ΕΙΧΕ ΑΚΟΜΗ την κακή συνήθεια να εκλαμβάνει τον εαυτό του ως πνευματικό, όπως λένε, άνθρωπο. Πολλές φορές, η υποχρέωσή του να έχει ένα σώμα έπαιρνε στα μάτια του διαστάσεις ηθικές. Όμως κι αυτή ακόμη η ηθικότητά του λίγο διέφερε από την αμαρτία. Αλλά και πάλι, δεν επρόκειτο για εκπεφρασμένη βούληση. Ούτε ελευθέριος ούτε θεούσα.

 

Έσκαγε φυσικά. Κι όλες του οι κινήσεις, όλες οι δραστηριότητές του, οι σθεναρές και οι αδύναμες, οι χαμερπείς και οι μεγαλειώδεις, όλο το σθένος του εκφράζονταν σ’ ένα «habeas corpus». Έλεγε: «έχω ένα σώμα επειδή έχω μια ζώνη ευκρινούς και διακεκριμένης έκφρασης». Κι αυτό που εξέφραζε ευκρινώς, το σώμα του και μόνον αφορούσε.

 

Όπως το ποτάμι διαποτίζει τον Καίσαρα όταν αποφασίζει να διέλθει τον Ρουβίκωνα -επειδή ο Καίσαρας έχει ένα σώμα που εισέρχεται και διαβαίνει τον ποταμό-, έτσι και οι φράσεις του, προαναγγελία της μάχης του με τη γραφή ήταν. Ένα: «ο κύβος ερρίφθη» που θα τον διέσωζε κι αυτόν, στην Ιστορία. Αλλά τίποτα από αυτά δεν θα ήταν ανθρωπίνως δυνατό και ιστορικώς αξιόλογο αν το νερό δεν κατέκλυζε το σώμα του Καίσαρα, αν η γραφή -ορμητικό ρεύμα- δεν ήταν ο Ρουβίκωνάς του.

 

ΥΠΕΦΕΡΕ ΛΟΙΠΟΝ ΚΙ ΑΥΤΟΣ. Έφερε δηλαδή το σώμα του στον ποταμό, υπέφερε το σώμα του να γράφει, να εμμένει στη δύναμη της εσαεί παραμονής του σε ροή. Αλλά η κινητικότητα αυτή, σωτήρια βιολογική προϋπόθεση στον αγώνα του κατά του χρόνου, τον άφησε αιωνίως έφηβο. Και ναι μεν, συνεπεία της παρατεταμένης εφηβείας του, ανέπτυξε ισχυρή αντίσταση απέναντι στα συμβατικά συμβάντα της ζωής των συνομηλίκων του, την ίδια όμως στιγμή ο παλιμπαιδισμός αυτός λειτουργούσε και ως υποταγή σε κάθε μεγάλο ο οποίος συνέβαινε να κατέχει θέση ρυθμιστού της ζωής του· οι γυναίκες.

 

Κι επειδή δεν είχε την υπομονή να συνθέσει το opus magnum, η ποίησή του -σύντομη μορφή συντομευμένων αισθημάτων- επέπλευσε για λίγο στον καθρέφτη και βούλιαξε στον ψευδάργυρο της κοινοτοπίας, εκεί όπου ευφυολόγημα, αφορισμός και ποίημα αποσύρονται σα θεότητες εγκαταλελειμμένης επαύλεως της ρωμαϊκής υπαίθρου. Κι όταν -προκειμένου να δικαιολογηθεί-, σε ώρες κατάπτωσης, ημέρες ανυπόφορης ζέστης, σχεδόν γυμνός, στα όρια του κλονισμού, αλλά συγχρόνως τόσο διαυγής ώστε να επιμένει να γράφει, όταν λοιπόν τελείωνε το ποίημα, τότε, με τη βοήθεια παρόδων, χωρίς να παρακάμπτει όμως τον πυκνό ιστό του πνεύματος, ο εαυτός του τον οδηγούσε στα προάστια όπου ο ποιητής διαθέτει γκαρσονιέρα. Εκεί, θα συναντούσε την Ερατώ. Πολύ αργότερα, την εποχή που ο Αρκάδιος είχε διατάξει την καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών, πριν ξεφυτρώσουν οι βυζαντινοί ναΐσκοι στα ειδυλλιακότερα σημεία της Αττικής.

 

ΑΛΛΑ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ με την ποίηση συν τω χρόνω εξελίχθηκε σε έμμονη ιδέα με σοβαρές συνέπειες για την ψυχική του υγεία. Θα μπορούσε ακόμη και να γεράσει απότομα ή να τρελαθεί. Αυτός όμως, τον χαβά του: επειδή του είπαν πως η ποίηση είναι κεραμουργία με φωνήεντα, αντικατέστησε ένα-ένα τα ελενίτ στη στέγη του με κεραμικά Ισνίκ του δέκατου όγδοου αιώνα, που τα αγόρασε en gros στις κατεδαφίσεις της Βαγδάτης. Απ’ τους κινδύνους του αμίαντου, προτίμησε τις καπνισμένες τερακόττες. Λένε μάλιστα πως, σαν τον κροκόδειλο, διέθετε προστατευτικές φολίδες που τον προφύλασσαν από επαγγελματίες κυνηγούς.

 

Τον εγκλώβισαν. Με βυτιοφόρο μετέφεραν αυτόν σε ζωολογικό κήπο και την απεικόνισή του στο σημείο της καρδιάς, στα μπλουζάκια που, από τότε, φορούσε αποκλειστικά.

 

Είχε προτίμηση στο μαύρο.