ΣΥΝΕΛΟΝΤΙ ΕΙΠΕΙΝ: Αν μη τι άλλο, η βιβλιοπαραγωγή πάει καλά και οι βιβλιόφιλοι έχουν να επιλέξουν από ευρεία γκάμα τι θα διαβάσουν. Σχεδόν όλα τα είδη (δοκίμιο, ποίηση, υψηλή λογοτεχνία, λαϊκά αναγνώσματα, κ.λπ.) προσφέρονται σε κομψούς τόμους, σε μονοτονικό ή πολυτονικό, με εξώφυλλα επιμελώς φιλοτεχνημένα και σε ποικιλία πρωτόγνωρη και λίαν ευπρόσδεκτη. Αρχίζω να φορτώνω ράφια και κομοδίνο με βιβλία προς ξεκοκάλισμα και να σας τα προτείνω ασμένως.

1. ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ: Ελάχιστοι από εμάς βγήκαν αλώβητοι όταν καταδικάστηκαν να χαθούν σ’ αυτόν το λαβύρινθο που λέγεται γυναικεία τσάντα. Παμπάλαιο, πεισματικά ανεξιχνίαστο μυστήριο, χάος και έρημος, θέμα για τον Μπόρχες, πονοκέφαλος για κάθε άντρα: η γυναικεία τσάντα! Έγινε πλέον αντικείμενο μελέτης, στον δρόμο που άνοιξε ο Ρολάν Μπαρτ με τις Μυθολογίες. Ο Jean-Claude Kaufmann (Ρεν, 1948), οπλισμένος με κέφια, υπομονή και ευρυμάθεια καταπιάνεται με το απαραίτητο αξεσουάρ στο πόνημά του Η γυναικεία τσάντα – Ένας μικρός ερωτικός κόσμος

(μτφρ. Αριστέα Κομνηνέλλη, εκδ. Μεταίχμιο).

Μια τσάντα μπορεί με τον τρόπο που αλλάζει να αφηγηθεί μια ολόκληρη ζωή, λέει ο συγγραφέας και παραθέτει τα λόγια μιας γυναίκας, της Σοφί, που περιγράφει το καθημερινό περιεχόμενο μιας από τις τσάντες της: «Όλα τα χαρτιά μου, τα συνήθη φάρμακά μου κι εκείνα που θα μπορούσα ενδεχομένως να χρειαστώ, τα γυαλιά μου, η ατζέντα μου, με όλες τις διευθύνσεις μου γραμμένες, καθώς και τα ραντεβού μου, ένα μικρό νεσεσέρ για μακιγιάζ, υγρά χαρτομάντιλα, λίγα μικρά χανζαπλάστ, το τηλέφωνό μου, ένα μίνι νεσεσέρ με είδη ραπτικής, ένα μεσοδόντιο βουρτσάκι, μία πουδριέρα με καθρέφτη, ένα τσιμπιδάκι για τα φρύδια, μία βούρτσα, μία σπαστή

ομπρέλα, ψιλά και λίγα χαρτονομίσματα έξω από το πορτοφόλι (σε περίπτωση που το έχανα), τα κλειδιά του σπιτιού και του αυτοκινήτου, το μπλοκ επιταγών, η τραπεζική μου κάρτα, καθώς και άλλες διάφορες κάρτες, ένα αντιβακτηριδιακό τζελ και το μπουκαλάκι μου με το νερό» (σ. 148).

 

2. ΟΥΡΛΙΑΖΕΙ ΟΥΡΛΙΑΧΤΑ Η ΟΥΛΡΙΚΕ: Ξέρει από Βασίλη Στεριάδη και από pop poetry, από ισορροπίες ανάμεσα στο άκρως χθαμαλό και το υψιπετές που σκίζει, γνωρίζει από φιλοσοφία western και από καλάσνικοφ του στοχασμού, λατρεύει το Check Point Charlie και τα λησμονημένα νουάρ. Καλοδιαλέγει της ποίησής της τα υλικά, με τον τρόπο θαρρείς του Jean Echenoz, διατηρώντας βρόμικες/επισφαλείς/δόλιες/ επικίνδυνες ισορροπίες ανάμεσα στο δεκτό και στο απαράδεκτο, στο πρέπον και στο παραβατικό, στην επιβλητική τοιχογραφία και στο πορνογραφικό κόμικ. Παίζει τα ελληνικά στα δάχτυλα, κι όμως μερικά ποιήματά της μοιάζουν μεταφρασμένα από τα σλοβένικα του ήρωός της (ενός εκ των ηρώων της, μάλλον), του Σλαβόι Ζίζεκ. Τη λένε Γλυκερία Μπασδέκη, γεννήθηκε το 1969, μας προσφέρει τώρα το ποιητικό έργο Σύρε καλέ την άλυσον (εκδ. Ενδυμίων). Ακούστε τη φωνή της: «γελούσες στην κουτσή / φορμάικα // τι Κάκια Μένδρη, / τι Αττίκ, / τι Ντιριντάουα // όλους τους ξέθαψες // τις Πανελλήνιες του ογδονταεφτά, / τον θείο Έκτορα, / μια λέξη απ’ την εκδρομή / στα Τρίκαλα // το τυραννούσες, / το ’ψαχνες / το πήγαινες φιρί φιρί // πάλι μαζί ξεπέσαμε στον καναπέ».

 

3. ΕΜΠΡΟΣΘΟΦΥΛΑΚΗ: Ο Gregory J. Markopoulos (1928-1992) υπήρξε ένας από τους ποιητές και μείζονες ανανεωτές της κινηματογραφικής γλώσσας. Στα κείμενά του επιχείρησε να εξηγήσει ποιητικά το εγχείρημά του, την κριτική και ανανεωτική ματιά του προς την ιστορία του μέσου, την εκ νέου ανακάλυψη των συνταρακτικών δυνατοτήτων που προσφέρουν η κάμερα και η μονταζιέρα, τις ποιητικές/φιλοσοφικές μαρμαρυγές του μετεικάσματος. Τριάντα χρόνια μετά την εγκατάστασή του στους ουρανούς ο Markopoulos μάς καλεί να γίνουμε δημιουργοί και ποιητές, ρομαντικοί θιασώτες του πάθους. Στον θρυλικό πια τόμο Βουστροφηδόν (μτφρ. Νατάσσα Χασιώτη, εκδ. Άγρα) στεγάζονται τα τρία βιβλία του δημιουργού: Χάος Φάος ΙΙ, Χάος Φάος ΙΙΙ, και Βουστροφηδόν. Στο ποίημά του ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ ΓΗ, ο Markopoulos συνοψίζει την καλλιτεχνική του στάση και προσφορά: «Μακριά από τις λέξεις που δένουν το παρόν / μακριά από τις πολιτισμικές αρρώστιες που προτείνουν και / πιστά ακολουθούν αλαζόνες παθιασμένοι με την αισθητική».