγινε τίποτα. Η καθημερινή ζωή, και σχέση με τα πολιτιστικά, είναι μια τεράστια εμπειρία. Μπορείς να μοιραστείς πράγματα με άλλον τρόπο. Δεν έμεινα μεγάλο διάστημα στο εξωτερικό. Δεν μπορούσα να λειτουργήσω. Δεν μου έλειπε τόσο η γλώσσα. Μου έλειπε το περιβάλλον. Το γίγνεσθαι. 

 

Καλλιτεχνικά ανήκει κανείς στην εφηβεία του. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ανανεώνεται ή ότι δεν παρακολουθεί τα πράγματα. Αλλά τα κλειδιά είναι εκεί. Ο Εμφύλιος και κάθε θέμα μου είναι πρόσχημα για να βάλω τα δικά μου πράγματα. Από τα όνειρα μέχρι και την απελπισία. Οι ελλείψεις δημιουργούν γόνιμες καταστάσεις. Η τέχνη ξεκινά ουσιαστικά από ένα κουσούρι. Ένας φυσιολογικός άνθρωπος γιατί ν’ ασχοληθεί με την τέχνη; Υπάρχει κάποια μικρή διαστροφή, το έχει αποδείξει και η ιστορία. Ο ένας κόβει το αυτί του και το πάει πεσκέσι σε μια πουτάνα, ο άλλος τρελαίνεται και πηδάει από το παράθυρο, ο άλλος σκοτώνει τη γυναίκα του. Υπάρχει μια μικρή και απαραίτητη παρέκκλιση. Όχι μόνο ως διαμορφωτής αλλά και ως αποδέκτης τέχνης. Μπορεί να φανταστεί κανείς τον εαυτό του χωρίς ν’ ακούει μουσική, να έχει διαβάσει ένα βιβλίο ή να έχει δει πίνακες; Αυτός είναι ο διάλογος της αθανασίας που μπορεί να έχει ο άνθρωπος. Το ίδιο γίνεται με το γράψιμο. Δεν με ενδιαφέρει ο Εμφύλιος, εμένα με νοιάζουν οι άνθρωποι που ονειρεύονται μέσα στον θάνατο. Τους κάνει εντύπωση γιατί είπα ότι η Κάθοδος των Εννιά είναι μια ερωτική ιστορία. Ο συνδυασμός της ιστορικότητας με μια άλλη αναζήτηση. Αυτό το πράγμα έχεις έναν τρόπο να βεβαιώσεις ότι το έχεις κατορθώσει, ως μορφή. Αυτό το αντιλαμβάνεται και ο άλλος ενδεχομένως, ο αναγνώστης. Κι εκεί υπάρχει αυτή η ανταλλαγή μιας γαλήνης, που είναι σαν να νιώθεις ηρεμία.

 

Θεωρώ ότι είναι πολύ χειρότερα τα πράγματα σε σχέση με την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τη δικτατορία. Τις κρίσεις που προηγήθηκαν μπορούσες να τις ορίσεις. Τη σημερινή δεν μπορείς να την ορίσεις εύκολα. Ο κόσμος έχει διαφοροποιηθεί τώρα, τα μέσα είναι πολύ περισσότερα, η πληροφορία είναι πολύ περισσότερη, η παραπλάνηση είναι πολύ περισσότερη. Ο κόσμος έχει αλλοιωθεί. Δεν συμφωνώ με αυτό που είπε ο Πάγκαλος, το «μαζί τα φάγαμε», αλλά ο κόσμος είχε αρχίσει να βολεύεται. Δεν αναρωτήθηκε ποτέ από πού ήρθαν όλα αυτά τα λεφτά. Αγριεύομαι, όμως, σκεπτόμενος τώρα πως οι εκάστοτε πρωθυπουργοί και υπουργοί Οικονομικών δε μπορούσαν να βλέπουν τι συμβαίνει.

 

Ακόμα η κρίση δεν έχει γίνει αισθητή από τον πολύ κόσμο. Δεν έχουν φανεί οι αλλαγές στην κουλτούρα μας. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, μιλάμε για μια κουτσή κουλτούρα. Εξοργίστηκα μια μέρα που είδα το «Dancing with the Stars» με τον αναπόφευκτο Κωστάλα. Τι είναι αυτό; Κόλλαγε όλη η Ελλάδα πάνω σε αυτές τις εκπομπές. Οι άνθρωποι εδώ δεν μπορούν να πουν τη γνώμη τους για ένα θέατρο, γιατί δεν ξέρουν. Αποφασίζουν αν τους άρεσε ή δεν τους άρεσε, ανάλογα με το τι θα διαβάσουν ή τι θα τους πει η τηλεόραση. Στη Γερμανία υπάρχει ένα κοινό που έχει άποψη. Παντού υπάρχει η σαβούρα, αλλά υπάρχει και κάποιο αντιστάθμισμα. Ούτε στην Αμερική πουλάει η ποίηση, αλλά υπάρχουν εστίες. Εδώ οι δικλείδες αυτές είναι πολύ χύμα.