Γεννήθηκα 21 Ιανουαρίου 1943, επί της Πατησίων, σε ένα παλιό νεοκλασικό ενός γυναικολόγου, οικογενειακού φίλου των γονιών μου, οι οποίοι ήταν και οι δύο γιατροί. Σημειωτέον, ο ίδιος γιατρός έφερε στο κόσμο και την κόρη μου.

 

Μεγάλωσα κάτω από την πλατεία Αμερικής, Θήρας και Ιεροσολύμων. Είναι κουφό, αλλά θυμάμαι τα βαφτίσια μου, όταν ήμουν ενάμιση, στην Αγία Ζώνη στην Κυψέλη. Θυμάμαι το προαύλιο που με κράταγε η μάνα μου αγκαλιά.

 

Στα είκοσι ένα μου έκανα τον πρώτο μου γάμο με Αγγλίδα. Αυτή ήταν πανέμορφη, πρώην μανεκέν. Την έλεγαν Σάρα, καμία σχέση με την Πέιλιν. Οι φίλοι μας μάς έλεγαν «η ωραία και το τέρας».

 

Στο Λονδίνο έμεινα γύρω στα επτά χρόνια, κάνοντας δουλειές του ποδαριού. Δούλεψα κυρίως σ' ένα στριπτιτζάδικο που λειτουργούσε από τις 12 το μεσημέρι μέχρι τις 12 το βράδυ. Η δουλειά μου ήταν να κόβω εισιτήρια, να κάνω τον κράχτη στην είσοδο, να κλείνω την αυλαία και να αλλάζω τα σκηνικά. Ο ένας εκ των δύο αφεντικών μου ανήκε στην ιρλανδική μαφία, εξού και βρέθηκε μαχαιρωμένος στην πισίνα του. Υπήρχαν όμως και τα καλά του επαγγέλματος. Βρίσκαμε να αγοράζουμε διάφορα πράγματα σε πολύ καλές τιμές - κλοπιμαία φυσικά. Φωτογραφικές μηχανές, μπουφάν, ό,τι είχε ο άνθρωπος.

 

Κάποια στιγμή δούλεψα και ως ιπτάμενος φροντιστής στην Ολυμπιακή. Αυτό ήταν το ‘66, πριν τη Χούντα, στη χρυσή εποχή της Ολυμπιακής, με Ωνάση φυσικά. Έμεινα πολύ λίγο, λόγω των αντιδράσεων των επιβατών. Με κοίταζαν λίγο περίεργα.

 

Έτυχε να επιστρέψω στην Ελλάδα μια εβδομάδα πριν το πραξικόπημα. Πήρα το πρώτο αεροπλάνο, κατέβηκα στην Κρήτη και από κει πήγα στα Μάταλα και έμεινα μέσα σε μια σπηλιά για τέσσερις μήνες. Είχα την καλύτερη σπηλιά, με μπαλκονάκι, και χάζευα το ηλιοβασίλεμα πάνω σε ένα κάθισμα αυτοκινήτου. Οι σπηλιές ήταν φουλ τότε. Υπήρχαν πάνω από 300 άτομα που ζούσανε εκεί μέσα. Όσο και αν ακουστεί περίεργο, εν μέσω Χούντας, ήταν από τα πιο ωραία καλοκαίρια της ζωής μου. Την επόμενη χρονιά άρχισαν τα παράπονα από τους συλλόγους γονέων και τις κλείσανε τις σπηλιές. Από τότε είναι κλειστές. Τις πρόλαβα στο τσακ.

 

Το περιοδικό «Πάλι» το κάναμε το ‘63 με τον Παναγιώτη Κουτρουμπούση. Ο Λεωνίδας Χρηστάκης μας έφερε σε επαφή με τον Νάνο Βαλαωρίτη, που είχε κατά νου να κάνει μια ανάλογη έκδοση και έτσι οι τρεις μας ενώσαμε τις δυνάμεις μας και μαζί με τον Γιώργο Μακρή, την Μαντώ Αραβαντινού, τον Κώστα Ταχτσή και με τη βοήθεια του Ανδρέα Εμπειρίκου και του Νικόλαου Εγγονόπουλου εκδώσαμε κάποια τεύχη. Όλος ο σουρεαλισμός μαζεμένος και η γενιά του μπιτ.

 

Πρώτη φορά με τους MGC, το πρώτο μου συγκρότημα, πριν τον Εξαδάκτυλο και τα Αδέσποτα Σκυλιά, παίξαμε σε ένα χώρο που λεγόταν «Λεωνίδας», από το όνομα του καλλιτεχνικού υπεύθυνου. Λειτουργούσε και πάνω χώρος, ως καμπαρέ, όπου έπαιζε η ορχήστρα του Ρουχωτά και ο Γιώργος Νταλάρας με την κιθάρα του, ο οποίος πρωτοξεκινούσε τότε. Πολλές φορές, όταν έφτανε επτά το πρωί και δεν έλεγαν να φύγουν οι «γιεγιέδες» κάτω που παίζαμε, κατεβάζανε τον Νταλάρα να παίξει για να τους «διώξει». Μάλιστα θυμάμαι, του λέγαμε, έχεις καλή φωνή, πρέπει να σε προωθήσουνε. Και εντάξει, προωθήθηκε αρκούντως, δεν μπορώ να πω.

 

Ο Θείος Νώντας ήταν από το ‘82 το alter ego μου στο ραδιόφωνο. Δεν έχω πει ποτέ το όνομά μου στο ραδιόφωνο. Δεν θυμάμαι πώς μου κόλλησε αυτό το όνομα. Μου έκανε κάτι μεταξύ χαριτωμένου και κωλομπαρίστικου. Η πρώτη εκπομπή που έκανα λεγόταν «Έλα στον θείο».

 

Πρώτη φορά έπαιξα σε μια ταινία που δεν τελείωσε ποτέ του Σωτήρη Λελούδα, το ‘64. Λεγόταν Narcissus 64. Έχω παίξει σε καμιά 60 ταινίες από τότε, ελληνικές αλλά και μερικές ξένες, και στην τηλεόραση έχω κάνει πολλές εμφανίσεις.

 

 

Το ‘78, όταν βγήκα από την φυλακή, πήγα στο Τρίτο Πρόγραμμα που το είχε αναλάβει ο Χατζηδάκις και του ζήτησα να κάνω εκπομπή εκεί. Μου λέει, κάνε ότι θες. Θυμάμαι, την επόμενη μέρα στην καλλιτεχνική σελίδα της «Βραδυνής», τον τίτλο: «Από τον Κορυδαλλό κατευθείαν στο Τρίτο». Αυτή ήταν μια από τις δύο φορές που έκανα φυλακή. Η πρώτη ήταν το ‘68 για χασίσια. Πρόλαβα και τις φυλακές Αβέρωφ. Μας είχανε πιάσει με άλλους 12 ως σπείρα ναρκωτικών. Είχανε βρει πρώτη φορά LSD τότε, που δεν υπήρχε ακόμα στην νομοθεσία. Γράφανε «LSD» για τους ψυχεδελικούς.

 

Το ‘75 είχε πεθάνει η πρώην γυναίκα μου, η δεύτερη, με την οποία έχουμε και μια κόρη. Οι γονείς της, για να πάρουν την κηδεμονία του παιδιού μας, ξεκίνησαν μια ολόκληρη ιστορία, η οποία κράτησε συνολικά πάνω από δέκα χρόνια με απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και προφυλάκιση έξι μηνών. Κατηγορήθηκα για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως. Η γυναίκα πέθανε στον ύπνο της από αναρρόφηση, στην Ολλανδία, ενώ εγώ ήμουν στην Ελλάδα. Σημειωτέον ότι είχαμε ήδη χωρίσει και ήταν έτοιμη να παντρευτεί με άλλον άνθρωπο, βοηθό καθηγητή στο Πολυτεχνείο, ο οποίος κατηγορήθηκε και έκανε κι αυτός φυλακή. Μπήκε μέσα στον Κορυδαλλό έντρομος. Εγώ, που ήμουν ήδη μέσα, τον βοήθησα να τα βγάλει πέρα και με ευχαριστούσε γι' αυτό. Η αδελφή του πατέρα μου ήταν σύζυγος του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και τότε μπερδέψανε κι αυτόν στην υπόθεση. Τελικά βγήκε απαλλαχτικό βούλευμα.

 

Ήταν η χρονιά που είχα γυρίσει τους Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας του Παναγιωτόπουλου και στη φυλακή κυκλοφορούσα στα καλύτερα κελιά και όλοι ήταν, «Περάστε κ. Πουλικάκο για ένα τσάι», «Τι λέτε για ένα σκάκι» και τέτοια. Βέβαια, δεν ήταν μόνο αυτά η φυλακή.

 

Είναι απίστευτο, αλλά εκεί μέσα αισθάνεσαι χειρότερα από ζώο. Σε ένα χώρο τέσσερα επί τέσσερα να ζουν έξι άνθρωποι, κάθε καρυδιάς καρύδι! Πρέπει να ευαισθητοποιηθεί ο κόσμος. Δεν μπορούν να κάνουν απεργία πείνας 35.00 άτομα, δεκαεφτά να έχουν ράψει το στόμα τους και αυτό να περνάει στα ψιλά στα ΜΜΕ. Σε μία χώρα που ένας στους χίλιους κατοίκους είναι μέσα. Βγήκε και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και είπε ότι για να αποσυμφορηθούν οι φυλακές θα πρέπει να κτιστούν καινούργιες. Ντροπή κύριε Πρόεδρε! Και έχεις κάνει και κρατούμενος. Το θέμα είναι να πάψουν να υπάρχουν οι φυλακές.

 

Η ζωή μου έμαθε πολλά και τίποτα. Ένα είναι σίγουρο πάντως, καλύτερα ζωή παρά θάνατος!