Υπάρχει καλή και κακή γραφή, αδιάφορο αν σκονίζεται στα πεζοδρομιαία free press ή αναρτάται στα υποβολιμαία κυριακάτικα. Υπάρχει το κείμενο που, εκτός από συμφεροντολόγα επιχειρήματα, αναπνέει από συγκίνηση και παιδικές εικόνες.

Στα τελευταία γραπτά μου στη LifΟ ακολούθησα το «αιτούμενο». Αλλά δεν μου φτάνει. Λοιπόν, εν μέρει για να εξακριβώσω ένα «δύσκολο» γραπτό, εν μέρει και την ώρα να περάσω, παραθέτω εδώ λίγο απ’ το εισαγωγικό μου κείμενο για το Ρημάζει που ακούστηκε από την Πατεράκη στο Μέγαρο, επ’ ευκαιρία μάλιστα της ανάρτησης εξαιρετικών φωτογραφιών του Πάνου Μιχαήλ στο site του περιοδικού. Διότι δεν είναι μόνο η πραγματικότητα που προσεγγίζεται με τα σύνεργα της απόλαυσης αλλά και η φαντασίωση.

«To κείμενό μου ανήκει στη δικαιοδοσία εκείνης της παιδαγωγικής που διδάσκει ότι “δεν υπάρχει το εκτός κειμένου”, παρότι εκτός κειμένου, λίγο πιο κάτω, πολιορκείται η Βουλή. Η προκλητική αυτή αποστροφή του Ζ. Ντερριντά δηλώνει πως, όταν η ομιλία ξεχειλώνει στα μεγάφωνα, η γραφή αναλαμβάνει να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα. “Δεν υπάρχει το εκτός κειμένου”, διότι ό,τι υπάρχει αποτελεί μέρος μιας διευρυμένης έννοιας κειμένου που δεν περιορίζεται προφανώς στο εμπειρικό κείμενο. Αυτό που υπάρχει επαναγράφεται, στοιχειοθετείται εκ νέου, διαχωρίζεται και διαφοροποιείται από την εμπειρική του αμεσότητα. Οπότε, προσλαμβάνεται διαφοροποιημένο, υπογεγραμμένο από κύρια ονόματα τα οποία διαστίζουν τα κοινωνικά πεδία ως σημεία αναγνωστικά. Η πραγματικότητα, ο συγγραφέας, ο δρων, υπάγονται σ’ ένα διάγραμμα, ένα σύστημα κειμενικό που διόλου δεν τα εμποδίζει να συνδέονται μεταξύ τους ιστορικά. Όλοι συμμετέχουμε σ’ αυτό το γενικευμένο κειμενικό κρυπτογράφημα της μοίρας, απλούστατα διότι η ίδια η πραγματικότητα έχει τη δομή ενός αναφορικού ίχνους. Κανείς δεν μπορεί ν’ αναφέρεται σ’ αυτήν παρά μόνο μέσω μιας ερμηνευτικής που υποβαθμίζει το προφανές στις ημέρες μας: τη ρητορική του άμεσου καταγγελτικού λόγου, ο οποίος, σημειωτέον, δεν βρίσκεται και αυτός “έξω” από την έννοια του γενικού κειμένου, αλλά προφέρεται και εγγράφεται στις παρυφές του. Ίσως η θεωρία της γραφής που μόλις σκιαγράφησα να υποδηλώνει “σε αβυσσαλέο βάθος την ίδια την πραγματικότητα” “εντός” του κειμένου. Γι’ αυτήν τη θεωρία της δομικής αναγκαιότητας της αβύσσου κάνει λόγο το Ρημάζει.

 

Ο λόγος είναι κόπος. Και στο ερώτημα ποιος είναι αυτός που μιλάει -και μάλιστα σε καιρούς χαλεπούς για την ποίηση- η απάντηση είναι ο νεκρός. Ο Σεφέρης, εισάγοντας την Έρημη Χώρα του Τ.S. Eliot σε εξίσου χαλεπούς καιρούς, δεν δίστασε να προσυπογράψει στην Εισαγωγή για τη μεταγραφή της στα ελληνικά μια φράση του Albert Thibaudet για έναν εκ πεποιθήσεως νεκρό, τον Flaubert: “ένα κείμενο είναι ένας πίνακας των πραγματικοτήτων, των γνώσεων, των θελήσεων του ανθρώπου, κοιταγμένων από την άποψη του πτώματος”.

 

Αυτό λοιπόν που μιλά και ρημά-ζει (που ζει από το ρήμα και είναι ήδη νεκρό), αυτό το ακατονόμαστο ουδέτερο, εμπαίζει τα συστήματα, τα φύλα, τις διαθέσεις, τη γραφή, την ανάγνωση και τον ίδιο τον ομιλούντα. Οι ψυχαναλυτές θα το ονόμαζαν ένα “γράμμα” εντοπισμένο στη δομή του σημαίνοντος. Θα πρόσθετα, μια σφήνα στην καρδιά του νεκρού. Ένα γράμμα προφανώς στη θέση του -εδώ στο περίοπτο Μέγαρο- αλλά και ριγμένο σ’ ένα free press πλάι στον άστεγο. Ένα απόρριμμα. 

 

Συλλογίζομαι την ηθελημένη στιγμή που με προϋποθέτω νεκρό. Κι έτσι μπορώ να διαβάσω έναν στίχο του Σεφέρη από το Μυθιστόρημα που με παίδευε για καιρό:

χαμένοι, ξαναβρίσκοντας ένα δρόμο γεμάτο τυφλά συντάγματα

βουλιάζοντας μέσα σε βάλτους και μέσα στη λίμνη του Μαραθώνα

θα μπορέσουμε να πεθάνουμε κανονικά;

 

Η ποίηση, η ηθελημένη στιγμή της ποιήσεως -είτε το θέλησα είτε όχι- σήμανε εκ των υστέρων για μένα την εξουδετέρωσή μου για την οποία το Ρημάζει καταλαμβάνει τη θέση νεκρώσιμου στον στύλο της ΔΕΗ έξω απ’ το Πάντειο. Και μάλιστα, η θέλησή μου για να εγγραφεί στη γλώσσα μου “αυτό που προηγείται κάθε λόγου, αυτό που προηγείται κάθε γραφής προκειμένου να περιγραφεί το μοναχικό πρόσωπο με πρόσωπο του συγγραφέα με το έργο” υπέστη τον ισχυρότερο κλονισμό: εξ-ουδετερώθηκε. Δεν προεξοφλώ ότι η ηθελημένη αυτή στιγμή έχει ολότελα συντελεστεί για μένα εφόσον, ό,τι και αν γράψω εκ των υστέρων, το ιδιοποιείται η λογοτεχνία. Να γιατί αυτό που μ’ ενδιαφέρει πέρα από μια ακόμη ποιητική συλλογή “είναι η απαίτηση του γράφειν”. Όχι πλέον “η γραφή η οποία ανέκαθεν είχε τεθεί στην υπηρεσία του λόγου” αλλά, όπως γράφει ο Μπλανσό, “η γραφή που, από την ίδια με αργούς ρυθμούς απελευθερωμένη δύναμη, φαίνεται ότι αφιερώνεται μονάχα στο εαυτό της”. Εξ ου και το δυσανάγνωστο των κειμένων μου.

 

Αυτό λοιπόν το κείμενο, αγγελτήριο-γράμμα, απευθύνω σαν επιστολή διαμαρτυρίας για τη χώρα μου που ρημάζει, αφήνοντας επιπλέον να μιλήσει “αυτό”, διότι έτσι κι αλλιώς “αυτό μιλά”.

 

Ιδού με δυο λόγια τι λέει το Ρημάζει. Ζει-από-το-ρήμα. Δεν ζει την ίδια στιγμή με το ρήμα. Το ρήμα δεν πιάνει απάνω του, επειδή η ασώματη φύση του δεν αφήνει τα ρήματα να πιάσουν τόπο.

 

Στρουθοκαμηλίζουμε; Έχω την αίσθηση πως η υποδοχή του Ρημάζει επιτρέπει σ’ έναν τρίτο, εκτός κειμένου -και εκτός Μεγάρου- ν’ ασχημονεί πίσω απ’ την πλάτη μας. Η πολιτική της στρουθοκαμήλου αφήνει δυστυχώς κάποιον να της μαδάει τα οπίσθια. Έχω τη βεβαιότητα πως αυτοί που μας ξεπουπουλιάζουν είναι οι άνθρωποι που μας ερήμωσαν. Τους εμπιστευτήκαμε την τύχη της Ελλάδας και ατυχήσαμε κατ’ επανάληψη. Αυτό το απέραντο εκτροφείο στρουθοκαμήλων όπου ζούμε το έχουν εφοδιάσει και με το πιο σύγχρονο γερμανικό σφαγείο για εδέσματα στρουθοκαμήλου στο πιάτο των κερδοσκόπων».

 

Αυτά τα δυσνόητα, αλλά και εξίσου προφανή, είπα τις προάλλες, αναγνωρίζοντας πως, σε μια ακατανόητη από τον ίδιο της τον εαυτό Ελλάδα, το νόημα υποδεικνύει την κατεύθυνση προς την οποία αποτυγχάνει. Θέλησα να πω την αλήθεια, μη μπορώντας όμως να την εξωθήσω στα άκρα ως όφειλα.