*Με αφορμή την επανέκδοση του ντοκιμαντέρ του "Αγέλαστος Πέτρα" (2000), που προβάλλεται τώρα στον  κινηματογράφο "Έλλη", 12 χρόνια μετά την πρώτη του προβολή.

 

 

Δεν είμαι Αθηναίος. Μάλιστα, τώρα πρόσφατα, κατεβαίνοντας με τη μοτοσικλέτα στο κέντρο, σκέφτηκα: «Πού είμαι; Τι κάνω εγώ εδώ πέρα;».

Κατέβηκα ανυπόδητος από τα βουνά του Πηλίου το 1968. Θα σε παραπέμψω στη σκηνή από το Μέχρι το πλοίο του Δαμιανού, όπου αυτός που πρόκειται να ταξιδέψει στην Αυστραλία κατεβαίνει μια πλαγιά και ταυτόχρονα μαζί του κατρακυλάνε και οι πέτρες καθώς τις παρασέρνει.

Στο χωριό μας τότε υπήρχε ένας δρόμος που το διέσχιζε από τη μια άκρη ως την άλλη. Προς τα αριστερά, τελείωνε σε ένα μικρότερο χωριό, κι εκεί ήταν το τέλος του δρόμου και το τέλος του κόσμου. Όταν μια θεία μου μας έβλεπε να κοπροσκυλιάζουμε, μας έλεγε «μη διαβάζετε» και μας έδειχνε προς τα αριστερά, προς το τέλος του κόσμου. Στους καλούς τους έδειχναν προς τα δεξιά, εκεί που πήγαινε ο δρόμος στον Βόλο και στον υπόλοιπο κόσμο. Κάθε άνθρωπος έχει μια προίκα στη ζωή του. Η δική μου είναι αυτές οι δεκαεφτά πασχαλιές που πέρασα στη Ζαγορά τα πρώτα χρόνια της ζωής μου.

Στην Αθήνα ήρθα το 1969. Τότε η Ελλάδα είχε απαξιώσει παντελώς την επαρχία. Μέχρι και το τραγούδι στο Βίρα τις Άγκυρες λέει σε κάποια στιγμή «να βάλεις πλώρη, να φύγεις μακριά απ' το έρημο, το φτωχοχώρι». Τότε ήταν εξαιρετικά δύσκολα να ζεις στο χωριό και εξαιρετικά εύκολα να ζεις στην Αθήνα. Σήμερα, η πρωτεύουσα έχει κορεστεί κι έτσι έχει καταστρέψει όλη την Ελλάδα.

Μένω στου Γκύζη πολλά χρόνια. Δεν ξέρω αν μου αρέσει. Δεν κατάφερα ποτέ να βρω ένα στέκι. Ένα χώρο να βρισκόμαστε αυτοί οι πέντε φίλοι που είμαστε.

Είχα ένα γραφείο στα προσφυγικά, στην Αλεξάνδρας, και το έκανα τώρα αποθήκη. Όταν το πήρα, στα διπλανά διαμερίσματα έμεναν οικογένειες και απόγονοι των προσφύγων. Τώρα πολλά τα αγόρασε η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου και στα περισσότερα αυτήν τη στιγμή βρίσκονται καταληψίες. Για χρόνια μου 'χαν σπάσει το ρολόι και μου έπαιρναν ρεύμα, μετά μου έσπασαν και την πόρτα και μπήκαν μέσα. Δεν είμαι από αυτούς, όμως, που πιστεύουν ότι πρέπει να τα γκρεμίσουμε. Γι' αυτό δεν το πουλάω. Είναι κομμάτι της ιστορικής μνήμης. Ένα κομμάτι της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας είναι καταγεγραμμένο μέσα από την αρχιτεκτονική αυτών των κτιρίων. Αυτά είναι τα μοναδικά δείγματα. Αν πρέπει να γκρεμίσουμε κάτι ντε και καλά, ας πάρουμε τυχαία ένα οικοδομικό τετράγωνο που δεν έχει ένα καμία αξία και ας το κατεδαφίσουμε.

Σπούδασα Μηχανολόγος. Με τη φωτογραφία έμπλεξα τελείως τυχαία. Μια μέρα ήρθε ένας συνάδελφος στην εταιρεία που δούλευα, ερασιτέχνης φωτογράφος, και μας έδειξε κάτι φωτογραφίες. Του λέω, βρε συ, Γρηγόρη, μου αρέσει αυτό το πράγμα. Με πήρε εκείνη τη στιγμή και πήγαμε στην Ομόνοια και αγοράσαμε μια πάρα πολύ φτηνή φωτογραφική μηχανή. Την πρώτη φορά δεν ήξερα τι να φωτογραφίσω. Ανέβηκα στου Στρέφη και φωτογράφιζα τα δέντρα.

Μπήκε το μικρόβιο μέσα μου. Αγόρασα μια πολύ καλή μηχανή και βρέθηκα στον Αντρέα Σμαραγδή μαζί με τον Χαρισιάδη, που είχε επαγγελματικό γραφείο για να μάθω ορισμένα πράγματα. Εκεί κατάλαβα πως άλλο τα επαγγελματικά πράγματα και άλλο το να τραβάς δεντράκια. Μετά πήγα στον αδερφό του Αντρέα, τον Νίκο, που ήταν διευθυντής φωτογραφίας, και έγινα βοηθός του.

Ήταν τελείως διαφορετικά τα πράγματα τότε. Υπήρχε χρόνος για να ψαχτείς. Δεν είναι όπως σήμερα, που βλέπεις ανθρώπους είκοσι χρόνων και σου μιλάνε για τη σύνταξή τους. Πάρα πολλοί άνθρωποι στα τριάντα τους αποφάσιζαν να ασχοληθούν με κάτι άλλο. Ζούσες κάπως πιο εύκολα. Την έβγαζες με τα ψέματα. Έτσι και η χώρα έχει στηθεί πάνω στα ψέματα.

Η πρώτη μου δουλειά που θυμάμαι ήταν μια μικρού μήκους της Φρίντας Λιάππα που λεγόταν Μια ζωή σε θυμάμαι να φεύγεις. Στην επόμενη δουλειά συνεργάστηκα με τον Ανδρέα Μπέλλη, ο οποίος, κατά κάποιον τρόπο, είναι και ο δάσκαλός μου. Δεν είναι αρκετά γνωστό, αλλά ο Αντρέας Μπέλλης είναι αυτός που έχει αλλάξει την εικόνα του κινηματογράφου στην Ελλάδα. Αρκετά χρόνια μετά ασχολήθηκε με το θέατρο. Ο Ανδρέας είχε έρθει από τη Σουηδία εκείνο τον καιρό. Είχε μια άλλη κουλτούρα και μια άλλη γνώση των πραγμάτων. Εμείς βγαίναμε απ' όλη τη μιζέρια που πέρασε λόγω δικτατορίας ο κινηματογράφος και ο Αντρέας μας έφερε έναν άλλο αέρα.

Έχουμε τόση παράδοση στη διεύθυνση φωτογραφίας όση έχουμε και στον κινηματογράφο: μικρή. Είναι καθαρά οικονομικό θέμα. Το επίπεδο της εικόνας στον κινηματογράφο είναι και το επίπεδο του ελληνικού κινηματογράφου. Κατά καιρούς, από το δικό μου σωματείο έχουν εκφραστεί απόψεις ότι έχουμε πιο ωραίες εικόνες από ταινίες. Αυτό είναι αναντίστοιχο. Η εικόνα στον κινηματογράφο είναι μια πάρα πολύ ακριβή ιστορία. Το να κάνεις μια ταινία εποχής, για παράδειγμα, είναι πάρα πολύ δύσκολο και κοστίζει μόνο και μόνο να ξαναζωντανέψεις την εποχή. Επίσης, για τις ταινίες εποχής στην Ελλάδα, δεν αφήσαμε ούτε ένα κομματάκι από την παλιά Ελλάδα. Σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες βλέπεις γειτονιές που είναι ίδιες από το 1600. Εμείς τα γκρεμίσαμε όλα και πτωχεύσαμε κιόλας. Μην αποσυνδέουμε το ένα από τα άλλο.

Το παλιό δεν είναι πάντα και καλό. Όσο ρομαντικός να είσαι, το να πηγαίνεις στη βρύση να φέρεις νερό μπορεί να είναι μια ωραία εικόνα για τον κινηματογράφο, αλλά δεν είναι ωραία για τη ζωή. Απλώς, ασπαστήκαμε ένα δόγμα, να μοιάσουμε με την Ευρώπη χωρίς να έχουμε μια εικόνα πώς είναι η Ευρώπη. Έτσι τα πήρε όλα η μπάλα. Θελήσαμε να τα αλλάξουμε όλα.

Ο φωτιστής και ο διευθυντής φωτογραφίας είναι καλλιτέχνες στον βαθμό που καλούνται να λύσουν όλα τα ζητήματα που προκύπτουν σ' ένα έργο. Με το φως γράφεις ένα πράγμα, ζωγραφίζεις μια κατάσταση. Δες πώς χρησιμοποίησαν οι ζωγράφοι το φως για να παράγουν ένα εικαστικό αποτέλεσμα. Αυτό γίνεται και στον κινηματογράφο.

Όταν μιλάμε για τέχνη, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο που ονομάζεται μεταγραφή. Η τέχνη, ό,τι και να είναι, έχει την ανάγκη της μεταγραφής. Αν μείνει στο επίπεδο της περιγραφής, δεν κάνεις τίποτα. Όποια ιδέα και να έχεις πρέπει να τη μεταγράψεις στη γλώσσα σου. Προφανώς, όπως έλεγε ο Σεφέρης, «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας». Επειδή, όμως, υπήρξαν τόσο μεγάλοι ποιητές στο παρελθόν, δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε και σήμερα ποίηση στην Ελλάδα.

Κάπου στη δεκαετία του '80 μπήκε στο θέατρο η ανάγκη να είναι πιο καλλιτεχνική, πιο εικαστική η παράσταση. Αυτό ξεκίνησε με τον Ανδρέα Μπέλλη και τις παραστάσεις του Βογιατζή. Επειδή ήταν πολλοί λίγοι οι άνθρωποι που είχαν σπουδάσει φωτισμό για το θέατρο, πήραν εμάς του κινηματογράφου. Μέχρι τότε υπήρχε η άποψη αυτών που ήθελαν όλα να φαίνονται σωστά και της Βουγιουκλάκη, που ήθελε να φωτίζονται οι πρωταγωνιστές μπροστά με τρία φώτα

Οι φωτισμοί στο θέατρο είναι επίσης δύσκολο, αν θέλει να προσθέσει κανείς κάτι που να είναι ουσιαστικό και ζητούμενο μέσα στην παράσταση. Υπάρχουν παραστάσεις που στηρίζονται πάνω στα φώτα και έτσι είναι κάτι δημιουργικό. Υπάρχουν πιο στρωτές παραστάσεις, που απλά θέλουν την τεχνική σου βοήθεια. Πρέπει από την αρχή να είναι ζητούμενο τα φώτα να αποτελούν μέρος του εικαστικού κομματιού της παράστασης. Στο θέατρο παίζει πολύ ο υποκειμενισμός. Μπορεί ένας γλόμπος, η πιο απλή πηγή φωτός να νοηματοδοτηθεί με έναν τρόπο και να γίνει κάτι πραγματικά σπουδαίο. Και αυτό είναι και το ζητούμενο: θα πρέπει να μείνει ένα μεγάλο πεδίο στον θεατή που βλέπει να χωρέσει πράγματα στις εικόνες που φτιάχνει με τη φαντασία του. Δεν έχει σημασία πόσο περίπλοκα ή πόσο ακριβά είναι τα μηχανήματα για το πώς θα φτιάξεις μια παράσταση, αλλά το τελικό αποτέλεσμα να είναι ανοιχτό για τη φαντασία του θεατή. Έτσι αποκτιέται μια πολλή δυνατή σχέση με την παράσταση και το θεατή, που είναι και το ζητούμενο.

Το πρώτο γύρισμα στην Ελευσίνα για την Αγέλαστο Πέτρα το έκανα το 1988. Με ενδιέφερε πολύ να παρακολουθώ τις ανασκαφές σε συνδυασμό την εξέλιξη μιας πόλης. Αυτό ήταν η Ελευσίνα: ήταν κοντά, γεμάτη με αρχαία και ένα μεγαλείο. Τότε ήταν μια πολύ υποβαθμισμένη περιοχή σε σχέση με τώρα, που έχουν γίνει κάποια περιβαλλοντικά έργα. Από την πρώτη μέρα αισθανόμουν ενθουσιασμένος. Άρχισα να τραβάω μια ανασκαφή σε ένα αρχαίο νεκροταφείο που μετά από έναν χρόνο έκλεισε γιατί το έχτισαν. Αυτή ήταν μια πάγια τακτική που ακολουθήθηκε και στην Αθήνα τη δεκαετία του '60. Δεν είναι σημαντικά όλα τα αρχαία ευρήματα, αλλά δεν μπορείς να μπαζώνεις και τα πάντα.

Με την Αγέλαστο Πέτρα άνοιξε ένας δρόμος. Μπήκαν τα ντοκιμαντέρ πιο έντονα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Πέτυχε, νομίζω, γιατί εξέφρασε μια αγωνία εκείνων των χρόνων με μια ματιά που δεν εκφράζεται μέσα από πολιτικό κόμμα ή κάποιο ρεύμα της τέχνης. Κάποιοι άνθρωποι που είχαν χρόνια να πάνε στον κινηματογράφο και την είδαν, επικοινωνώντας μαζί μου μού είπαν ότι είδαν μια ταινία μέσα στις δικές τους αγωνίες, που δεν το έβλεπαν στην τηλεόραση ή κάπου αλλού.

Μετά είχα μια πρεμούρα να κάνω κάτι άλλο ώστε να ικανοποιήσω την ανθρώπινη ματαιοδοξία μου. Δεν έχω σταματήσει να δουλεύω από τότε. Έκανα μια μεγάλη έρευνα στο Άργος για μια χάλκινη μυκηναϊκή πανοπλία που υπάρχει στο Μουσείο του Ναυπλίου. Η πανοπλία βρέθηκε σε ένα αρχαίο νεκροταφείο στα Δενδρά. Απέναντι από αυτό υπήρχε ένα σύγχρονο. Παρακολουθούσα συχνά τα Ψυχοσάββατα και έβλεπα πως όλες οι τελετουργίες που έκαναν αυτές οι γυναίκες ήταν σαν να αφορούσαν και τους αρχαίους. «Και των λοιπών ψυχών», που μνημονεύει ο παπάς. Έχουμε κάποια κοινά με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Πατάμε στους ίδιους δρόμους, στις ίδιες πέτρες και στα ίδια ρήματα.

Δεν νιώθω πως είμαι στην «απόξω» ή ότι είμαι διαφορετικός από τους άλλους. Διάγω ένα πολύ κανονικό βίο. Μια φορά την εβδομάδα πηγαίνω στη λαϊκή. Κάνω μια πολύ καθημερινή ζωή, όταν δεν δουλεύω. Με χωράει και με παραχωράει αυτός ο κόσμος. Απλώς, εγώ δεν καταλαβαίνω τι προσφέρω. Στον άνθρωπο τα είκοσι χρόνια της ζωής του είναι τα πολύ σημαντικά. Εκεί ανατρέχεις πάντα για να βρεις κουράγιο. Σκέφτομαι, τα νέα παιδιά που μεγάλωσαν τώρα σε τι άραγε ν' ανατρέχουν;