Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1981, στην πλατεία Παπαδιαμάντη, στη Λαμπρινή. Το 1984 μετακομίσαμε στα Κάτω Πατήσια και από τότε γυροφέρνω στην περιοχή. Yinka είναι το όνομά μου. Λέγομαι Εμάνουελ Ολαγίνκα Αφολάνιο, νιγηριανής καταγωγής, από τη φυλή Γιορουμπά, με μεγάλη κληρονομιά, μουσική και παγανιστική.

Οι γονείς μου είχαν έρθει στην Ελλάδα για σπουδές. Εδώ σπούδασαν και οι δύο, εδώ παντρεύτηκαν, εδώ γεννήθηκε ο αδερφός μου, κι εγώ και οι δυο αδερφές μου. Ο πατέρας μου ήταν πλανόδιος πωλητής και η μάνα μου δούλευε για πολύ καιρό ως γαζώτρια σε μαγαζιά. Εκείνη την εποχή οι ξένοι ήταν πολύ λίγοι, ήταν μικρή η αφρικάνικη κοινότητα και υπήρχε και ροή ρευστού. Ήταν πιο εύκολα τα πράγματα στα μέσα των '90s στην Ελλάδα.

Από μικρός είχα πολύ καλή σχέση με τον αθλητισμό. Στην αρχή με το ποδόσφαιρο, μετά με το μπάσκετ. Θυμάμαι πιτσιρικάς που καθόμουν στον πάγκο -οι υπόλοιποι ήταν μεγαλύτεροι, με πέρναγαν τουλάχιστον 6 χρόνια- φορώντας τη φανέλα της ομάδας μου και γούσταρα πολύ. Όταν πήγαινα στο σπίτι τη μύριζα, τη φόραγα, κοιταζόμουν στον καθρέφτη και φανταζόμουν διάφορα. Ήμουν πολύ φαντασιόπληκτος. Το '87-'88 ασχολήθηκα με το μπάσκετ και παρόλο που υπήρχε μια αγνή, καθαρή αγάπη για τον αθλητισμό, με τον πρωταθλητισμό δεν ασχολήθηκα ποτέ, λόγω συνθηκών. Υπήρχε θέμα επειδή δεν είχα ελληνική υπηκοότητα, δεν μπορούσαν να μου βγάλουν δελτίο.

Το πώς μπήκα στο σχολείο παραμένει ένα μυστήριο. Οι γονείς μου δεν είχαν ελληνικό διαβατήριο και λογικά δεν μπορούσαν να μας γράψουν, αλλά τέλειωσα το σχολείο και πέρασα στα ΤΕΙ Ηλεκτρολογίας. Δεν αναρωτήθηκα ποτέ πώς. Το ότι δεν είχα χαρτιά δεν επηρέασε ποτέ τις καθημερινές μου σχέσεις με τα παιδιά, το θέμα της υπηκοότητας το συνειδητοποίησα πολύ αργότερα, μετά τα 22. Πριν από αυτό ήμουν στον κόσμο μου. Στη δικιά μου σφαίρα. Θεωρούσαμε τους εαυτούς μας Έλληνες και δεν φανταζόμασταν ότι υπήρχε διαφορά ή πρόβλημα. Μετά τα 18-19 βρεθήκαμε προ εκπλήξεως γιατί άρχισαν τα «σύννεφα».

Θα ήθελα να έχω μάθει να παίζω μουσική από πολύ νωρίς. Είναι το μόνο που θα άλλαζα, αν μπορούσα να γυρίσω πίσω στον χρόνο. Δεν είχα τη δυνατότητα, επειδή δεν το επέτρεπαν οι συνθήκες. Η μουσική ήταν πολυτέλεια και τα οικονομικά μας δεν το επέτρεπαν. Το μόνο που κάναμε ήταν αγγλικά, αυτό μας πλήρωναν οι γονείς μας.

Η πρώτη μουσική που θυμάμαι στο σπίτι ήταν από τα βίντεο του MTV και τα αφρονιγηριανά βιντεάκια από ποπ σταρ της εποχής. Όταν είδα για πρώτη φορά το «Bad» έπαθα πλάκα. Προσπαθούσα να μιμηθώ τις κινήσεις του Μάικλ Τζάκσον και να κάνω το «Moonwalking»! Επίσης, θυμάμαι το κόλλημα που είχε φάει ολόκληρη η οικογένεια με το «Wonderful Life» του Black, είχε κάνει μεγάλη αίσθηση ακόμα και στον πατέρα μου που δεν είχε καμία σχέση με αυτά. Για μια εποχή ήταν το κομμάτι μας. Την τελευταία φορά που το έβαλα να παίζει στο YouTube μαζεύτηκε ολόκληρη η οικογένεια να το ακούσει και η αντίδραση ήταν η ίδια.

Το ερέθισμα για ν' ασχοληθώ με τη μουσική ήταν ο αδερφός μου. Πήγαινε σε hip hop και psychedelic πάρτι στο Άλσος, άκουγε jungle κι έγραφε κασέτες από εκπομπές του MTV την ώρα που κοιμόμουν. Όταν αργότερα γνώρισα έναν φίλο που έπαιζε drum 'n' bass και μου έβαζε ν' ακούσω τα κομμάτια, ανακάλυψα ότι τα ήξερα ήδη όλα! Σιγά-σιγά ξεκίνησα να κάνω MC-λίκι πάνω σε drum 'n' bass ρυθμούς με αγγλικό στίχο. Το εναρκτήριο λάκτισμα ήταν το πάρτι σε μια ταράτσα το '88.

Με το ελληνόφωνο χιπ χοπ ασχολήθηκα το 1999. Είχε γίνει ένα hip hop φεστιβάλ στην Ερμού, είχε γεμίσει ολόκληρη με γκράφιτι από Έλληνες και ξένους. Θυμάμαι είχαν σκάσει ο Taki Tsan και ο Εισβολέας και είχε ακολουθήσει ένα ιστορικό battle με τις Παρεμβολές, το συγκρότημα του αδερφού μου. Έγινε πανικός. Ανεβαίνω κι εγώ, παίρνω το μικρόφωνο και ξεκίνησα να κάνω freestyle στα ελληνικά! Ψιλομούφα, αλλά εκεί μου βγήκε το «Μαύρο Μυστήριο» κι έτσι απέκτησα και το δεύτερό μου όνομα, «Μυστήριο».

Το 2000 έγιναν κάποια sessions με τους Palyrria πάνω στα κομμάτια του πρώτου τους δίσκου. Εκείνη την εποχή έβλεπα τον MC σαν τον «άρχοντα της τελετής» κυριολεκτικά, ήμουν σε έναν κυκεώνα λέξεων και ήθελα να βγάλω αυτό το τελετουργικό περνώντας στους στίχους μου όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσα.

«Ολαγίνκα» σημαίνει «όλα γύρω μου είναι ευλογημένα» και μερικές φορές αισθάνομαι ότι αυτό ισχύει. Όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι με τη μουσική έχω πάρει απίστευτα εφόδια ζωής, μέσα από τους μουσικούς που έχω γνωρίσει. Έχω συνδέσει τη μουσική με τη ζωή, την πνευματικότητα, για μένα σημαίνει στάση ζωής. Πάντα έκανα παρέα με μουσικούς που είναι 10 και 15 χρόνια μεγαλύτεροι από μένα, άνθρωποι με σοφία. Έβλεπα το πώς κινούνταν, έπαιρνα πάρα πολλά πράγματα, κι ακόμα παίρνω. Με έχουν βοηθήσει στον τρόπο που σκέφτομαι, στη συμπεριφορά μου, με έκαναν να ευαισθητοποιηθώ κοινωνικά, να αποκτήσω μια ολοκληρωμένη άποψη για τα πράγματα.

Επειδή έκανα πάντα παρέα με ανθρώπους του καλλιτεχνικού χώρου, πίστευα ότι έτσι είναι ο κόσμος. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι αυτοί είναι η μειονότητα. Ότι στον κόσμο υπάρχει κακό μάτι, μιζέρια, γκρίνια, υπάρχουν «καρφιά» που πετάγονται με την πρώτη ευκαιρία και χωρίς λόγο, υποτιμητικά σχόλια και βλέμματα, ρατσισμός και διάκριση. Είναι απίστευτη η συμπεριφορά των ανθρώπων. Ακούς δηλητηριώδη σχόλια απλά επειδή ζορίζεται κάποιος. Ήμουν μέσα στο τρένο, γεμάτο κόσμο, πάσχιζε κάποια να περάσει, κι επειδή δεν μπορούσε πέταξε το καρφί της.

Έχω ακούσει αμέτρητες φορές σχόλια για το χρώμα μου. Με έχουν πει κι αράπη. Τις προάλλες, έτρεχα σε έναν αγώνα δρόμου που ήταν για τις γυναίκες με καρκίνο του μαστού, όλοι χειροκροτούσαν και πετάγεται ένας παππούς και λέει «α, τρέχει κι ο αράπης!». Την άλλη φορά έπαιζα live στο γάμο μιας φίλης στην Πλάκα και κουβάλαγα τα μηχανήματα για το soundcheck, όταν πετάγεται μια τύπισσα από το κέτερινγκ και λέει «μαύρη μαυρίλα πλάκωσε». Νόμιζε ότι δεν καταλαβαίνω ελληνικά. Απίστευτο!

Είμαι περήφανος που μπορώ να ζω από τη μουσική. Από το 2003, που βγήκα στη γύρα, αποφάσισα να ζήσω από αυτό που αγαπάω. Με έχουν πει κάποιοι «μαϊντανό» επειδή μπορείς να με δεις παντού, αλλά ήθελα να κάνω πολλά πράγματα και εκτέθηκα πολύ: με το γκρουπ ως μπασίστας, έπαιξα με τον Πλιάτσικα, σε drum 'n' bass πάρτι, σε hip hop live, ήταν ο μόνος τρόπος όμως για να ζήσω από αυτό.

Τους φίλους μου τους ερωτεύομαι, είναι πολύ έντονη η σχέση μου μαζί τους. Υπάρχουν άτομα που με φέρνουν στα όριά μου και θέλω να τους πλακώσω, με επηρεάζουν όμως πάρα πολύ. Υπάρχει ένα υποσυνείδητο αίσθημα του τι θα πουν, θέλω αναγνώριση από αυτούς, το μπράβο τους. Όχι από ανασφάλεια, αλλά επειδή σέβομαι τη γνώμη τους.

Ζηλεύω την αφοσίωση κάποιων ανθρώπων σε αυτό που αγαπούν, που είναι στρατιώτες, που κάνουν θυσίες και συνεχίζουν μέχρι να καταλήξουν κάπου. Που φτάνουν με το σπαθί τους και δεν νοθεύουν αυτό που πιστεύουν. Ο σκοπός είναι να γίνεσαι όλο και καλύτερος, η εξέλιξη, να συνεχίζεις μέχρι να πας αλλού.

Έχω κάνει πολλούς συμβιβασμούς. Μουσικά δεν είμαι ταγμένος σε κάποιο είδος, δεν είμαι underground, θέλω να καλύπτω κάθε πτυχή του ανθρώπου που με ακούει, να του δίνω χαρά, γέλιο, κλάμα, οτιδήποτε. Ο πιο μεγάλος συμβιβασμός όμως είναι με τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Έχω μάθει να ανέχομαι τα πάντα από ανθρώπους που αγαπάω, να κάνω έκπτωση, να συμβιβάζομαι και να τους δέχομαι ακριβώς όπως είναι. Παλιότερα δεν το δεχόμουν.

Μ' αρέσει να παρατηρώ τη λεπτομέρεια, να κοιτάζω και να μεταφράζω μια κίνηση, να μπαίνω σε ένα παιχνίδι και να μεταφράζω ανθρώπινες συμπεριφορές, τη γλώσσα του σώματος. Παρατηρώ φάτσες, τον τρόπο που μιλάνε, που στέκονται, και τους κατατάσσω σε ανθρώπινες φυλές. Ακόμα κι αν δεν μοιάζουν καθόλου μεταξύ τους, εμένα μου θυμίζουν ο ένας τον άλλο, από τον τρόπο που στήνονται, από ένα ψεύδισμα, από τις εκφράσεις του προσώπου τους. Μου αρέσει να τζαμάρω γενικότερα. Να τζαμάρω με τη σκέψη μου, να ξεφεύγω και να βλέπω πιο εσωτερικά και στη μουσική και στη ζωή. Μου αρέσει να κλέβω χαρακτηριστικά από μεγάλες προσωπικότητες, να απορροφώ στοιχεία από σπουδαίους ανθρώπους, μεγάλα πνεύματα, ανθρώπους που έχουν δουλέψει τόσο πολύ τον εαυτό τους που τους ζηλεύω.

Μου αρέσει να δουλεύω υπό πίεση, ο πανικός, γι' αυτό και μ' αρέσει η Αθήνα. Έχει ωραία ενέργεια, ειδικά στις περιοχές γύρω απ' την Ακρόπολη υπάρχει μια αύρα κουλτούρας κι ένα vibe που σε κάνει να νιώθεις ωραία. Πλάκα, Θησείο, Μοναστηράκι, Κεραμεικός, Κουκάκι, Πετράλωνα. Μ' αρέσει να περπατάω στην Αθήνα, γιατί μισώ να περιμένω στις στάσεις.

Με ενοχλεί που οι Αθηναίοι έχουν μια υπεροψία για τους επαρχιώτες και τους ξένους. Δεν είμαι ξένος, είμαι γέννημα-θρέμμα της Αθήνας, αλλά πολλές φορές με κάνουν κι αισθάνομαι ξένος. Με ενοχλεί η άγνοια. Με ενοχλεί που οι άνθρωποι βάζουν στόχο να φτάσουν κάπου, κι όταν φτάσουν εκεί, τελείωσε! Που δεν τους ενδιαφέρει να πάνε λίγο παραπέρα πνευματικά. Με ενοχλεί που το «μάθε, παιδί μου, γράμματα» έγινε «βγάλε, παιδί μου, λεφτά».

Υπάρχει ευτυχία. Τη βρίσκεις μόνο όταν είσαι ευέλικτος στη σκέψη κι ειλικρινής με τον εαυτό σου. Είναι πολύ σημαντική η λήθη επίσης, το να μπορείς να ξεχνάς.

Η ζωή με έμαθε να φιλτράρω τα πράγματα, να τα περνάω από διάφορες διαδικασίες πριν καταλήξω κάπου, να σκέφτομαι, να ταξιδεύω και να προσπαθώ να βλέπω τους ανθρώπους «αλλιώς»...