> Γεννήθηκα στην Καστανιά Ευρυτανίας. Δεν θυμάμαι και πολλά απ’ το χωριό μου γιατί έφυγα σε ηλικία τεσσάρων ετών. Η πιο έντονη ανάμνησή μου είναι το λιώσιμο του χιονιού κι η λάσπη που έμενε στο χώμα.

> Οι γονείς μου ήταν πιτσιρικάδες όταν με έκαναν, περίπου 20 χρόνων. Έκαναν αγροτικές εργασίες στο χωριό, αλλά αποφάσισαν ν’ αναζητήσουν κάπου καλύτερα την τύχη τους. Υπήρχαν τρεις δρόμοι. Η Αθήνα, η Γερμανία και η Αμερική. Διάλεξαν τον πρώτο κι έτσι εγκατασταθήκαμε σ’ ένα σπίτι κάπου ανάμεσα στη Φιλοθέη και στα Τουρκοβούνια, σύντομα όμως μετακομίσαμε στα Εξάρχεια. Πήγα δημοτικό στη Μεθώνης, γυμνάσιο στην Αραχώβης. Κάποια στιγμή ήμασταν 66 παιδιά σ’ ένα τμήμα. Εγώ καθόμουν στο ίδιο θρανίο με τον Ηλία Λιβάνη, τον μετέπειτα εκδότη.

> Αν και ήμουν μαθητής του τελευταίου θρανίου, πέρασα με υποτροφία στο Οικονομικό της Νομικής στη Θεσσαλονίκη. Εκεί ήρθα για πρώτη φορά σ’ επαφή με τις συναυλίες. Η πρώτη που θυμάμαι ήταν του Νίκου Παπάζογλου το 1980, στο μικρό αμφιθέατρο της Νομικής. Τότε υπήρχε μια κίνηση των πιο διανοούμενων φοιτητών, που την έψαχναν με τον πολιτισμό και διοργάνωναν κάθε εβδομάδα προβολές ταινιών και συναυλίες. Κάπου εκεί αποφάσισα ότι θα πάρω πτυχίο σαν δώρο προς τους γονείς μου κι ότι θ’ ασχοληθώ με τη μουσική και τις συναυλίες.

> Στη Θεσσαλονίκη άρχισα ν’ ασχολούμαι με βιβλία, δίσκους και κασέτες, ενώ πολλά βράδια έπαιζα μουσική στα μπαρ της πόλης. Στο Berlin ήταν που γνώρισα τότε και τον Αγγελάκα, πολύ πριν φτιάξει τις Τρύπες. Ήμασταν κι οι δυο ανήσυχοι κι άφραγκοι, αλλά και πολύ ζωηρά και σκληρά παιδιά.

> Πριν τελειώσω το πανεπιστήμιο, δούλευα ήδη σε διάφορες συναυλίες. Επίσης, είχα και μια άλλη δουλειά. Επειδή εκείνη την εποχή η εισαγωγή δίσκων κόστιζε πανάκριβα με τους φόρους στα τελωνεία, μας έστελνε το Happening, το δισκάδικο, στο Λονδίνο, αγοράζαμε δίσκους και τους φέρναμε εδώ. Πήγαινα αυθημερόν, χωρίς αποσκευές, και γυρνούσα με όσα μπορούσα να κουβαλήσω. Η αμοιβή μου ήταν 500 δραχμές.

> Τον Οκτώβρη του 1984 ίδρυσα τη Δικαίωμα Διάβασης, μετέπειτα Didi Μusic. Ήταν δισκογραφική εταιρεία και παράλληλα εταιρεία διοργάνωσης συναυλιών. Κάναμε συνεννοήσεις μέσω αλληλογραφίας τότε και κυκλοφορήσαμε τους δίσκους των Sonic Youth, των Butthole Surfers, του Jello Biafra και πολλών άλλων. Μερικοί από αυτούς τους δίσκους ήταν δικές μας, ελληνικές κυκλοφορίες. Είχαμε, ας πούμε, έναν συλλεκτικό δίσκο των Savage Republic, ο οποίος είχε δυο διασκευές σε κομμάτια του Θεοδωράκη. Τώρα τον ψάχνουν μανιωδώς οι συλλέκτες, αλλά ούτε εγώ δεν τον έχω. Κάποια στιγμή μεγάλωσε πολύ η Didi. Τα γραφεία μας πέρασαν από το Χαλάνδρι, την Πανόρμου, την Αλεξάνδρας, μέχρι που εγκατασταθήκαμε στην Ιεροσολύμων στην Κυψέλη, πάνω από ένα μπουρδέλο. Το 1998, όμως, αρχίσαμε να χάνουμε τη φρεσκάδα μας, υποχωρούσε και το βινύλιο λόγω της έλευσης του CD, κι ένα βράδυ αποφάσισα ότι θα σταματήσουμε το δισκογραφικό κομμάτι και θα κάνουμε μόνο συναυλίες. Μας είχε μείνει στις αποθήκες στοκ από μερικές εκατοντάδες δίσκους, τους οποίους δεν ήθελα να «σκοτώσω» στο Μοναστηράκι για 100 δραχμές, κι έτσι τους πέταξα με τα ίδια μου τα χέρια σ’ έναν κάδο σκουπιδιών κάτω από τα γραφεία της εταιρείας. Ήθελα να τελειώνει όλο αυτό. Να μη μείνει τίποτα πίσω.

> Πριν από το 1996, τα μεγάλα συγκροτήματα του εξωτερικού δεν είχαν την Ελλάδα ως προορισμό τους. Μας έλεγαν ότι θέλουν να υπάρχει ένα μεγάλο φεστιβάλ για να πουν το «ναι». Εγώ ήθελα να φέρω τους Metallica και δεν μπορούσα. Μόνο τον Nικ Κέιβ κατάφερνα, που είναι φίλος κι αγαπάει και την Ελλάδα. Έτσι προέκυψε το Rock of Gods στη Δραπετσώνα, με τρομερές γραφειοκρατικές και άλλες δυσκολίες. Οι λιμενικοί σταμάτησαν όλους τους καλλιτέχνες και τους έγδυσαν. Μόνο ο Ίγκι Ποπ, που είναι και επιδειξιομανής, το απόλαυσε.

> Στην Ελλάδα υπάρχει ένας ανταγωνισμός ανάμεσα στους προμότερ, που ανεβάζει τις τιμές των εισιτηρίων στα ύψη. Έχω χάσει το μέτρ μα σχετικά με το πόσοι προμότερ έχουν περάσει από την Ελλάδα και πόσοι από αυτούς ήταν κομήτες. Οι συναυλίες δεν είναι εύκολο μέσο πλουτισμού. Η δουλειά του προμότερ δεν έχει να κάνει με το πόσο κοστίζει ο καλλιτέχνης, αλλά με το να ενημερώνεσαι συνέχεια και να προβλέπεις. Πολλοί δεν είχαν σχέση με τη μουσική κι έδιναν σε κάθε ξεπεσμένο καλλιτέχνη γιγαντιαία ποσά. Κι εγώ έπεσα στην παγίδα και μπήκα στον πλειστηριασμό πολλές φορές. Φέτος, είδαμε και την αδυναμία του κοινού να παρακολουθήσει το σύνολο των events που γίνονται κι αποφασίσαμε ότι δεν θα μπούμε σε αυτήν τη διαδικασία. Οι νέοι δεν μπορούν να δίνουν 100 ή 50 ευρώ για μια συναυλία. Έχουν το δικαίωμα να παρακολουθήσουν ένα φεστιβάλ με λιγότερα. Η κρίση θα μας κάνει να επιστρέψουμε στον ουσιώδη σκοπό της δουλειάς μας, που είναι ο πολιτισμός.

> Μια από τις φορές που είχαν έρθει οι Sonic Youth, ένα βράδυ στις 4 το πρωί, μου ζήτησε η Kim Gordon να πάμε για φαγητό στο πιο σκληρό μέρος της πόλης. Την πήγαμε στην κρεαταγορά. Παρήγγειλε αρνί με πατάτες και σε κάποια φάση παρατήρησε έναν τύπο με κομμένο πόδι που ακουμπούσε τον μηρό του στο ξύλο που κόβουν τα κρέατα. Φρίκαρε τελείως. Μια ακόμα άγρια ιστορία που θυμάμαι είναι ότι ο Lemmy των Motorhead είχε πετάξει μια φαν απ’ το μπαλκόνι του ξενοδοχείου του στην Αθήνα. Ευτυχώς, το κορίτσι έπεσε πάνω στην τέντα του από κάτω περιπτέρου και δεν έπαθε τίποτα.

> Το μεγαλύτερο συναυλιακό μου απωθημένο είναι οι Red Hot Chili Peppers. Είναι δύσκολο, όμως, να τους φέρω, γιατί παίζουν γκαζωμένοι 55 λεπτά μόνο. Έτυχε δυο-τρεις φορές να φτάσω κοντά στο να τους κλείσω, αλλά σκέφτηκα ότι θα φάμε πολύ ξύλο και δεν το έκανα.

> Το χόμπι μου είναι η μελισσοκομία. Έχω μελίσσια στη Μαλακάσα, στη Μάνη και στο Καρπενήσι. Είναι η ψυχοθεραπεία μου. Βέβαια, και σε θεωρητικό επίπεδο, πιστεύω ότι η ανάπτυξη θα ξεκινήσει από τον πρωτογενή τομέα. Οι άνθρωποι σταμάτησαν να παράγουν. Αν και η δική μου δουλειά είναι η παροχή υπηρεσιών, με υπηρεσίες δεν μπορούμε να ζήσουμε.

> Δεν μ’ ενοχλεί που υπάρχει κρίση. Με ιντριγκάρει πιο πολύ ώστε να κάνω πράγματα που να είναι και σπουδαία. Και σ’ αυτό τον τομέα μάλλον δεν θα έχω και αντιπάλους. Μόνο τον κακό μου εαυτό.

> Νομίζω ότι για τα επόμενα πενήντα χρόνια θα συνεχίσω να κάνω συναυλίες.