> Γεννήθηκα το 1970 στην Κινσάσα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, πρώην Ζαΐρ. Η οικογένειά μου βρέθηκε εκεί λόγω του παππού μου. Έως το 1953 διατηρούσε μεγάλη επιχείρηση στη Νέα Ιωνία, την «Υφασματεμπορική». Μέσα σε μία νύχτα, εξαιτίας της υποτίμησης της δραχμής από τον Μαρκεζίνη, τα έχασε όλα, οπότε έφυγε με πλαστό διαβατήριο για το Βελγικό Κονγκό. Μόλις στάθηκε στα πόδια του, πήγαν και τον βρήκαν εκεί η σύζυγος με τις τρεις κόρες (η μεγαλύτερη ήταν η μητέρα μου). Το 1960, με την κήρυξη της ανεξαρτησίας του Κονγκό από τους Βέλγους ξέσπασαν ταραχές. Η ελληνική κυβέρνηση απέστειλε δύο μεταφορικά αεροπλάνα της Πολεμικής Αεροπορίας για να σώσουν τους Έλληνες. Σε ένα από αυτά ήταν πιλότος ο πατέρας μου, ιπτάμενος αξιωματικός τότε. Έτσι γνώρισε τη μητέρα μου και «κόλλησε» κι αυτός με την Αφρική.

> Στην Ελλάδα ήρθαμε το 1973, όταν ο Μομπούτου έκανε την περίφημη ζαϊροποίηση και η χώρα μετονομάστηκε σε Ζαΐρ. Κρατικοποίησε όλες τις επιχειρήσεις και θέλησε να διώξει όλους τους λευκούς από τη χώρα. Ήμουν τριών χρόνων, αλλά έχω πολύ έντονες εικόνες απ' τo Kονγκό. Θυμάμαι το κλάμα της Ρεζίν, της μαύρης νταντάς μου. Είναι και μια ανάμνηση ακόμα που δεν την θυμάμαι, μου την έχουν πει: οι Κονγκολέζες φορούσαν κάτι σαν κελεμπία χωρίς τίποτε από κάτω, οπότε ξάπλωνα στον δρόμο ανάσκελα για να τις αφήνω να περνάνε από πάνω μου, γελώντας.

> Το 1974 μείναμε στη Γλυφάδα, κοντά στ' Αστέρια, όπου πηγαίναμε για μπάνιο. Τα καλοκαίρια, τις νύχτες, ακούγαμε τη Μαρινέλλα να τραγουδάει. Η πλατεία της Γλυφάδας έπηζε από τα αμέρικαν μπαρ.

> Ήθελα να γίνω συγγραφέας από παιδί. Έβλεπα στην τηλεόραση το «Εγώ, ο Κλαύδιος» και μετά έγραφα το δικό μου «Εγώ, ο Οκτάβιος». Ο κατά οκτώ χρόνια μεγαλύτερος αδελφός μου υπήρξε καθοριστική επιρροή: έφερνε σπίτι βιβλία του Μπάροουζ, του Όσκαρ Ουάιλντ, τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Κορτέζ και του Μάρκο Πόλο, άκουγε Φίλιπ Γκλας και Χατζιδάκι. Έγινε πιλότος στην Ολυμπιακή, πέταξε για είκοσι πέντε συναπτά έτη και σήμερα είναι ερασιτέχνης αστρονόμος. Σε αντίθεση με μένα, συνεχίζει ν' ακούει Χατζιδάκι.

> Από τα χρόνια της Γλυφάδας, η Αθήνα ήταν για μένα κάτι μυθικό. Θυμάμαι να είμαι στο αυτοκίνητο του πατέρα μου, να περνάμε από την Ομόνοια και να βλέπω το σιντριβάνι κι έναν άνθρωπο πεσμένο στον δρόμο. Διάβαζα για την Αθήνα στον Ιωάννου, στον Κουμανταρέα, στον Ταχτσή. Άρχισα να εξερευνώ τον Κολωνό και τον Βοτανικό. Ήθελα να δω τη βρύση του Χασεκή και να ανακαλύψω γιατί ο Βοτανικός αναφερόταν σε τόσα λαϊκά τραγούδια.

> Ήθελα να φύγω σαν τρελός. Το 1989, σε ηλικία 19 ετών, κατέληξα στο Σάντερλαντ της Βορειανατολικής Αγγλίας. Η Θάτσερ είχε μόλις κλείσει τα ναυπηγεία. Για μένα ήταν τότε μια φοβερή περιπέτεια το γεγονός ότι αυτοί έπαιρναν το επίδομα ανεργίας και κάθε Παρασκευή και Σάββατο ξέρναγαν, πλακώνταν στο ξύλο και πηδιόντουσαν όπου βρίσκανε.

> Στα είκοσι έξι μου έμεινα επιτέλους στην Αθήνα. Νοίκιασα ένα ψηλοτάβανο δυάρι σε μια πολυκατοικία του 1929, στην οδό Καλλισπέρη. Ήταν εσωτερικό αλλά φωτεινό, έβλεπε σε έναν εκπληκτικό ακάλυπτο με έναν επιβλητικό φοίνικα. Έμεινα εκεί δύο χρόνια κι άρχισα να ανακαλύπτω τη δική μου φωνή στο γράψιμο. Μετά ήρθα στο Μετς, όπου έγραψα τα πρώτα μου βιβλία. Οι γονείς μου είναι θαμμένοι στον οικογενειακό μας τάφο, στο Πρώτο Νεκροταφείο, δίπλα μου δηλαδή. Η ανάμνησή τους μου έρχεται σε απίθανες στιγμές. Η μητέρα μου να μου παίζει πιάνο, μιαν άρια από τους Αλιείς μαργαριταριών. Σπάνια πηγαίνω στον τάφο τους, μολονότι μια βόλτα εκεί με ηρεμεί. Δεν πιστεύω ούτε στη μετά θάνατον ζωή, ούτε στον Θεό, αλλά είμαι σφραγισμένος από τη Νεκρώσιμη Ακολουθία, ιδίως εκείνο το «Πού εστίν η του κόσμου προσπάθεια», καθώς και από τον Εκκλησιαστή, αυτή την εσωτερική αντάρα ανάμεσα στην ηδονή της ζωής και την ισόβια ακύρωση των πάντων.

> Έκανα επί οκτώμισι χρόνια ψυχανάλυση, δύο φορές την εβδομάδα να κοιτάω το ταβάνι απ' το ντιβάνι. Μια φορά λέω στον «ψυχώ» μου: «Μπορώ να σας ρωτήσω κάτι; Μήπως είμαι νευρωτικός;». Κι εκείνος είπε: «Γιατί μου ζητάτε την άδεια για να μου κάνετε μια ερώτηση;».

> Το δεύτερο βιβλίο μου, η νουβέλα Η Aνάκριση, έκανε μια κάποια εντύπωση. Τεχνικά μιλώντας είναι καλύτερο βιβλίο απ' το πρώτο, αλλά νομίζω τελικώς ότι το πρώτο μου βιβλίο, το μυθιστόρημα Σώμα με σώμα, είναι πιο δυνατό. Η Ανάκριση έχει να κάνει με τον πόνο, το Σώμα με τον θάνατο, την απώλεια.

> Τα πρακτικά της δίκης των βασανιστών που αναφέρονται στην Ανάκριση μεταφέρουν φοβερά την ατμόσφαιρα της δίκης: μιλάνε οι μάρτυρες κατηγορίας, οι δικηγόροι και μετά οι ίδιοι οι βασανιστές. Νιώθεις σαν να είσαι πράγματι στα κελιά της ΕΣΑ. Γράφω πολύ για πράγματα που με σοκάρουν. Με ενδιαφέρει πολύ η έννοια του τραύματος και πώς επιζεί μέσα στον χρόνο - η ανθρώπινη υπόσταση κάτω από ακραίες συνθήκες. Έχω κάποιες θεωρητικές εμμονές: το σώμα ως ηδονή, το σώμα ως οδύνη, το σώμα μέσα στη φθορά του.

> Γράφω πάντα πρωί. Και προσπαθώ να γράφω κάθε μέρα. Από μία έως τρεις ή έως και οκτώ-δέκα ώρες, ανάλογα με το πόσο με αφήνει η δημοσιογραφία, από την οποία βιοπορίζομαι. Η δημοσιογραφία είναι σχεδόν το αντίθετο της λογοτεχνίας: η πρώτη ασχολείται με το γεγονός, η δεύτερη με το τι γίνεται πίσω και πέρα από ένα γεγονός. Ωστόσο, μου αρέσει το πάντρεμα δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας που έχει κάνει ο Μαλαπάρτε ή ο Γκέι Ταλέζε και η Τζόαν Ντίντιον.

> Θα ήθελα να ήμουν αποκλειστικά και μόνο συγγραφέας. Ωστόσο, η δημοσιογραφία μού έδωσε φίλους, ερεθίσματα, αναγνώριση, την ευκαιρία να κάνω ταξίδια. Θα θυμάμαι πάντα τη μία ώρα που πέρασα στο γραφείο του στρατηγού Γιαρουζέλσκι, στη Βαρσοβία, το 2008, ή σε ένα προάστιο του Πίτσμπουργκ, με έναν 25χρονο βετεράνο του Ιράκ, χωρίς μάτια και χωρίς χέρια. Πάνω απ' όλα, η δημοσιογραφία με βοήθησε να βγω απ' το καβούκι μου και να ξεσκαρτάρω τις εμμονές μου: ποιες είναι γόνιμες, ποιες αφορούν μόνον εμένα και κανέναν άλλο, τέτοια.

> Το καλύτερό μου βιβλίο είναι πάντα το επόμενο. Ο Μπέρναρντ Μάλαμουντ γράφει κάπου: «Σπίτι σου είναι εκεί όπου είναι το βιβλίο σου». Κρατάω συνεχώς σημειώσεις, κάνω πολύ έρευνα, αναγκάζομαι να ταξιδέψω μολονότι δεν είμαι των μετακινήσεων. Τώρα ετοιμάζω ένα τέτοιο ταξίδι στην Τουρκία, στον Σαγγάριο Ποταμό, για ένα non fiction novel που ξεκινάει από την ιστορία του παππού μου από την πλευρά του πατέρα μου, που σκοτώθηκε το '44 στον Εμφύλιο και είχε πολεμήσει στη Μικρασιατική Εκστρατεία.

> Στο Μετς πρωτοήρθα το 1999 κι εδώ έχω βρει μια πατρίδα. Στο βιβλίο του Το μέλι και η στάχτη του Θεού ο Μισέλ Φάις έχει μια φράση που θα ήθελα να έχω γράψει: «Ο Χριστός αναστήθηκε διότι είχε φίλους να τον περιμένουν». Η Μάρκου Μουσούρου είναι ο ωραιότερος δρόμος της Αθήνας, διότι εκεί ζουν μερικοί από τους πιο αληθινούς φίλους που θα μπορούσε να έχει κανείς.