Το πρόβλημα των ελληνικών media δεν είναι καινούργιο. Στην Ελλάδα, αρχικά ο Τύπος και στη συνέχεια τα ραδιοτηλεοπτικά media δεν ήταν ποτέ ανεξάρτητα. Το μνημόνιο μεταξύ ΔΝΤ-Τρόικας και ελληνικής κυβέρνησης επιταχύνει την πτώση των ελληνικών media και σε λίγο καιρό μια νέα πραγματικότητα, σε επίπεδο περιεχομένου και ιδιοκτησίας, θα διαμορφωθεί. Από το τσουνάμι που έρχεται, με την ανεργία στον κλάδο των δημοσιογράφων να φτάνει το 50% και τις μειώσεις των αποδοχών έως και το 50%, είναι φανερό πως όλα όσα γνωρίζαμε στα media θα αλλάξουν. Το ερώτημα είναι ποιοι θα επιβιώσουν.

Το μοντέλο για τον κλάδο των ΜΜΕ που επικράτησε στην Ελλάδα ήταν αυτό της βαθιάς εξάρτησης από το κράτος. Η διαπλοκή των συμφερόντων, έννοια που εισήγαγε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης τον Σεπτέμβριο του 1993 σε συνέντευξή του στην τότε ΕΤ1 λίγο πριν χάσει τις εκλογές, είναι αυτό που περιέγραφε τον κόσμο των μέσων ενημέρωσης ως αναπόσπαστο κομμάτι της κρατικοδίαιτης ανάπτυξης της χώρας. Η διαπλοκή σήμαινε ζημιογόνα media και κερδισμένοι επιχειρηματίες από τα δημόσια έργα, επιβάλλοντας ένα καθεστώς συναλλαγής και αυθαιρεσίας μεταξύ των ιδιοκτητών και της εκάστοτε κυβέρνησης.

Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά. Οι τηλεοπτικοί και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί εκπέμπουν σήμερα χωρίς άδειες, με το λεγόμενο καθεστώς προσωρινής λειτουργίας. Οι τελευταίες τηλεοπτικές άδειες δόθηκαν το 1993 (λίγο μετά την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη) και οι άδειες των ραδιοφωνικών σταθμών το 2005. Η αρμόδια Αρχή για τη Ραδιοτηλεόραση προτιμούσε, την περίοδο Σημίτη, εφαρμόζοντας τον νόμο για το βασικό μέτοχο, να εκδίδει πιστοποιητικά διαφάνειας σε οικογένειες που ήταν και στα media και στα έργα και να εγκρίνει μεταβιβάσεις ραδιοφωνικών σταθμών προς 100.000 ευρώ... Ακόμα και σήμερα η μετάβαση στην επίγεια ψηφιακή τηλεόραση, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη, καρκινοβατεί, ενώ, με εξαίρεση τους τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας, ουδείς άλλος πληρώνει για τον σπάνιο δημόσιο πόρο των συχνοτήτων.

Η κρατική διαφήμιση είναι άλλο φωτεινό παράδειγμα πως τα media έχτισαν την εξουσία τους με τα λεφτά των άλλων. Επί κυβέρνησης Καραμανλή, μια από τις εφημερίδες με τις χαμηλότερες πωλήσεις έκαναν στο πρώτο 8μηνο του 2009 πρωταθλητισμό στη διαφήμιση! Η κρατική τηλεόραση έφτασε να εισπράττει απευθείας από τους πολίτες 302 εκατ. ευρώ (στοιχεία 2009) με τη μορφή του ανταποδοτικού τέλους (4,24 ευρώ τον μήνα ανά νοικοκυριό), αλλά εξακολουθεί να είναι ζημιογόνος. Συνάμα, παράγει αλλοπρόσαλλα προγράμματα, στηρίζει με την παροχή δωρεάν εικόνας τους ιδιωτικούς σταθμούς, παρέχει χωρίς διαφάνεια τεράστια ποσά σε κρατικοδίαιτες εταιρείες παραγωγής τηλεοπτικών προγραμμάτων και καθιέρωσε ένα καθεστώς που δουλεύουν οι λίγοι και κακοπληρωμένοι συμβασιούχοι για λογαριασμό των πολλών. Στην εικόνα ας προσθέσουμε και τον άγνωστο αριθμό των δημοσιογράφων που έχουν μια ή περισσότερες δουλειές στο Δημόσιο, δίχως αυτά τα στοιχεία να δημοσιοποιούνται από τους φορείς ή τα υπουργεία. Το κράτος είναι εκείνο που στηρίζει σε έναν υψηλό βαθμό ΜΜΕ και δημοσιογράφους.

Το μοντέλο των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών δεν είναι καλύτερο. Στην πλειονότητά τους συνέβαλαν στην αλλαγή του προτύπου της ελληνικής κοινωνίας, αραδιάζοντας τηλεοπτικά σκουπίδια στα μεσοαστικά σαλόνια. Από το 1989, όταν μέσα σε μια νύχτα έγιναν από εκδότες ιδιοκτήτες τηλεοπτικών σταθμών χωρίς σχεδόν καμία υποχρέωση, απέκτησαν τεράστια πολιτική ισχύ, ξεκινώντας ένα ατέλειωτο βαλς με τους πολιτικούς. Αποκορύφωμα της σχέσης αυτής ήταν η περίοδος της αποδοκιμασίας Σημίτη, όταν τα δελτία ειδήσεων της εποχής εκείνης έπαιζαν μετά μανίας στα πρώτα θέματα της επικαιρότητας ειδήσεις για τη Βίσση και τη Βανδή. Παράλληλα, εξαιτίας της μεγάλης αύξησης της δαπάνης, διέθεσαν τεράστια ποσά, δημιουργώντας μια ελίτ παρουσιαστών, δημοσιογράφων και διασκεδαστών, με αποδοχές που ξεπερνούσαν το 1 εκατ. ευρώ. Το αποτέλεσμα δεν ήταν άλλο από τη δημιουργία ζημιογόνων επιχειρήσεων με χαμηλής αισθητικής πρόγραμμα, με ακριβοπληρωμένα στελέχη, δημοσιογράφους καθοδηγητές και παρουσιαστές που κλαίνε καθημερινά για τις συντάξεις που χάνουν οι άλλοι!

Η σπατάλη αυτή δεν έγινε μόνο στον «λαμπερό» κόσμο τηλεόρασης. Οι ελληνικές επιχειρήσεις ΜΜΕ άντλησαν, μπαίνοντας στο Χρηματιστήριο από το 1998, περίπου 620 εκατ. ευρώ για να κάνουν επενδύσεις. Με εξαίρεση ένα-δύο συγκροτήματα που έκαναν ουσιαστικές κινήσεις ή απλώς κράτησαν τα χρήματα των αδαών μετόχων, οι υπόλοιποι εξαγόρασαν επιχειρήσεις χωρίς ουσιαστική αξία, αγόρασαν αέρα στο ίντερνετ υποσχόμενοι κέρδη από τη φούσκα της «Νέας Οικονομίας» και, ακόμη χειρότερα, χωρίς την έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων τους, έπαιρναν τα χρήματά τους και αγόραζαν ίδιες μετοχές! Το αποτέλεσμα ήταν και εδώ ζημιές και πλούσια στελέχη...

Όλοι πίστευαν πως τα media ήταν μια εύκολη δουλειά από το οποίο και χρήματα έβγαιναν και παραγόταν πολιτική ισχύς. Το παράδειγμα της συζύγου επιχειρηματία που αγόρασε μια εφημερίδα και υπερδιπλασίασε το κόστος λειτουργίας της με αποτέλεσμα να την κλείσει 3 χρόνια αργότερα είναι χαρακτηριστικό. Πολλοί αντιμετώπιζαν τα Μέσα όπως και μια οποιαδήποτε άλλη δουλειά, χωρίς να αντιλαμβάνονται πως, πρώτον, το παραγόμενο προϊόν είναι άυλο και, δεύτερον, πως δεν είναι όλοι οι αναγνώστες διατεθειμένοι να το πληρώσουν, αν δεν είναι καλό.

Αυτή η συζήτηση για το περιεχόμενο των Μέσων δεν γίνεται, ακόμη και τώρα, στις μέρες της κρίσης και του ΔΝΤ. Αν και πρόκειται για τον πυρήνα του προβλήματος, ειδικά για τον Τύπο, εξαιτίας και της ταχείας εξάπλωσης του ίντερνετ, δεν υπάρχει καμία κρίση και διάλογος για το προϊόν που παράγεται. Οι ειδικοί θεωρούν πως είναι θέμα προσφορών, γι' αυτό εξακολουθούν να δουλεύουν με βάση τις προσφορές σε ταινίες και CD -καταστρέφοντας και αυτόν το χώρο- αντί να επενδύουν σε πρόσωπα για την παραγωγή σοβαρού δημοσιογραφικού προϊόντος.

Και το μέλλον; Το προφανές είναι πως πολλά ΜΜΕ θα κλείσουν. Οι ιδιοκτήτες των συγκροτημάτων, ακόμη και αυτοί που έχουν υψηλό τραπεζικό δανεισμό, έχουν διαβεβαιώσεις πως θα επιβιώσουν, όμως, όσο πέφτει η διαφημιστική δαπάνη σε συνθήκες ύφεσης, μαζί με τις κυκλοφορίες των εφημερίδων, η πίεση θα είναι αφόρητη και οι απολύσεις απελευθερωμένες! Η εκτίμηση είναι πως το προσωπικό στα media θα μειωθεί κατά 30% με απολύσεις, μη ανανεώσεις συμβάσεων, συνταξιοδότηση στελεχών, ενώ οι αποδοχές θα μειωθούν έως και 50%. Ήδη, το πρώτο πείραμα με τον «ξαφνικό θάνατο» των 1.047 συμβασιούχων της ΕΡΤ, σε καθεστώς σιωπής από τα άλλα media, είναι ένα δείγμα γραφής. Μια άλλη λογική θα έθετε ως προτεραιότητα την αλλαγή της φυσιογνωμίας των ελληνικών media μέσα από έναν σοβαρό διάλογο ανάμεσα σε κυβέρνηση, ιδιοκτήτες και εργαζομένους στα ΜΜΕ. Αλλά, όλοι πιστεύουν πως πρώτα θα καταρρεύσουν οι άλλοι. Οπότε, καλή πτώση!