• Μέχρι που έγινα 5 χρόνων μέναμε στο Περιστέρι κι έχω πολλές μνήμες από τότε. Θυμάμαι κάτι που είναι σημαντικό στη ζωή μου ακόμα και τώρα. Γύρω από το σπίτι μου υπήρχαν πέντε κινηματογράφοι, η Ριβιέρα, η Έλενα, η Κύπρος, ο Φοίβος κι άλλος ένας, κι έτσι έβλεπα ταινίες 3-4 φορές τη βδομάδα. Έβλεπα όλα τα παιδικά τα πρωινά του Σαββάτου και ό,τι άλλο μπορούσα. Θυμάμαι να έχω δει το Κράμερ εναντίον Κράμερ, τα Σαγόνια του καρχαρία και το Κινγκ Κονγκ. Ήμουν άρρωστος με τον κινηματογράφο - νομίζω ότι αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που ασχολήθηκα κι αργότερα με την υποκριτική, γιατί θέατρο δεν είχα δει μέχρι που πήγα στο Εθνικό.
  • Κατέληξα στη δραματική σχολή του Εθνικού λίγο από ένστικτο, λίγο από τύχη. Πήγε να δώσει μια φίλη μου, κατέβηκα μέχρι το Εθνικό και με το που μπήκα μέσα μου άρεσε. Μέσα σε 2 βδομάδες προετοιμάστηκα, έδωσα, πέρασα. Είχα περάσει στο Πολυτεχνείο και δεν πήγα ποτέ.
  • Η σχολή δεν μου άρεσε καθόλου. Εγώ έβλεπα ηθοποιούς τύπου Πατσίνο και μου φαινόταν ότι αυτοί είναι άμεσοι και απλοί, ενώ στη σχολή μας διδάσκανε πώς παίζανε το 1930. Είχε μια «θεατρίλα» το Εθνικό που εγώ δεν την καταλάβαινα. Είχα το θράσος της νιότης - το ένστικτό μου ήταν μεν σωστό, αλλά, από την άλλη, χρειάζεται μια διαδικασία για να φτάσεις να γίνεις ηθοποιός. Στη σχολή ήταν λίγο δύσκολα τα πράγματα, και επειδή εγώ δεν μπορούσα να υποταχθώ σε αυτό αλλά και επειδή ήμουν σ’ ένα έτος διασπασμένο. Δεν υπήρχε καθόλου η αίσθηση της ομαδικότητας ή της συνεργασίας, ο καθένας ήταν μόνος του.
  • Στο τρίτο έτος της σχολής έκανε το θέατρο Αμόρε μια τεράστια οντισιόν για να πάρει νέο κόσμο. Πήγα, με πήρανε και ξεκινήσαμε με το Shopping and Fucking. Ξανάρχισα από το μηδέν. Έπρεπε να μάθω ένα σωρό πράγματα σε σχέση με το θέατρο: ετοιμότητα, χιούμορ, αισθητική, δραματουργία. Ήταν η χρονιά του Trainspotting και του κινήματος in yer face - εκεί βγήκαν και θεατρικοί συγγραφείς, όπως η Σάρα Κέιν και ο Μαρκ Ρέιβενχιλ. Το Shopping and Fucking έκανε ένα καλό, ότι πρώτη φορά μετά από παρα πολλά χρόνια μπήκαν εικοσάχρονοι στο θέατρο. Μέχρι τότε στο θέατρο πήγαιναν μόνο 60χρονοι και 50χρονοι.Το έργο παιζόταν δυο χρόνια στον Εξώστη, όπου χώραγαν 60 άτομα, αλλά βάζαμε 130 - είχε μπροστά μέχρι και τρεις σειρές οκλαδόν.
  • Το Αμόρε είχε ένα βασικό χαρακτηριστικό: παρείχε ένα πλαίσιο στο οποίο μπορούσαν να συνυπάρξουν κάποιοι άνθρωποι χωρίς να συγκρούονται. Μπορεί να παιζόταν κάτι στον Εξώστη και κάτι τελείως διαφορετικό στο φουαγέ. Εκεί μέσα υπήρχαν ο Στάθης Λιβαθινός, ο Θωμάς Μοσχόπουλος, ο Μαστοράκης, ο Χουβαρδάς, όλοι αυτοί οι σκηνοθέτες που κυριαρχούν σήμερα, και ο καθένας τους είχε άλλο ύφος, άλλες απόψεις, άλλη αισθητική.
  • Όταν έκλεισε, στην αρχή έκλαψα, γιατί ήμουνα εκεί έντεκα χρόνια. ένιωσα σαν να χωρίζω από μια σχέση, μετά όμως η ζωή σε πάει μπροστά και δεν θυμάσαι τη στενοχώρια. Και ακόμα δουλεύω με τους βασικούς συνεργάτες μου από εκεί, τον Θωμά Μοσχόπουλο και την Άννα Μάσχα.
  • Τα πρώτα χρόνια μετά τη σχολή έκανα ρολάκια στο σινεμά, μετά μια καλτ, μεγάλου μήκους ταινία που λεγόταν Κανείς δεν χάνει σε όλα, μια ελληνική ταινία επιστημονικής φαντασίας που είχε ψηφιστεί ως η χειρότερη ταινία του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Έκανα έναν χάκερ με μπλε μαλλιά, ο οποίος είχε έναν ραδιοφωνικό σταθμό μέσα σ’ ένα καράβι στη μέση του πουθενά κι έκανε εκπομπές από εκεί. Μετά από χρόνια, όταν βγήκε σε DVD, πήγα και την αγόρασα, γιατί πίστευα ότι κάποιος πρέπει να το ’χει αυτό το πράγμα. «Θα πεθάνουμε και θα χαθεί για πάντα», σκέφτηκα. Μετά έπαιξα στην πρώτη ταινία μικρού μήκους του Λάνθιμου, που λεγόταν Uranisco Disco, έπαιξα στις δυο πρώτες ταινίες του Γιάνναρη και τώρα, ξαφνικά, μέσα σε δυο χρόνια έχω κάνει τρεις ταινίες. Τη Χρυσόσκονη, το Απ' τα κόκαλα βγαλμένα και το J.A.C.E. του Καραμαγγιώλη.
  • Είναι ένας συγκλονιστικός ρόλος ο Μακμπέθ, είναι φτιαγμένος κι ενταγμένος σ’ ένα συγκλονιστικό έργο, μικρό και συμπυκνωμένο. Ήρθε ο χρόνος και η στιγμή που δεν θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρος, αφού μιλάει για τη διαπραγμάτευση με την εξουσία. Είναι ένα έργο με τρομερό σασπένς, ένα θρίλερ που θέτει τρομερά ζητήματα: το ζήτημα της εξουσίας, ποιος έχει το πάνω και ποιος το κάτω χέρι, ποιος πατάει επί πτωμάτων, ποιος όχι, ποιος είναι ο ηθικός και ποιος ο ανήθικος. Πρόκειται για σημαντικά θέματα, τα οποία δεν χρειάζεται καν να επικαιροποιήσεις ή να τους φορέσεις κουστούμι για να τα βάλεις στο σήμερα.
  • Από το Αμόρε είχα μάθει να ζω με τα απολύτως απαραίτητα, η ζωή μου δεν περιλαμβάνει ούτε χαϊλίκια ούτε τίποτα τέτοιο. Δεν πήγαινα ποτέ από κλαμπ σε κλαμπ κι από εστιατόριο σε εστιατόριο. Οπότε, η κρίση το μόνο που μου έκανε ήταν να μου δώσει την ευκαιρία να πω σε κάποιους: «Εγώ ζω έτσι. Θέλετε να σας δείξω πως μπορεί να ζήσει κανείς με αυτό τον τρόπο;».
  • Το θέατρο πάντα μου παρείχε πολύ μεγαλύτερη ασφάλεια απ’ ό,τι η τηλεόραση. Τουλάχιστον στο θέατρο, όσο καιρό κάνω πρόβες και παραστάσεις, πληρώνομαι. Στην τηλεόραση υπογράφεις ότι θα πληρωθείς έξι μήνες μετά την προβολή και πλέον δεν ξέρεις αν θα προβληθεί ποτέ το σίριαλ. Μπορεί να έχεις ξοδέψει άπειρες ώρες και να μην πάρεις ευρώ. Η τηλεόραση δημιουργεί μεγάλη ανασφάλεια. Πολλοί ηθοποιοί έχασαν τη δουλειά που είχανε για χρόνια κι αυτό τους έχει αφήσει τρομερά εκτεθειμένους. Eννοώ ότι το θέατρο έχει μια αυτοδιαχείριση, είναι πιο χειροπιαστό.
  • Η Αθήνα είναι μια πόλη που σου προσφέρει άπειρες δυνατότητες και μετά τις ρουφά πάλι πίσω. Έχει τόσα ωραία μέρη και τόσες επιλογές, αλλά επειδή είναι τόσο μεγάλη, χαοτική και χωρίς κοινωνική συνοχή, αμέσως εξαφανίζονται, και πάλι από την αρχή, και στο τέλος κουράζεσαι να τα βγάλεις περα.
  • Mένω ψηλά στους Αμπελόκηπους, σχεδόν στην Ελληνορώσων. Όσο περνάει ο καιρός μού αρέσει η περιοχή μου - η κρίση έχει και μερικά καλά. Έχω γνωρίσει περισσότερο τη γειτονιά μου κι έχω καταλάβει ποιοι μένουν γύρω μου. Έχoυμε ξαναγίνει γειτονιά. Τυχαίνει να συναντήσω κάποιον στον δρόμο που τον έχω δει 100 φορές και να πούμε «γεια» και «τι έγινε» και μετά να ρίξουμε και δυο βρισίδια για την κατάσταση και να συμφωνήσουμε. Παλιότερα πήγαινε ο καθένας, έκανε τα ψώνια του και μετά κρυβόταν στο σπίτι του για να δει τηλεόραση. Τώρα δεν είναι έτσι. Συζητάμε για το πού θα βάλουμε ράμπα για τα ποδήλατα, από πού θα περνούν τα καρότσια με τα μωρά. Δεν γίνονταν τέτοιες συζητήσεις παλιά. Όταν δεν μπορείς μόνος σου, ή κλείνεσαι στον εαυτό σου και μαραζώνεις και λες «Θεέ μου, θα ψοφήσω μόνος μου» ή λες «Βοήθεια παιδιά, ακούει κανείς;». Και σου απαντούν, «Κι εγώ βοήθεια θέλω να φωνάξω, έλα να πιαστούμε χέρι-χέρι μπας και δεν πέσουμε».