Φωτό: Σπύρος Στάβερης/ LIFO
Φωτό: Σπύρος Στάβερης/ LIFO

Έχω μια έλλειψη φόβου. Προέρχεται από την αισιοδοξία μου αυτό. Ο καημένος ο Άγγελος ο Δεληβορριάς λέει «το μεγαλύτερο δώρο του μουσείου είναι η αισιοδοξία της Αιμιλίας»

 

> Έχω ζήσει όλη μου τη ζωή εδώ γύρω, στο κέντρο. Δεν φύγαμε ποτέ, ούτε ο άντρας μου ούτε εγώ. Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν 4 χρόνων. Έως τότε ζούσαμε με διαλείμματα στο εξωτερικό, όπου έκανε συνεχώς εγχειρήσεις. Τον θυμάμαι αμυδρά. Θυμάμαι και το σπίτι στην Ελβετία όπου μέναμε, όταν προσπάθησαν να τον σώσουν. Δεν τα κατάφεραν. Αυτή είναι η πρώτη μου εικόνα από τη ζωή μου: ο πατέρας μου και το σπίτι αυτό. Δεν το πίστευε κανένας ότι μπορεί να το θυμάμαι, υποτίθεται ότι τα παιδιά δεν έχουν μνήμες πριν από τα πέντε τους χρόνια. Μέχρι που τους το ζωγράφισα. Και πράγματι έτσι ήταν.

 

> Έζησα με τη μάνα μου όλα τα χρόνια. Ένας άνθρωπος εκπληκτικός, που συνέβαλε πάρα πολύ σε οτιδήποτε είμαστε κι εγώ και τα παιδιά μου. Η ευχή κι η κατάρα της ήταν ότι ήθελε να δουλεύουμε πολύ. Κι η αλήθεια είναι ότι μας έχει βγει η πίστη έκτοτε, όλων ανεξαιρέτως!

 

> Είχα υπέροχους ανθρώπους γύρω μου. Ήμουν πάντα τυχερή. Στο Κολέγιο είχα την τύχη να έχω εκπληκτικούς δασκάλους: Γιωτοπούλου, Σισιλιάνου, Μπούμπουρα, Ηλιοπούλου. Ανθρώπους που έκλειναν την επίσημη ύλη και μας μιλούσαν για σημαντικά πράγματα. Έξι μήνες Αναγέννηση μας δίδασκε η Γιωτοπούλου. Μπήκαμε στο νόημα της ιστορίας της τέχνης, της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας. Αλλά και το σπίτι ήταν γεμάτο από σπουδαίους ανθρώπους. Η μαμά ήταν φίλη με τον Τσαρούχη, τον Μόραλη, τον Χορν, τον Κατσίμπαλη, είχε δάσκαλο τον Δελμούζο, ο θείος μου Μαρίνος Καλλιγάς ήταν τότε διευθυντής της Πινακοθήκης. Τέτοιος κόσμος τριγυρνούσε στο σπίτι. Τους απολάμβανα…

 

> Με το Μουσείο Μπενάκη δεν είχα πολλές σχέσεις στην αρχή, δεν με τραβούσε ιδιαίτερα. Ήταν η μανία του παππού μου, του Αντώνη Μπενάκη. Τον θυμάμαι μια ζωή, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, να είναι εκεί. Το μουσείο ήταν η ζωή του.

 

> Το 1959 τελείωσα τη Φιλοσοφική. Ένα χρόνο μετά ο Μανόλης Χατζηδάκης μου ζήτησε να μπω στην ομάδα του, που ετοίμαζε για το Βυζαντινό Μουσείο τη μεγάλη Βυζαντινή Έκθεση στο Ζάππειο, η οποία έγινε το 1964. Από τότε ξεκινά η ενασχόλησή μου με τα βυζαντινά. Μείνα- με στο Βυζαντινό Μουσείο ως το 1969, οπότε ήρθε η δικτατορία και μας έδιωξαν όλους. Μετά, πήγα εθελοντικά στο Μουσείο Μπενάκη κι έφτιαξα το φωτογραφικό αρχείο, το πρώτο στην Ελλάδα. Ήταν ιδέα του Μανόλη Χατζηδάκη και το έστησα εγώ. Είναι μοναδικό ακόμη και στις μέρες μας. Κάναμε πολλά πράγματα πρωτοποριακά τότε. Θυμάμαι ότι ένας τοίχος χώριζε το γραφείο μας από τις αίθουσες του μουσείου. Το τι ακούγαμε όταν έρχονταν σχολεία δεν περιγράφεται. Και δεν έλεγαν τίποτα ουσιαστικό στα παιδιά. Το 1979, που ήταν και το Έτος των Παιδιών, έλεγα κάτι πρέπει να κάνουμε. Ζητήσαμε τη βοήθεια των Οδηγών για να κάνουμε ένα παιχνίδι μέσα στο μουσείο. Έπρεπε να δεις το σοκ: οι φύλακες φώναζαν «α, τα παιδιά είναι χάμω», ο πρόεδρος έλεγε «δεν είναι για τα παιδιά τα μουσεία». Είχε τρομερή επιτυχία. Την επόμενη χρονιά με την Καίτη Δημαρά πιάσαμε όλα τα μουσεία της Ελλάδας, βρήκαμε τις ομάδες Οδηγών που είχαμε στις περιοχές τους και φτιάξαμε ένα παιχνίδι για κάθε μουσείο.

 

> Ένα πρωί ήμουν με τον σύζυγό μου Μαρίνο στην Κρήτη, όταν με πήρε τηλέφωνο ο Αντώνης Τρίτσης. Μου λέει: «Θέλω να κατέβεις δημοτική σύμβουλος μαζί μου». Μου ήρθε ξαφνικό. Τον συμπαθούσα, τον πίστευα και για χάρη του μπήκα σ’ αυτή την περιπέτεια. Εξελέγην. Πώς; Ούτε ξέρω. Νομίζω χάρη στο όνομα του παππού του Μαρίνου. Παντού κάποιον είχε γιατρέψει. Στην Ολυμπία είχε ένα συνεργείο αυτοκινήτων κι έγραφε η πινακίδα «Γερουλάνος». Ρωτήσαμε μήπως είμαστε συγγενείς. Και μας λέει ο ιδιοκτήτης «όπως ο Γερουλάνος διόρθωνε τους ανθρώπους, έτσι κι εγώ διορθώνω τα αυτοκίνητα».

  

Δεν με νοιάζει να πουν το παραμικρό για μένα. Στο κάτω κάτω, η οικογένειά μου έχει αφήσει σχεδόν όλη της την περιουσία στο ελληνικό κράτος.

 

> To 1985 έγινα υποδιευθύντρια στο Μουσείο Μπενάκη, το 2000 μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και το 2005 πρόεδρος. Στο μουσείο, δυστυχώς, η δουλειά μου είναι πολύ σφιχτή, είναι διαχειριστική - κάτι που δεν ήταν ποτέ πολύ του είδους μου. Αλλά η κατάσταση είναι τέτοια που πρέπει να την αντιμετωπίσουμε και, κυρίως, εν μέσω της κρίσης δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτα από το υπουργείο, μάλλον λιγότερα απ’ ό,τι περνάμε. Τώρα αυτή είναι μια νέα, μεγάλη αγωνία.

 

> Έχω μια έλλειψη φόβου. Προέρχεται από την αισιοδοξία μου αυτό. Ο καημένος ο Άγγελος ο Δεληβορριάς λέει «το μεγαλύτερο δώρο του μουσείου είναι η αισιοδοξία της Αιμιλίας». Δεν είναι πεπεισμένος ότι έχω δίκιο, αλλά… Κοιτάξτε, παντού υπάρχουν δυσκολίες, οι συνθήκες είναι αντίξοες, μπορεί να χάσει κανείς το κουράγιο του.

 

> Ο πατέρας μου είχε μεγάλο ενδιαφέρον για την πολιτική, για την προσφορά στα κοινά. Ήταν νομάρχης στη Φλώρινα, στενός συνεργάτης του Βενιζέλου, αλλά πέθανε πάρα πολύ νέος. Η μάνα μου παρέμεινε πάντα μεγάλη του θαυμάστρια κι έχω την εντύπωση ότι η επιρροή της στον γιο μου, τον Παύλο, ήταν καθοριστική, μέσω της αφήγησης, των ιστοριών που έλεγε για τον πατέρα μου. Ο Παύλος από μικρός είχε έντονο ενδιαφέρον για την πολιτική. Σε αντίθεση με τα κορίτσια μου, που ήταν όλες προς τα καλλιτεχνικά, με εξαίρεση τη Μαρίνα, που έχει δυνατό μαθηματικό μυαλό. Πήγε στις ΗΠΑ για ιστορία της τέχνης και την κατάλαβαν και την ώθησαν και προς τα μαθηματικά.

 

> Της άλλης μου κόρης, της Δέσποινας, της ζήτησε ο Χορν να παίξει στον Αρχιμάστορα Σόλνες. Την έπιασαν ο Σολομός κι ο Τάκης ο Χορν και τη χτύπησαν σαν το χταπόδι ένα καλοκαίρι και βγήκε μια απίθανη παράσταση. Ακόμη σήμερα τη γυρεύουν να παίξει στο θέατρο. Δεν θέλησε να συνεχίσει. Έχει βρει μια θαυμαστή ισορροπία στη ζωή της. Η Ειρήνη είναι πλάσμα εκπληκτικό, έχει όλο το μουσείο στα χέρια της. Καρφώνει, έχει την ευθύνη, υλοποιεί τα οράματα, έχει το άγχος των οικονομικών, της διοργάνωσης. Έχω μεγάλη αγωνία για την Ειρήνη και το μουσείο, αλλά κατά καιρούς και για κάθε παιδί.

 

> Δεν με νοιάζει να πουν το παραμικρό για μένα. Στο κάτω κάτω, η οικογένειά μου έχει αφήσει σχεδόν όλη της την περιουσία στο ελληνικό κράτος. Μου είναι πάρα πολύ δυσάρεστο αυτό που συμβαίνει τώρα με την ιστορία για τη Βυζαντινή Έκθεση στις ΗΠΑ. Κυρίως επειδή χτυπά τον Παύλο. Μεγάλωσε σε αυτό το περιβάλλον και με αυτές τις αρχές, θα μπορούσε να ασχοληθεί με ό,τι ήθελε στη ζωή του. Με τα πάντα. Έτρεμα πάντα μην πάνε με τη γυναίκα του να εγκατασταθούν στην Αμερική. Όμως τα άφησε όλα για να έρθει εδώ και να προσφέρει.

 

> Πρώτη φορά μού συμβαίνει να μην μπορώ να μιλήσω στη ζωή μου. Είναι απολύτως πρωτοφανές για μένα. Ουδέποτε κρατήθηκα να μη μιλήσω. Όταν είσαι πάρα πολύ σίγουρος, δεν φοβάσαι. Θυμάμαι, μια φορά, κάτι είχαμε κάνει στον δήμο, είχαμε προσπαθήσει στο «Μελίνα Μερκούρη» να κάνουμε μια αναπαράσταση της Αθήνας στο κτίριο του Πουλόπουλου και κάποιος άφησε ένα υπονοούμενο. Έβαλα κάτι φωνές!

 

> Δεν έχω εμμονές. Έχω γραμμές άμυνας. Μαγειρική. Το μόνο πράγμα που με ξεκουράζει. Μου αρέσει να μαγειρεύω για συγκεκριμένο αποδέκτη, με ιντριγκάρουν τα πρόσωπα και τα γεγονότα. Μπα, όχι, δεν μαγείρεψα κάτι ειδικό όταν ανακοινώθηκε ότι ο Παύλος θα γίνει υπουργός.

 

> «Μαρίνο, βόηθα με». Αυτή είναι η φράση που λέω πιο συχνά.

 

> Θέλω ό,τι κάνω να προσπαθώ να το κάνω καλά. Αυτή είναι η δική μου ευχή και κατάρα.