Έβλεπα χθες την Τριλογία του Σαμουράι (1955) του Χιρόσι Ιναγκάκι. Το δεύτερο μέρος. Μαγεμένα τεχνικολόρ σκηνικά με κορεσμένα χρώματα (τα ψεύτικα φεγγάρια των στούντιο), ο Τοσίρο Μιφούνε στον ρόλο του αδέξιου σαμουράι που μέσα από ποικίλες μαθητείες προσπαθεί να τιθασεύσει το δολοφονικό του ένστικτο, το πάθος της σάρκας και τις αλητείες του, προκειμένου να γίνει ένας άντρας με αυτοκυριαρχία, βελούδινη δύναμη και γνώση του κόσμου. Δεν είναι σπουδαία τριλογία, αν και αγαπήθηκε πολύ στην Ιαπωνία, γιατί προβάλλει τον μεγάλο λαϊκό τους ήρωα, τον Μουσάσι Μιγιαμότο, και γιατί βεβαίως ο Τοσίρο λάμπει σαν ήλιος ρώμης και σιγουριάς, μετά την απίστευτη παγκόσμια επιτυχία του Ρασομόν.


Όμως βαριόμουνα. Και δέκα φορές έκανα την κίνηση να πιάσω δίπλα το iΡad και να τσεκάρω το σάιτ μας. Θα το απέδιδα στις μακρόσυρτες σεκάνς, τον σγουρό διάλογο και τα λοιπά. Αλλά έτσι νευρικός ήμουν και τις προάλλες που έβλεπα το Ένας καταδικασμένος σε θάνατο δραπέτευσε (του Μπρεσόν) και τη θεαματική Πύλη της Κολάσεως (του Τεϊνοσούκε Κινουγκάσα), ακόμα τον θαυμαστό Κανόνα του Παιχνιδιού (του Ρενουάρ). Το μυαλό μου πηδάει σαν νευρόσπαστο από τη μία εντύπωση στην άλλη – και δεν ησυχάζει με καμιά.

 

Δεν έχω πρόβλημα. Αν είναι έτσι να πάει η δουλειά από τούδε και εξής, ας πάει. Αλλά τι άλλαξε; Η τέχνη αδυνατεί να μας συνεπάρει όπως παλιά ή το ίντερνετ μάς έθισε σε ένα καλειδοσκοπικό, κερματισμένο ζην fast forward, που μετά οι κανονικοί ρυθμοί μάς φαίνονται το απόλυτο ξενέρωμα;

 

Το δεύτερο ασφαλώς συμβαίνει· αλλά το πρώτο;


Διότι ξαναβλέπω τον Ταρκόφσκι απερίσπαστος. Και τον «αποτυχημένο» Βασιλιά Οιδίποδα του Παζολίνι τον είδα την περασμένη εβδομάδα και θαύμασα τη μείξη που πρώτη φορά δοκίμασε εδώ ο επίμονος σκηνοθέτης μεταξύ της λαϊκής παράδοσης και των μεγάλων μύθων της ανθρωπότητας. Επίσης, την ερμηνεία των μεγάλων μύθων μέσα από τα παιδικά, προσωπικά μας απωθημένα και τις υποσυνείδητες εικόνες. (Αν και όλοι τη βρίζουν, ακόμα και ο ίδιος ο Παζολίνι, εγώ τη βρίσκω γενναία ταινία, δίχως καπρίτσια, με τη γραμματική αγαρμποσύνη που έχουν οι ποιητικές ανακαλύψεις, την ώρα της ανακάλυψης).

 

Μια πρώτη κι ενδεχομένως τραυλή απάντηση έδωσα πριν, διορθώνοντας το θέμα μας για το Ναυάγιο των Αντικυθήρων. Είδα ξανά τις φωτογραφίες με τα αγάλματα που ανασύρθηκαν μισοθαμμένα από την άμμο – το θαμμένο μέρος του αγάλματος είχε διατηρηθεί με την άθικτη πλαστικότητα του παριανού μαρμάρου, ενώ το μέρος που ήταν εκτεθειμένο στο νερό είχε καταφαγωθεί από την αρμύρα και τους μικροοργανισμούς. Όταν πήγα στην έκθεση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, όχι αφηρημένος δεν ήμουν, αλλά ήταν σαν να μπήκα στο Inception. To όνειρο μέσα στο όνειρο μέσα στο όνειρο. Ένιωσα τη μεγάλη, απόλυτη μαγεία της Τέχνης μέσα από τους αιώνες, σαν να ήταν ένα παιδικό τραγούδι της μάνας μου. Και αυτήν τη μαγεία, όπως και τη μαγεία που νιώθω όταν στέκομαι μπροστά σε έναν πίνακα του Ντεγκά, δεν πρόκειται κανένα iΡad να διαταράξει.

 

Είπα τότε ότι ίσως η τέχνη του κινηματογράφου να ζήσει ένα μεγάλο ξεσκαρτάρισμα υπό τη δαμόκλειο σπάθη του πιο έξυπνου, πιο άπιστου και πιο νόθου παιδιού της: του ίντερνετ. Λίγοι θα διασωθούν χωρίς να παπαγαλίσουν την τριπαριστή γλώσσα που τώρα θεωρείται ικανοποιητική (παράθυρα αφής που ανοίγουν σε άλλα παράθυρα στο διηνεκές!). Μόνο μάστορες που έφτιαξαν στα φιλμ δικές του γλώσσες θα αντέξουν – όπως ο Ταρκόφσκι κι ο Παζολίνι, που λέγαμε πριν, ή ο απίστευτος Όζου, που ο αργός ρυθμός του δεν είναι ακαδημαϊσμός ή νωθρότητα, αλλά τελετουργία ολκής, σαν να κρατάς με τα χέρια τα ταβάνια να μην πέσουν. Θα σβήσουν πολλοί σκηνοθέτες τα επόμενα χρόνια που οι άνθρωποι θα αρρωστήσουν από την πολλή ταχύτητα – κι ίσως καλώς θα σβήσουν. Ανήκουν σε ένα μέσο (το Αrt Cinema) που εξεμέτρησε το ζην και θα μεταλλαχτεί σε κάτι άλλο.

 

Αλλά οι άλλες Τέχνες, οι λεγόμενες Καλές και όχι Έβδομες, ίσα ίσα θα αναδείξουν πάλι το γερό τους κόκαλο έναντι του αμνήμονος σπινθηρισμού της οθόνης. Αυτές είναι, τελικά, η μόνη ομορφιά που αντέχει στην τόση ρευστότητα του κόσμου, μαζί με τον έρωτα, την αγάπη των φίλων, το κρασί και τα τριαντάφυλλα.