Την αγαπάω την Αθήνα, αν και δεν μου φαίνεται ωραία ως πόλη. Όταν γυρνάω απ' έξω αισθάνομαι ότι είναι μια πόλη φτωχή, χωρίς χαρακτήρα, που τρώει από τις σάρκες της, πως ούτε επηρεάζεται με ένα βαθύτερο τρόπο από αυτά που γίνονται έξω, ούτε έχει μια ταυτότητα πόλης. Δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να διεκδικήσει την ταυτότητα του αθηναϊκού κι αυτό με στενοχωρεί σε αυτή την πόλη. Από την άλλη είναι η πόλη που αγαπάω, γεμάτη με τα πρόσωπα με τα οποία έχω ζήσει, με τα τραύματα πάνω στα οποία έχω επενδύσει: έρωτες απελπισμένοι στα 20, βόλτες νυχτερινές , φιλίες τρομερές, καταπληκτικές συζητήσεις.

Ζω στην πλατεία Βαρνάβα στο Παγκράτι. Μπορείς να κάνεις βόλτα και να περάσεις μέσα από το Ζάππειο, ακούς τα παιδιά του σχολείου έξω από το σπίτι σου, μιλάς με τον περιπτερά, υπάρχει αυτό το αίσθημα της γειτονιάς μέσα στο οποίο έχω μεγαλώσει.

Μεγάλωσα στην Καλλιθέα. Πως ήταν; Μάλλον μικροαστικά. Είχα τα καλά του δημόσιου σχολείου που γυρνάμε όλοι από το σχολείο με τις τσάντες μας και σταματάμε σε ένα καφέ και πάμε στο σπίτι ενός για να διαβάσουμε και μετά βρισκόμαστε για να ακούσουμε δίσκους ή πάμε όλοι μαζί σινεμά την Παρασκευή. Από την άλλη, όλο αυτό το οποίο ήταν η μικροαστική ζωή στη δεκαετία του '80 -πολύ τηλεόραση, όλοι βλέπανε την ίδια εκπομπή, τον Ιππότη της Ασφάλτου, Τρίτη βράδυ, θείοι και θείες, ένας κόσμος χωρισμένος σε ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία- όλο αυτό που έχουμε ζήσει όλοι σε μικρόκοσμους λαϊκών προαστίων κάποια στιγμή γινόταν ασφυκτικό. Γύρω στα 15-16 ήθελα πάρα πολύ να ξεφύγω.

Έχω βαρεθεί να λέω την ιστορία με τον Χαζηδάκι, πώς πήγα και τον βρήκα στα 15 μου του έδωσα μια κασέτα με τραγούδια και του είπα «κ. Χατζηδάκι είμαι συνάδελφός σας». Θέλω να πω άλλες ιστορίες πια. Αν ήμουν ένα ντροπαλό μικρομέγαλο; Κοίτα, είχα επικοινωνιακές δυσκολίες ως παιδί κι όντως αυτό το πράγμα με έκανε να ποντάρω στη λογοτεχνία, στη μουσική, στο σινεμά. Γύρω στα 15-16 μου πρέπει να ήμουν πολύ εκνευριστικός τύπος - μιλούσα σε όλους γι' αυτά. Θυμάμαι ότι πήγαινα δυστυχείς συμμαθητές μου να δούμε μαζί το La Strada του Φελίνι ή ένα δράμα του Ταρκόφσκι. Είχα τρομερή δίψα να το επικοινωνήσω όλο αυτό.

Όταν βγήκε ο δίσκος με τον Χατζηδάκι ήμουν στη Β' Λυκείου. Ήταν πολύ ωραίο γιατί εγώ, που ήμουν ένας σιωπηλός τύπος, ξαφνικά απέκτησα μια ταυτότητα άλλη, έκανα δώρο ένα δίσκο μου σε κάποια που μου άρεσε ή σε ένα φίλο που ήθελα να κερδίσω. Έγινε ένα όχημα με το οποίο μπορούσα να φτιάχνω μια μυθική πλευρά του εαυτού μου που ήταν ελκυστική στους άλλους. Ξαφνικά είχα κάτι που κάθε βράδυ με απασχολούσε, κάτι που είχε βηματισμούς, είχε επόμενα στάδια, επόμενα κεφάλαια, μια καινούργια γλώσσα που έπρεπε να κατακτηθεί, ένα ύφος δικό μου που έπρεπε να το βρω γιατί ο Χατζηδάκις, με όλη του τη γοητεία, ήταν και ισοπεδωτικός. Ήταν ένας άνθρωπος με τόση γοητεία στον τρόπο που έγραφε, στον τρόπο που μιλούσε και επικοινωνούσε, που σε ωθούσε και στην πατροκτονία. Για να επικοινωνήσεις μαζί του έπρεπε να κάνεις κάτι που δεν του έμοιαζε, που ήτανε δικό σου, που θα έκανε το διάλογο μαζί του ενδιαφέροντα και για εκείνον. Αυτό το πράγμα μου έκανε καθημερινά να έχω ένα κίνητρο ωραίο.

Απέτυχα στις Πανελλήνιες κι έτσι πήρα ακόμα πιο εύκολα την απόφαση να συνεχίσω με τις σπουδές στο ωδείο. Άρχισε να με απασχολεί το ύφος μου, η επικοινωνία μου με ανθρώπους που ζούνε πραγματικά γύρω μου. Κυκλοφορούσα στην πόλη, τη νύχτα, γνώριζα κόσμο στα μπαρ. Ξαφνικά ήθελα να γράφω γι' αυτούς τους ανθρώπους και να μιλάω γι' αυτούς. Έφυγα από το σπίτι μου και μετακόμισα στην οδό Αλωπεκής, στο Κολωνάκι. Ήθελα να μένω στο κέντρο: πριν κοιμηθώ να πίνω ένα καφέ στο Perros, να γνωρίζω κόσμο εκεί, να διαβάζω εφημερίδες και να ξυπνάω και να πηγαίνω κατευθείαν σε ένα δισκάδικο κι ένα βιβλιοπωλείο.

Νομίζω ότι μένοντας μόνος σου αποκτάς κάποιες ιδιορρυθμίες, αλλά εμένα μου αρέσει αυτό, μου αρέσει η μοναξιά μου. Σε κάθε καινούργιο σπίτι έκανα και κάτι αστείο ή μάλλον γελοίο: κάθε φορά που μετακόμιζα έλεγα ότι τώρα πρέπει να ακούσω σε αυτό το σπίτι μουσική, να αρχίσω να φτιάχνω κάποια πράγματα, αλλά όλα αυτά τα έκανα ψυχαναγκαστικά. Δηλαδή, έλεγα ότι τώρα θα ακούσω όλους τους δίσκους ενός συνθέτη σε αυτό το σπίτι ή θα ξαναδιαβάσω πέντε αγαπημένα μου βιβλία στην καινούργια πολυθρόνα ή θα δω τις αγαπημένες μου ταινίες με χρονολογική σειρά - τέτοια πράγματα. Χρειαζόμουν ένα πρόγραμμα πενταετίας για να το κάνω αυτό - το κάνω ακόμα ως ένα βαθμό, μου αρέσουν δηλαδή κάτι βιβλία με τίτλους όπως «1.000 βιβλία που πρέπει να διαβάσετε». Αν είσαι τρομερά ψυχαναγκαστικός και μαζοχιστής βγαίνει αυτό. Μου αρέσει - είναι μια παγίδα στην οποία η μοναξιά μου πολύ εύκολα μπορεί να πέσει.

Με απασχολεί πολύ το ότι λειτουργώ καλύτερα καλλιτεχνικά σε περιόδους απόστασης από τη ζωή, που δεν ζω σε μια σχέση ή δεν ζω τόσο με τους άλλους κι αναρωτιέμαι αν αυτό το πράγμα θα συνεχιστεί για όλη μου τη ζωή - είμαι ήδη 35 χρόνων και σκέφτομαι κατά πόσο η απόσταση θα είναι πάντα αυτή που θα μου φέρνει καλλιτεχνικά δώρα κι αν η προσωπική ευτυχία, το δόσιμο και η έντονη προσωπική ζωή θα μου στερεί κάτι από την καλλιτεχνική ισορροπία μου.

Αυτό που έγινε στην Αθήνα μέσα στο Δεκέμβριο ήταν πολύ ενδιαφέρον. Τα τελευταία χρόνια αισθανόμουν ότι όλοι παραπαίουν σε ένα κλίμα παλιμπαιδισμού και στρουθοκαμηλισμού, να μιλάμε όλοι για τον καινούργιο κύκλο του Lost και παράλληλα να γίνονται γύρω μας πράγματα φριχτά, να μένουν ατιμώρητοι λόγω συνενοχής όλης της ελληνικής κοινωνίας άνθρωποι που φέρονται εγκληματικά -αυτό με αρρώσταινε καθημερινά-, την πόλη να παίρνει ένα κίτρινο χρώμα ώχρας, τα πρόσωπα μου φαίνονταν πεθαμένα. Ξαφνικά, παρ' ότι η αφορμή ήταν τραγική κι ότι, εκτός των άλλων, πυροδότησε και πολύ μελούρα και δημαγωγία, νομίζω ότι μετά από πολύ καιρό έχει αγγιχτεί μια βαθύτερη πλευρά του κόσμου.

Εάν το σκυλάδικο είχε κάποτε μια είδους αυθεντικότητα, αυτό τέλειωσε γύρω στα τέλη του '80. Οταν ακούς τους δίσκους του Μαργαρίτη ή του Χριστοδουλόπουλου εκείνης της εποχής αισθάνεσαι ακόμα ότι εκφράζουν μια συγκεκριμένη μορφή ανθρώπου: ενός ανθρώπου που ερωτεύεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο, ενός ανθρώπου σωβινιστή και φοβικού, που έχει όμως και μια ευαισθησία και κάτι που τον τρώει σιγα σιγά. Εκεί, στη δεκαετία του '90, τότε που άρχισε να γράφει ο Καρβέλας τραγούδια για τον Πανταζή και βγήκε και ο Φοίβος κι έγινε πιο λαμέ όλη η κατάσταση, η ιστορία αυτή έχασε οποιαδήποτε εκφραστική αξία κι έγινε κάτι πολύ ενοχλητικό, συνδυασμένο με την κομματική εξουσία, με τους υπουργούς και τους επιχειρηματίες που πήγαιναν να γλεντήσουν εκεί. Το γεγονός ότι όλο αυτό καταρρέει και σε πολιτικό αλλά και σε «πολιτιστικό» επίπεδο είναι πολύ χαρμόσυνο. Η φτώχια που αρχίζει και ξεκινάει από την κατάρρευση αυτού του πράγματος είναι μια λευκή σελίδα που μπορεί να γεμίσει με κάτι καινούργιο. Μου αρέσει πολύ αυτό.