Ο Κεν είναι βιβλιοπώλης στο Σιάτλ. Το βιβλιοπωλείο του είναι στέκι κοντά στη φημισμένη ψαραγορά της πόλης. Φανατικός αναγνώστης ο ίδιος, κρατάει το βιβλιοπωλείο του ανοικτό με νύχια και με δόντια, βασιζόμενος στον καφέ και στα κρουασάν που πουλάει (στα τρία τραπέζια που τοποθέτησε στον στενό χώρο), καθώς οι πωλήσεις βιβλίων τού αποδίδουν περισσότερες ζημίες παρά κέρδη. Παρά το γεγονός ότι διαθέτει πιστούς πελάτες και πουλάει αρκετά βιβλία, είναι θέμα χρόνου πότε θα υποκύψει, κατεβάζοντας μια για πάντα τα ρολά. «Οι διανομείς βιβλίων μού τα πουλάνε στις τιμές που συνιστούν οι εκδότες, την ώρα που τα ίδια βιβλία τα πουλάνε στη διπλανή αλυσίδα με 30% έκπτωση. Τους καταλαβαίνω. Αν δεν το κάνουν, η αλυσίδα τούς απειλεί πως θα πάψει να αγοράζει από αυτούς σε όλη την Αμερική. Εγώ τι θα τους απειλήσω ότι θα κάνω; Χαρακίρι; Αναγκάζομαι να τα πουλάω σε τιμή χαμηλότερη του κόστους, καθώς ντρέπομαι να ζητώ από τους πελάτες μου να πληρώνουν για ένα βιβλίο πιο πολλά απ' ότι αν το αγόραζαν στην αλυσίδα. Αρχικά δεν με πείραζε επειδή επικεντρωνόμουν σε ιδιαίτερες εκδόσεις που οι αλυσίδες δεν ήθελαν να αγγίξουν. Έλα, όμως, τώρα που οι εκδόσεις αυτές φθίνουν, καθώς οι μικροί και ποιοτικοί εκδότες κλείνουν ο ένας μετά τον άλλον!».

 

«Να τες πάλι οι συντεχνίες» ήταν το πρώτο σχόλιο στην ηλεκτρονική έκδοση άρθρου αθηναϊκής εφημερίδας που αναφερόταν σε πρόσφατο ψήφισμα συγγραφέων υπέρ της ενιαίας τιμής του βιβλίου. Κατανοητή η καχυποψία του σχολιαστή, όταν βλέπει συγγραφείς να ενώνονται υπερασπιζόμενοι τις υψηλότερες τιμές του «προϊόντος» τους. Ως καταναλωτής, θεωρεί δεδομένο ότι η χαμηλή τιμή είναι πάντα καλύτερη και η ελάχιστη βέλτιστη. Κάπως έτσι φαίνεται να σκέφτονται οι Βρυξέλλες, αλλά και ο ΟΟΣΑ, προωθώντας, στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων που κρίνουν ότι έχει ανάγκη η χώρα, την «απελευθέρωση» της αγοράς του βιβλίου. Αυτού του είδους η λογική (του σχολιαστή, του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) έχει στέρεη βάση, αν θεωρούμε ότι τα βιβλία δεν διαφέρουν από τις πάνες: είναι όλα τους λίγο-πολύ τα ίδια, η παραγωγή τους είναι εξασφαλισμένη λόγω της εξασφαλισμένης ζήτησης και το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι να πληρώνουμε όσο λιγότερο γίνεται. Αν, όμως, το βιβλίο διαφέρει ουσιαστικά ως αγαθό από τις πάνες;

 

Οι θιασώτες της αγοραίας ελευθερίας λαμβάνουν ως δεδομένο ότι ο ανταγωνισμός θα οδηγήσει στις χαμηλότερες τιμές, στις μέγιστες ποσότητες και στη βέλτιστη ποιότητα. Δεν έχουν δίκιο όμως. Κάποιες τιμές θα πέσουν, είναι αλήθεια. Πρόκειται για τα βιβλία μαζικών πωλήσεων (τύπου Χάρι Πότερ, Στίβεν Κινγκ, HungerGames) που θα πωλούνται στα σούπερ-μάρκετ δίπλα στα ταμεία. Όμως, το αντίτιμο που θα καταβάλλουμε ως κοινωνία θα είναι διπλό: οι ποσότητες των ποιοτικών βιβλίων θα τείνουν στο μηδέν, καθώς δεν θα εκδίδονται πλέον. Και όσα εκδίδονται, θα πωλούνται πανάκριβα. Για να το πω με διαφορετικά λόγια, στη γλώσσα που εκτιμούν και κατανοούν οι οπαδοί της απρόσκοπτης αγοράς: ο ανταγωνισμός κινδυνεύει από μονοπωλιακές πρακτικές. Όπως και σε άλλες αγορές που χαρακτηρίζονται από αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουν «αύξουσες οικονομίες κλίμακας» (π.χ. της ηλεκτρικής ενέργειας), η μη ύπαρξη περιοριστικών κανόνων πλήττει τον καταναλωτή.

 

 

 

Επιστρέφοντας για λίγο στην Αμερική, όπου το 68% των βιβλιοπωλείων που λειτουργούσαν το 2007 έχει σήμερα κλείσει, το κλισέ ότι «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό» επεκτείνεται με τη φράση «... έως ότου δεν μείνει ψάρι για ψάρι στη θάλασσα, πέραν ενός, μοναδικού, τεράστιου καρχαρία». Πράγματι, στις ΗΠΑ ο καρχαρίας αυτός λέγεται Amazon και ετοιμάζεται να καταπιεί ακόμα και την αλυσίδα των βιβλιοπωλείων (την Barnes & Noble) που καταστρέφει το βιβλιοπωλείο του Κεν στο Σιάτλ. Πράγματι, η θριαμβευτική επέλαση της Amazon οδήγησε στη χρεοκοπία τις υπόλοιπες αλυσίδες (π.χ. την Borders) και ανάγκασε την Barnes & Noble να προσπαθήσει να γίνει κι αυτή μια μικρή Amazon (δημιουργώντας τη δική της έκδοση «αναγνώστη» ηλεκτρονικού βιβλίου, το Nook, καθώς και ολοκληρωμένο σύστημα πωλήσεων μέσω του Διαδικτύου).

 

Δεν θέλω να με παρεξηγήσεις, αγαπητέ αναγνώστη. Δεν περνά εβδομάδα που να μην παραγγέλνω βιβλίο από την Amazon. Την ώρα, μάλιστα, που ανοίγω το γραμματοκιβώτιο, δυο μέρες μετά, και βρίσκω το δεματάκι, νιώθω να χρωστώ ευγνωμοσύνη στον, κατά τα άλλα αντιπαθητικό, κ. Μπέζος. Όλοι μας θέλουμε την ευκολία και τις χαμηλές τιμές της Amazon. Άλλο όμως αυτό κι άλλο η απελευθέρωση της τιμής των βιβλίων που προωθούν στην Ελλάδα οι διεθνείς οργανισμοί. Ο JasonEpstein, στο βιβλίο του BookBusiness (2001), είχε γράψει:

 

«Μου φαίνεται αδύνατον να φανταστώ έναν πολιτισμό χωρίς βιβλιοπωλεία. Τo βιβλιοπωλείo είναι σαν κάποιο ιερό που λειτουργεί ως τόπος συνάντησης – μια βασική έκφραση της ανθρώπινης φύσης. Η αφή ενός βιβλίου που κατεβάζεις από το ράφι του βιβλιοπωλείου είναι μια μαγική εμπειρία που ενώνει τον συγγραφέα με τον αναγνώστη».

 

Θα μου πείτε: «Ανοησίες ενός ρομαντικού.» Δεν είναι έτσι. Ο Epstein μόνο ρομαντικός δεν ήταν. Από το... 1952 πρέσβευε την ανάγκη για μια Amazon – πολύ πριν υπάρξει η απαραίτητη τεχνολογία. Όταν ο κ. Μπέζος ίδρυσε την Amazon, ο Epstein δήλωσε φανατικός υποστηρικτής της προσπάθειάς του. Έκρινε όμως ότι, παράλληλα με ένα τέτοιο σύστημα μαζικής εμπορίας βιβλίων, είναι απαραίτητη η προστασία των ανεξάρτητων συνοικιακών βιβλιοπωλείων.

 

Πώς μπορεί να συνδυαστεί η «ευκολία» της Amazon με τη διατήρηση των μικρών βιβλιοπωλείων, όπως εκείνο του Κεν στο Σιάτλ, και των πολλών καλών μικρών βιβλιοπωλείων σε ολόκληρη την Ελλάδα; Πολύ απλά, με τη διατήρηση της ενιαίας τιμής του βιβλίου, όπως γίνεται, διά νόμου του 2002, στη Γερμανία.

Οι Γερμανοί εκδότες τηρούν κατάλογο περίπου 1,3 εκατομμυρίων τίτλων βιβλίων στον οποίο προσδιορίζονται οι τιμές πώλησης για τους επόμενους 18 μήνες (κατόπιν επιτρέπονται οι εκπτώσεις). Δικηγορικό γραφείο της Φρανκφούρτης ελέγχει τους βιβλιοπώλες ώστε να συμμορφώνονται, με πρόστιμο 6.000 ευρώ σε διαφορετική περίπτωση. Τα μικρά βιβλιοπωλεία στις πόλεις και στα χωριά επιβιώνουν επειδή τους επιτρέπεται να έχουν μικρά ποσοστά κέρδους στα μπεστ σέλερ και, παράλληλα, καταφέρνουν να διατηρούν σημαντικό στοκ λιγότερο δημοφιλών (αλλά πολιτιστικά σημαντικών) βιβλίων (π.χ. ποίηση) επειδή τα απούλητα αντίτυπα εκπίπτουν από τη φορολογία τους. Λόγω της ύπαρξης όλων αυτών των μικρών βιβλιοπωλείων, κάθε χρόνο εκδίδονται 90-100.000 νέοι τίτλοι, εκ των οποίων το 20% είναι μεταφράσεις σε τιμές που είναι σημαντικά χαμηλότερες (παρά το κόστος μετάφρασης) από τη Βρετανία ή τις ΗΠΑ, όπου η αγορά είναι «ελεύθερη»: όσοι, λοιπόν, μιλούν για συντεχνίες, καλό είναι να εξηγήσουν πως αυτό το καρτέλ καταφέρνει να χρεώνει χαμηλότερες τιμές!

 

Σε συζήτηση που είχα πριν από έναν χρόνο με τον υπουργό Πολιτισμού της Γερμανίας, ο οποίος έδωσε τη μάχη στις Βρυξέλλες εναντίον της «απελευθέρωσης» της γερμανικής αγοράς βιβλίου, μου εξήγησε πώς τα κατάφερε απέναντι στη συντονισμένη επίθεση από τους «ευρω-κράτες» (όπως τους αποκάλεσε) και τους εκπροσώπους των αλυσίδων που κρύβονταν πίσω τους: «Αναγκάστηκα να απειλήσω την Κομισιόν με βέτο στην κατάρτιση του μικρού κοινοτικού προϋπολογισμού για τον πολιτισμό. Δεν θα τα είχα καταφέρει όμως, αν δεν είχα την πλήρη υποστήριξη της