Στην αρχή έφτιαξαν μια δημοκρατία κουτσουρεμένη, από την κομματοκρατία και την οικογενειοκρατία, τη διαφθορά και τη διαπλοκήμε τα ΜΜΕ. Κατόπιν, όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση, απέναντι στην οποία είχαν αφήσει τη χώρα ανέτοιμη, τραυμάτισαν αυτή την κουτσή δημοκρατία με τις απατεωνιές για τα λεφτά που υπάρχουν. Ακολούθησαν η πεισματική άρνηση να εγκριθούν τα διάφορα μνημόνια από τη λαϊκή ψήφο –ή, έστω, από μια αυξημένη πλειοψηφία στη Βουλή– και οι συνεχείς υποσχέσεις ότι τα εκάστοτε μέτρα θα ήταν τα τελευταία και σύντομα θα μπαίναμε στον δρόμο της ανάπτυξης. Ακόμη κι εκείνο το κωμικοτραγικό δημοψήφισμα του Παπανδρέου μοναδικό στόχο είχε να στριμώξει τους αντιπάλους του, θέτοντας πλαστά διλήμματα, και να βγάλει τον ίδιο από το αδιέξοδο στο οποίο είχε αυτοεγκλωβιστεί. Καλύτερα: είχε εγκλωβίσει μια ολόκληρη χώρα, για να σωθούν οι γαλλικές και οι γερμανικές τράπεζες.

Δεν είχαν και μεγάλες σκοτούρες ότι θα έπρεπε να λογοδοτήσουν για όλα αυτά. Οι νόμοι περί (μη) ευθύνης υπουργών, η συνειδητή πολιτική διάλυσης της Δικαιοσύνης, ώστε οι Χριστοφοράκοι και Καραβέλες να το σκάνε –αλλά και όσοι Μαντέληδες πιαστούν στα πράσα πάλι να μην τιμωρηθούν ποτέ– και η διάχυση της ανομίας σε όλη την κοινωνία για να κρυφτούν οι δικές τους μεγάλες παρανομίες εξασφάλιζαν την ατιμωρησία τους εφ’ όρου ζωής. Γι' αυτό δεν τους κάηκε καρφάκι όταν τα πλήθη τους φώναζαν κλέφτες ή καλούσαν να καεί το «μπουρδέλο η Βουλή». Φρόντισαν απλώς να έχει η Βουλή μεγαλύτερη προστασία από την Αστυνομία και η τελευταία περισσότερα δακρυγόνα.

Τα επαχθή μέτρα που ψήφισαν, παραβιάζοντας όχι απλώς τις προεκλογικές τους υποσχέσεις αλλά και κάθε έννοια πολιτικής νομιμοποίησης, προκάλεσαν κοινωνική κατάρρευση που συναντά κανείς μόνο εν καιρώ πολέμου. Ιδανική θερμοκρασία, παράλληλα με την καταστροφή του κέντρου των μεγάλων πόλεων από ένα κύμα μετανάστευσης που δεν κοίταξαν ποτέ να χειριστούν σοβαρά, για την επώαση του αυγού του φιδιού, που οι ίδιοι ξεγέννησαν: στη διάρκεια της πρόσφατης προεκλογικής εκστρατείας φρόντισαν, με τις «σκούπες» των μεταναστών, την υστερία με τις οροθετικές γυναίκες και τις Αμυγδαλέζες, να αναδείξουν την πολιτική πλατφόρμα της Χρυσής Αυγής και συγχρόνως να υπογραμμίσουν ότι οι φασίστες συνιστούν αποτελεσματική πολιτική δύναμη: οι σιχαμένοι πολιτικοί ασχολούνται με τα προβλήματα, μόνο αν τα ανακινήσει ο Μιχαλολιάκος. Άρα, όσο πιο δυνατή είναι η Χρυσή Αυγή, τόσο περισσότερο θα αναγκαστούν να ασχοληθούν με τα προβλήματά μας.

Κάπως, μια συμμορία υπόδικων bodyguards και νεοναζί εκτοξεύτηκε στο «μπουρδέλο τη Βουλή». Μάλιστα, σε μία από τις πρώτες συνεδριάσεις της, ο Φύρερ της οργάνωσης, από τους υπουργούς της υπηρεσιακής κυβέρνησης που σχηματίστηκε ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις, επέλεξε να προσεγγίσει και χαιρετίσει διά χειραψίας μόνο τον υπουργό Εθνικής Άμυνας. Πρόκειται για τον άνθρωπο που, σε μια ακόμη απόδειξη ότι τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται, το «Βήμα της Κυριακής» επέλεξε να εκθειάσει ως τον «Χριστόδουλο των Ενόπλων Δυνάμεων», ως ηγετική, εξέχουσα μορφή, από τον χώρο των στρατιωτικών που ανησυχούν για την πορεία της χώρας και, όπως μας πληροφόρησε η εφημερίδα, σκέφτονταν πέρυσι να κάνουν πραξικόπημα.

Μάλιστα, πραξικόπημα! Δεν έχει σημασία ότι τίποτα από το πολυσέλιδο ρεπορτάζ δεν περιείχε καμιά συγκεκριμένη πληροφορία για κανένα πραξικόπημα, παρά πολιτικά γεγονότα, ατάκτως παρουσιασμένα. Και πώς να περιέχει, άλλωστε, αφού ο στρατός, πέρα από την πικρή πείρα της δικτατορίας και της εθνικής προδοσίας της Κύπρου (μια από τις βασικές αιτίες που φτάσαμε ως εδώ), αποτελείται πλέον από κεντρώους, δεξιούς και αριστερούς αξιωματικούς σε μια χώρα-μέλος της Ε.Ε. Ποιος θα έκανε πέρυσι πραξικόπημα, ενάντια σε ποιον;

Δεν έχει, όμως, σημασία που το δημοσίευμα είχε ταπεινούς, κυκλοφοριακούς σκοπούς (γιατί, αν αποσκοπούσε στο να θέσει το δίλημμα «Σαμαράς ή τανκς», θα έβαζε πολύ κόσμο σε.. δύσκολη θέση). Το ίδιο βράδυ που κυκλοφορούσε η εφημερίδα, στην Αθήνα η αστυνομία κυνηγούσε αντιφασίστες, που κυνηγούσανε φασίστες, που μαχαίρωναν μετανάστες.

Όπως τα νέα μέτρα θα διαλύσουν ό,τι ακόμη έχει απομείνει όρθιο, αρκεί κανείς να φυτέψει την ιδέα του πραξικοπήματος και να περιμένει τους καρπούς. Πιθανότατα όχι με τη μορφή ενός κλασικού πραξικοπήματος

αλλά μιας αντιδημοκρατικής εκτροπής, στο όνομα της διασφάλισης της δημόσιας τάξης ή ποιος ξέρει ποιας άλλης προβοκάτσιας. Το θέμα μπήκε στον δημόσιο διάλογο. Η δολοφονία της δημοκρατίας είναι στο τελευταίο της στάδιο.