Γεννήθηκα στην Πάτρα, όπου έζησα ως τα δεκαοκτώ μου. Ήταν μια μεγάλη πόλη με παράδοση και κουλτούρα αστικής ζωής. Είχες αυτήν τη διαρκή υπενθύμιση ότι η θάλασσα που ήταν στα πόδια σου μπορούσε να σε οδηγήσει κάπου πολύ μακριά. Υπήρχε αυτό το άνοιγμα του Ιονίου που σε περνούσε στην Αδριατική και την Ιταλία. Έβλεπες τα πλοία κάθε μέρα να πηγαίνουν και να έρχονται. Με αυτή την έννοια δεν ήταν μια από αυτές τις κλειστοφοβικές επαρχιακές πόλεις.

Μεγάλο μέρος στη διαπαιδαγώγησή μου έπαιξε η Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Πήγαινα κάθε μέρα στο κτίριο όπου στεγαζόταν τότε, στην οδό Κανάρη, σε μια αίθουσα προβολής, σαράντα θέσεων το περισσότερο. Εκεί είδα τα άπαντα του Γκοντάρ, πολλές ελληνικές ταινίες που αγνοούσα την ύπαρξή τους, όλη τη Ρωσική Πρωτοπορία. Ήταν ένα είδος κινηματογραφικής αγωγής. Θυμάμαι έβλεπα δύο και τρεις ταινίες την ημέρα.

Η πρώτη γειτονιά που έμεινα στην Αθήνα ήταν η πλατεία Μαβίλη, η οποία δεν είχε καμία σχέση με αυτό που είναι σήμερα. Έμενα στην οδό Δημητρίου Σούτσου, απέναντι από το Νοσοκομείο Αγία Ελένη. Εκεί κοντά βρισκόταν και το εστιατόριο Balthazar, που ανήκε στη συγγραφέα Καίη Τσιτσέλη, όπου ξεκίνησα να έχω και τις πρώτες γαστριμαργικές μου ανησυχίες και ήπια τα πρώτα εμφιαλωμένα κρασιά ποιότητας, όπως ήταν τα κρασιά Καλλιγάς και συγκεκριμένα το Ρούμπι Καλλιγάς. Το συνόδευα με διάφορα περίεργα για μένα, τότε, πιάτα όπως η Κις Φλωρεντίν.

Το 1980 πήγα στο Παρίσι για να κάνω τις σπουδές που πραγματικά ήθελα. Ποτέ δεν με ενδιέφεραν τα νομικά, περισσότερο μου άρεσαν η Φιλοσοφία και η Ιστορία. Πήγα στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales και σπούδασα Ιστορία. Πτυχίο, μεταπτυχιακό και διδακτορικό. Έμεινα εκεί μέχρι τον Γενάρη του '85. Το Παρίσι τότε ζούσε μια διαδικασία αλλαγών. Στο μυαλό μου το είχα μόνο από τις ταινίες που είχα δει και από τα αστυνομικά βιβλία του Ζορζ Σιμενόν.

Είχα την ευκαιρία να πάω δοκιμαστικά -ως φοιτητής ακόμη- στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» το 1976 (είχε πρωτοξεκινήσει να κυκλοφορεί λιγότερο από ένα χρόνο πριν). Έτσι, χωρίς να το καλοσκεφτώ βρέθηκα σε έναν χώρο μαγικό και ανάμεσα σε ανθρώπους-μύθους της εποχής, όπως ήταν ο Δημήτρης Ψαθάς, η Ελένη Βλάχου, ο Κυρ και ο Φρέντι Γερμανός. Επιπλέον, η «Ελευθεροτυπία» μού έδειξε και ένα κομμάτι της Αθήνας που έκτοτε αγάπησα πάρα πολύ και είναι μέχρι και σήμερα το αγαπημένο μου μέρος στην πόλη. Είναι το κομμάτι γύρω από την πλατεία Καρύτση.

Η περιοχή αυτή είναι πολύ γοητευτική από κάθε άποψη. Η Καρύτση έχει τη μνήμη του Τύπου. Ακόμη και τώρα, αν περάσεις και σηκώσεις ψηλά το κεφάλι, θα δεις να έχουν ξεμείνει κάποιες παλιές επιγραφές όπως «Η Διάπλασις των Παίδων», «Εμπρός» κ.λπ. Εκεί ήταν το κτίριο της «Εστίας», οι εφημερίδες του Λαμπράκη στη Χρήστου Λαδά, το κτίριο του «Έθνους» και μετά η «Ελευθεροτυπία». Είναι κατά κάποιο τρόπο η Fleet Street της Αθήνας, τηρουμένων των αναλογιών, και ένας χώρος που μέσα από τη λειτουργία του Τύπου απέκτησε ένα ξεχωριστό χαρακτήρα, μονολότι ο Τύπος έχει πλέον φύγει από εκεί.

Όταν ήμουν στην «Ελευθεροτυπία» μυήθηκα και στη ζωή του μπαρ. Όχι σε ένα οποιοδήποτε μπαρ, αλλά στο μπαρ «17», που βρισκόταν στον αριθμό 17 της οδού Βουκουρεστίου -εκεί που είναι η Prada σήμερα- ιδιοκτησίας της Αθηνάς Λοράνδου, ιδιαιτέρας του Δημητρίου Λαμπράκη και μιας ισχυρής κυρίας της εποχής: ήταν από τη μια πλευρά γραμματέας του Λαμπράκη και από την άλλη ένα είδος μυστικοσυμβούλου της βασίλισσας Φρειδερίκης. Εκεί λοιπόν, στο «17», όπου μπάρμαν ήταν ο Φώτης Κρικζώνης, μυήθηκα στην κουλτούρα του οινοπνεύματος, κυρίως του ουίσκι. Αυτός ο χώρος ήταν πολύ περίεργος, απ' έξω μια ταμπέλα έγραφε «Σύλλογος Αμφικτιονιών». Εκ των υστέρων έμαθα ότι τοποθετήθηκε για να μην μπαίνει ο οποιοσδήποτε μέσα, για να δίνεται η εντύπωση ότι ο χώρος αυτός ήταν κάτι το κλειστό, ένα είδος λέσχης. Όταν έμπαινες μέσα μεταφερόσουν πλήρως. Όλο αυτό το υπόγειο ήταν βαμμένο σε ένα πράσινο-φυστικί χρώμα και νόμιζες ότι ήσουν στη Βυρηττό ή δεν ξέρω κι εγώ πού. Είχε τρομερούς τύπους μέσα, κυρίως άντρες αλλά και κάποιες γυναίκες, που δεν ήξερα τότε τι ήτανε, αλλά αργότερα έμαθα ότι ήταν βουλευτές και γενικώς ισχυροί κύριοι και κυρίες της Αθήνας, απόμαχοι διπλωμάτες και μορφές της Αθήνας που έπαιζαν κάποιο ρόλο.

Έμενα για πολλά χρόνια στην οδό Διδότου και Σίνα. Τώρα μένουμε στο Παλιό Ψυχικό, αλλά μιας και τα παιδιά μας μεγάλωσαν πια ελπίζω ότι θα ξαναγυρίσω στο κέντρο της Αθήνας. Το Ψυχικό είναι ένα πολύ ωραίο προάστιο, δεν παύει όμως να είναι ένας κοιτώνας. Εκεί πάνε οι άνθρωποι για να κοιμηθούν και η μόνη ζωή είναι τα φυτά στους κήπους.

Πάντοτε ήθελα να είμαι αυτό που έλεγε και ένα παλιό σύνθημα του «Ταχυδρόμου» «Μέσα στα πράγματα».

Όταν έρχονται διάφοροι ξένοι μού αρέσει πολύ να τους ξεναγώ. Είναι ένα είδος αποσπασματικής πόλης η Αθήνα. Είναι μια πόλη που δεν είναι συνολικά ωραία. Υπάρχουν όμως ορισμένες νησίδες και σε αυτές τις νησίδες μου αρέσει να κυκλοφορώ. Για παράδειγμα, όλο το κομμάτι γύρω από την Ακρόπολη, η Βασιλίσσης Σοφίας, που είναι ένας πολύ ωραίος δρόμος για να περπατάς όταν η ζέστη δεν είναι αφόρητη, οι πίσω πλευρές διαφόρων κτιρίων που έχουν κήπους και μικρά καφέ. Επίσης, είναι μια πόλη που έχει πολύ ωραία μουσεία. Για μένα ένα από τα ωραιότερα είναι αυτό του Κεραμεικού, που είναι μικρό, αλλά σου προσφέρει τρομακτική συγκίνηση. Εκεί πηγαίνω πάντα κάθε φθινόπωρο τους φοιτητές μου και κάνω την έναρξη των μαθημάτων μου. Εκεί μπορείς να δεις πραγματικά αυτό που ονομάζουμε διαδικασία της επαλήθευσης. Συγκεκριμένα, διαβάζεις στον Θουκυδίδη για τον λοιμό των Αθηνών και για τα κτερίσματα που πετάχτηκαν μέσα σε ομαδικούς τάφους και αμέσως μετά τα βλέπεις μπροστά σου, μέσα στη βιτρίνα του Μουσείου. Μια αφήγηση τόσο μακρινή αλλά και τόσο αληθινή τελικά. Μου αρέσει επίσης πολύ το Πρώτο Νεκροταφείο γιατί είναι η ιστορία της Αθήνας των τελευταίων δύο αιώνων. Έχει και μερικά καταπληκτικά γλυπτά. Επομένως ,την Αθήνα δεν μπορείς να την αντιμετωπίσεις ως ένα σύνολο, αλλά ως ένα απόσπασμα. Έτσι κυκλοφορώ, από απόσπασμα σε απόσπασμα και από χωρίο σε χωρίο.

Αυτό που με ανησυχεί είναι η αγωνία που έχουν οι φοιτητές μου για το πώς θα ζήσουν και τι θα κάνουν στη ζωή τους, κάτι που η δικιά μου η γενιά δεν βίωσε ποτέ. Κανείς από εμάς δεν χρειάστηκε να σκεφτεί ούτε πώς θα βγάλει λεφτά, ούτε πώς θα επιβιώσει. Καταλαβαίνω την αγωνία τους, αλλά τη βρίσκω πολύ καταπιεστική και προσπαθώ να τους καθησυχάσω και να τους κάνω να σκέφτονται αισιόδοξα για να βρίσκουν με αυτό τον τρόπο διεξόδους. Πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για να κάνουν υπέρβαση.

Οι οικονομικές κρίσεις πάντα ωφελούσαν τη τέχνη. Για παράδειγμα, στη μεγάλη κρίση του '29, όπου κατέρρευσε ένα προϋπάρχον σύστημα, δημιουργήθηκε ένα καινούργιο. Όλοι οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι που ξέρουμε σήμερα, ο Knopf για παράδειγμα, δημιουργήθηκαν την περίοδο της κρίσης. Κατέρρευσαν οι παλιές επιχειρήσεις και δημιουργήθηκαν καινούργιες. Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλες μορφές επιχειρηματικότητας, όπως και στη τέχνη. Οι άνθρωποι κάτω από αυτές τις συνθήκες αναγκάζονται να γίνουν πιο επινοητικοί, προσπαθούν να παράγουν με λιγότερα χρήματα ή και με καθόλου. Είμαι πολύ αισιόδοξος ως προς αυτό. Η κοινωνική ανασφάλεια δεν συνεπάγεται και δημιουργική ανασφάλεια. Σε εποχές μεγάλων οικονομικών κρίσεων η ιστορία έχει δείξει ότι έχουμε νέες τάσεις, νέα φαινόμενα και νέους δημιουργούς. Μια κρίση που ισοπεδώνει ένα ισχυρό προϋπάρχον σύστημα αφήνει τον χώρο σε νέους ανθρώπους, που μέχρι πρότινος δεν μπορούσαν να εκφραστούν, να αναληφθούν και να βγουν προς τα έξω. Για παράδειγμα, στην Αμερική όλες οι εκδοτικές εταιρείες που είναι εισηγμένες στα χρηματιστήρια έχουν υποστεί μεγάλο στραπάτσο. Αυτό το σύστημα, λοιπόν, μπορεί να μην κατέρρευσε, αλλά εμφάνισε αρκετές ρωγμές μέσα από τις οποίες εμφανίστηκαν άλλοι εκδοτικοί οίκοι.