Πρώτα χάνουν οι άνθρωποι την ευθύνη τους απέναντι στα πράγματα και μετά οι λέξεις το νόημά τους. Η λέξη Δημοκρατία, για παράδειγμα, δεν θα είχε καμιά αμφισημία, αν οι πολίτες ήθελαν να υπερασπίσουν αυτό που είναι.Η πολιτική δεν θα παρέπεμπε σ’ ένα σύνολο από ψέματα, αν ο καθένας την υπερασπιζόταν ως την αλήθεια της σχέσης με την κοινωνία και όχι με το συμφέρον.

Έχω ακούσει ζευγάρια φίλων να μαλώνουν μεταξύ τους, αποκαλώντας ο ένας τον άλλο «φασίστα». Και εννοούν την κακή συμπεριφορά, ίσως και την απαίτηση για μια συμπεριφορά που θα είναι αρεστή. «Φασισμός» κατέληξε να είναι η δυσαρέσκεια, η διατάραξη της προσωπικής ησυχίας.

Ο φασισμός όμως είναι τα 55 εκατομμύρια νεκροί του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι σκηνές που δεν υποψιάζεται όποιος θεωρεί πως οι λογαριασμοί με τον φασισμό είναι η λογομαχία για το «δικαίωμα» που ανατρέπεται από την αποδοχή της διαφορετικότητας.

Την ώρα που τα τάγματα της Χρυσής Αυγής έχουν κινήσει για το περιστύλιο της Βουλής και οι ιαχές τους υπόσχονται πως «θα ξεβρομίσει η Ελλάδα», οι διαμαρτυρίες για την κοινωνία που δεν «σέβεται τη διαφορετικότητα» φαντάζουν ψίθυρος σε γήπεδο με χουλιγκάνους.

Πρόσφατα, σε μια εκδήλωση παρουσίασης της καμπάνιας ενάντια στην ηπατίτιδα, ένας από τους πολύ γνωστούς ακτιβιστές για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων θεώρησε πως ένα βίντεο το οποίο έδειχνε πως η ασθένεια μεταδίδεται μέσω μολυσμένης σύριγγας, ερωτικής επαφής χωρίς προφυλακτικό, ακόμη και του πίρσινγκ, διαμαρτυρήθηκε. Κατά την άποψή του, αυτά τα επιστημονικά δεδομένα στοχοποιούσαν κατηγορίες ανθρώπων και αυτός ήταν ένας φασισμός.

Προφανώς ο φασισμός μπορεί να περνάει στην κοινωνία απ’ όποια ρωγμή αφήνουν η απολυτότητα και οι διακρίσεις, αλλά δεν ταυτίζεται ούτε με τα στερεότυπα ούτε με την άγνοια. Γι’ αυτούς που πίστευαν πως η αποδοχή της διαφορετικότητας, η συνταγή της ευγενούς συμπεριφοράς και της ανεκτικότητας στέλνουν τον φασισμό στα βιβλία της ιστορίας, οι χρυσαυγίτες δεν είναι μόνο η γλώσσα αλλά και τα δόντια της.

Ζήσαμε τον αντιφασισμό που ήταν προσηλωμένος στην περιφρούρηση των «δικαιωμάτων» που οριοθετούνται γύρω από το μαλακό μας υπογάστριο και τον αντιρατσισμό που θεωρούσε ρατσισμό κάθε αναφορά ακόμη και σε αυτά τα φυσικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων. Τα εκατομμύρια των θυμάτων του φασισμού εξομοιώθηκαν με τις θιγμένες δύστροπες ευαισθησίες μας και τον καταπιεσμένο μας εγωισμό.

Το βαρύ κόστος του φασισμού αποπολιτικοποιήθηκε κι έγινε η αντιπαράθεση για τον «σεξισμό», η μάχη με τους «ομοφοβικούς», η ανησυχία για τη διχοτόμηση της τρίχας. Την ώρα που ο Γρηγόρης Βαλλιανάτος, πρόεδρος του κόμματος Φιλελεύθερη Συμμαχία, έγραφε στο facebook για τον θάνατο του Δημήτρη Μητροπάνου «η υπέροχη φωνή ενός ομοφοβικού», η Χρυσή Αυγή μετέφερε με ασφάλεια γριούλες στις τράπεζες για να πάρουν τη σύνταξή τους. Μπορεί, άραγε, αυτός που δεν έχει πειστεί πως η Χρυσή Αυγή είναι ένα τσούρμο από επικίνδυνους φασίστες να κατανοήσει πόσο επικίνδυνα είναι τα στερεότυπα; Ή μήπως η εμμονική ενασχόληση με τα στερεότυπα δεν είναι η ίδια ένα στερεότυπο;

Ένας στους πέντε Γάλλους ψήφισε Λε Πεν. Μεγάλο ενδεχομένως να είναι και το ποσοστό των Ελλήνων που θα δώσουν τη δυνατότητα στους φασίστες να μπουν στη Βουλή. Να κάτσουν στα έδρανα της Δημοκρατίας. Ο λόγος δεν είναι γιατί ήμασταν σεξιστές, κακότροποι και δεν εκτιμήσαμε σωστά τη φυσική αναγκαιότητα της διαφορετικότητας. Αλλά γιατί δεν καταλάβαμε πως ο φασισμός φτάνει πάντα με το άρμα της πολιτικής.

Καβάλα πάνω στον λαϊκισμό, δείχνοντας στιβαρός σε σχέση με την πολιτική αβεβαιότητα, χρησιμοποιώντας την αναξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, ο φασισμός φτάνει με την υπόσχεση ενός ονείρου που υπήρξε ο εφιάλτης της υφηλίου. Όπως στα εξαθλιωμένα κράτη του υπαρκτού σοσιαλισμού και στη Γαλλία των αντιθέσεων, έτσι και στην Ελλάδα της κατάρρευσης θα αναδείξει τις ανάγκες. Δεν θα χρησιμοποιήσει ούτε ομοφοβικούς ούτε σεξιστές ούτε φωνακλάδες των διαπροσωπικών σχέσεων. Θα χρησιμοποιήσει τους νοικοκυραίους, τους «αγανακτισμένους» μικροαστούς, τους αδικημένους των πελατειακών σχέσεων.

Η μάχη για κανένα δικαίωμα δεν είναι πολυτελής. Αλλά είναι αυταπάτη πως η εξασφάλιση της πολύτιμης, της «πλατινένιας» διαφορετικότητας είναι ο αυτόματος και αποτελεσματικός εχθρός του φασισμού. Ο φασισμός στηρίζεται στην ισοπέδωση και τη γενίκευση. Δεν τον αντιμετωπίζουν, όμως, οι προσωπικές υποσημειώσεις που δηλώνουν μόνο πόσο διαφορετικοί είμαστε ο καθένας.

Η αντιπαράθεση με τον φασισμό είναι η δήλωση για την πολιτική του ουσία. Είναι κατανοητό πως όλοι εμείς που δεν ζήσαμε τις θηριωδίες του μπορούμε ν’ αποκαλούμε φασισμό την έντονη διαφωνία του καναπέ και τη σκληρή αντιπαράθεση των φύλων. «Πατώντας πάνω στην ανεμελιά» μας, όπως έλεγε και ο Μπρεχτ, ο φασισμός δεν γελάει μόνο τους προβληματισμούς μας. Μπορεί να μας κάνει να κλάψουμε.