1. ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ («Δέντρο» #185-186): Διαβάζεις Γιώργο Κυριαζή στις σελίδες 53-56 και μαθαίνεις ότι ο πολύς Ουμπέρτο Έκο είναι κάτοχος 50.000 βιβλίων (και, φυσικά, σκας από ζήλια). Από την άλλη, πάλι, ο Νίκος Καρούζος τις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του δεν είχε καθόλου βιβλιοθήκη, όπως ξέραμε όσοι είχαμε την υψίστη τιμή να ξημεροβραδιαζόμαστε στο κονάκι του, στη Σούτσου, και όπως το μαρτυρεί η Εύα Μπέη στις σελίδες 90-94. Η οποία, στο πολύ συγκινητικό και μεγάλης ακριβείας κείμενό της, μας πληροφορεί: «Καλοκαίρι του ’90 ζήτησε (ο Καρούζος) να του φέρω από το δωμάτιο της Δ. Σούτσου το TractatusLogicophilosophicus. Μαζί με το βιβλιαράκι του Τόμας Μπέρνχαρντ Ο ανιψιός του Βιτγκενστάιν παρέμειναν πλάι στο κρεβάτι του μέχρι το τέλος». Στις σελίδες 219-223 διαβάζεις ότι ο Άλαν Άνσεν, που έζησε σαράντα χρόνια στην Ελλάδα, διέθετε τη μεγαλύτερη και πιο ενημερωμένη ιδιωτική βιβλιοθήκη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Συμφωνείς με τον Γκαζμέντ Καπλάνι, που στη σελ. 40, διατείνεται ότι: «Οι ιδιωτικές βιβλιοθήκες του εικοστού αιώνα μπορούν να αφηγούνται την πολιτική του ιστορία και υστερία. Τα μεγάλα του πάθη, τα μεγάλα του εγκλήματα, τις κραυγαλέες του αντιφάσεις». Και, βέβαια, θαυμάζεις το στιλπνό χιούμορ του μετρ Αχιλλέα Κυριακίδη που υπογράφει το βιβλιοθηκομανές τεμάχιο «21+1 απόψεις για τις βιβλιοθήκες», στις σελ. 57-59.

 

2.ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ (Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες: Το Χάρτινο Σπίτι, μτφρ. Λένα Φραγκοπούλου, εκδ. Πατάκη): Όπου ο Αργεντινός συγγραφέας Ντομίνγκες (1955) συνθέτει έναν ύμνο στη βιβλιοφιλία, ο οποίος είναι αφιερωμένος στον Τζόζεφ Κόνραντ. Όπου στην πρώτη κιόλας σελίδα παρελαύνουν τα ονόματα της Έμιλυ Ντίκινσον, του Έρνεστ Χέμινγουεϊ και του Αλέξανδρου Δουμά. Όπου στη δεύτερη σελίδα έχουμε έναν σκύλο που διαβάζει (μοτίβο που συναντάμε στον Τόμας Πίντσον), εν προκειμένω τους Αδελφούς Καραμάζοφ. Όπου στην 21η σελίδα λάμπει η φράση: «Τα βιβλία στο σπίτι μου προελαύνουν σιωπηλά, αθώα. Δεν μπορώ να τα αναχαιτίσω», ενώ, λίγο πιο κάτω, πέφτουμε σε μια συγκινητική μνεία στον Νίκο Καζαντζάκη και στον Ζορμπά. Όπου μαθαίνουμε πώς να ξεχωρίζουμε τους μανιακούς βιβλιοφάγους («φαίνονται από το δέρμα τους που θυμίζει τσιγαρόχαρτο», σ. 47). Όπου δεν είναι δυνατόν να συγκρατηθούμε και ξεσπάμε στα γέλια με την (ας πούμε) διαταραχή του βιβλιομανούς Κάρλος Μπράουερ, ο οποίος σπαζοκεφαλιάζει για το πώς να μη βάλει στο ίδιο ράφι της βιβλιοθήκης του δύο συγγραφείς που είναι μαλωμένοι (Μπόρχες vs Λόρκα, Σαίξπηρ vs Μάρλοου, Μάρτιν Έιμις vs Τζούλιαν Μπαρνς, Βάργκας Λιόσα vs Γκαρθία Μάρκες). Όπου μας δίνεται η ωραία οδηγία ότι απολαμβάνουμε καλύτερα την ανάγνωση έργων του Γκαίτε, ακούγοντας Βάγκνερ, και του Μποντλέρ με μουσική υπόκρουση Ντεμπισί (σ. 64). Ωραίο μυθιστόρημα, μόλις 107 σελίδων, που διαθέτει όντως την «έντυπη μελωδία των λέξεων» (σ. 85).

 

3. Η ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ (JacquesBonnet: Βιβλιοθήκες γεμάτες διαβάσματα, μτφρ. Βάνα Χατζάκη, εκδ. Άγρα): Γοητευτικότατος αίνος στο βιβλίο και στις βιβλιοθήκες. Βρίσκουμε εδώ τον περίφημο Charles-Valentin Alkan, τον προστάτη άγιο των βιβλιομανών, έξοχο συνθέτη και πιανίστα, που βρέθηκε στις 30 Μαρτίου του 1888 καταπλακωμένος από τη βιβλιοθήκη του. Βρίσκουμε κάμποσους περιλάλητους ρέκτες/παίκτες που πόνταραν τα πάντα στην άκακη τρέλα να συσσωρεύεις βιβλία και να πασχίζεις να τα ταξινομήσεις: Πεσόα, Ναμπόκοφ, Μπένγιαμιν, Περέκ, Μπασλάρ, Μπόρχες, Μοανγκέλ, Μούζιλ. Στεκόμαστε σε μια φράση του τόσο βασανισμένου Σαλάμοφ («Δεν θυμάμαι να έμαθα ποτέ να διαβάζω, κι έχω το θράσος να πιστεύω ότι ήξερα από πάντα»), και λίγο μετά πασχίζει η ζηλιάρικη φαντασία μας ν’ αγκαλιάσει τους τριακόσιες χιλιάδες (!!!) τόμους που κατείχε ο σερ Ρίτσαρντ Χέρντερ (1774-1833), «κατανεμημένους σε πέντε διαφορετικές βιβλιοθήκες στην Αγγλία και την Ηπειρωτική Ευρώπη, με την καθεμιά τους να καταλαμβάνει πέντε οικήματα» (σ. 37).