Πηγή μου ζωηφόρος, που δροσίζεις

με το βαθύ ποτάμι, με το νάμα σου

τόσες ψυχές, και μένα την ψυχή μου·

Ο κρότος των νερών σου μέσ’ στα ρέμματα

κι ανάμεσα στους βράχους, στα βουνά,

κι ως κάτω, έως το κύμα της θαλάσσης·

ο ρόχθος των υδάτων σου ακούεται.

Και είσαι συ η Πόλις του Θεού.

Κι ακόμα το αγιασμένο σκήνωμα,

που ευφραίνεται τα ρεύματα

κυλώντος ποταμού.

 

Είναι μικρό, φτωχό το κλησιδάκι σου,

μα η χάρις σου είναι άπειρη κι ατέλειωτη.

Ατέλειωτη, ως το ρεύμα της πηγής σου,

που χύνεται και χύνεται,

και από κοντά αθόρυβα

παράδοξα το ρεύμα σου πληθύνεται.

 

Είθε και στην καρδιά μου, που έχει στραγγιχτή,

να δώσει ζωή και δύναμιν η χάρις σου.

 

Αν είναι ξεχασμένη κι έρημη

όμως στο βράχο η εκκλησιά σου είναι στημένη

κι αυτός ο βράχος μού φαίνεται πως είναι

κτισμένος από τα χέρια και το αίμα σου·

«Και πύλαι Άδου ου κατισχύουσιν αυτού».

 

(«Στην Παναγία του Ντομάν»: Ένα ποίημα του Πα-

παδιαμάντη, αφελές με τη βαθιά σήμανση που δίνει

στη λέξη ο Σίλερ, άγριας καθαρότητας όπως ο δυνατός

αέρας ή ο αέρας της πίστης. Δεν είναι επίκαιρο -ο

Χριστός είναι που εορτάζεται αυτές τις μέρες- αλλά

εμένα αυτό μου φέρνει στον νου το παλιό μυστήριο: να

μιλάς για το πνεύμα μέσα από εικόνες της φύσης.

Ο κρότος των νερών, ο ρόχθος των υδάτων, το ρεύμα

της πηγής μοιάζουν σαν ένα ταξίδι αλλαγών, ταξίδι της

ύλης προς το φως - σαν τη μεταστοιχείωση του κρασιού

σε αίμα όταν ο ιερέας κινεί τον «αέρα» στα σα εκ των

σων. Έτσι υποτίθεται γίνονται θεοί οι άνθρωποι και

κάπως έτσι γίνονται οι κακοί άνθρωποι καλοί.

 

Εκτός όμως απ’ το μυστήριο, είναι η γλώσσα, οι λέξεις.

Σαν μυθικά θηρία, μία μία ανασαίνουν πίσω από τις

φυλλωσιές ενός δάσους.

 

Και, τέλος, είναι η προσευχή. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει

θεός, αλλά η προσευχή είναι μια από τις πιο υψηλές

στιγμές του ανθρώπινου είδους. Η στιγμή τoυ παραδομού

σε κάτι που μας ξεπερνά, η γνώση ότι είμαστε κάτι

περαστικό και κατά κάποιον τρόπο σπασμένο).

 

 

 

Σχέδια που έφτιαξε ο Παπαδιαμάντης σε νεαρή ηλικία