Μου έλεγε τις προάλλες, Παρασκευή απόγευμα στη Μαβίλη, ένας γνωστός δικηγόρος που τραβιέται καθημερινά στην Ευελπίδων παρέα -σύμφωνα με δήλωσή του- «με μαστρωπούς, εκβιαστάς και όλη την εκλεκτή enfant gate της ελληνικής κοινωνίας», πως αδημονούσε να περάσει το Σαββατοκύριακό του στην πολυθρόνα, «με  μασαζοκαλσόν και λίγο σάλιο να τρέχει από το στόμα», χαμένος στον τελευταίο κύκλο του «Lost», ο οποίος μόλις του είχε παραδοθεί «κατεβασμένος» από συνάδελφο. Πρέπει να είναι από τους τελευταίους που ασχολούνται ακόμα με τη γνωστή τηλεοπτική σειρά, η οποία στην εξαντλητική της πορεία αυτό-καταργήθηκε από την υπερβολικά «ό,τι να 'ναι» χαλαρότητα στο στόρι (αν παίζει οποιαδήποτε υπερφυσική εξήγηση γι' αυτά που συμβαίνουν, πώς να ενδιαφερθεί κανείς στο τέλος;), αλλά πάντως είναι από τους τυπικούς μανιακούς θεατές (ηλικίας 30 ως 50 κυρίως) αμερικάνικων σειρών σε ισχυρές δόσεις (μια ολόκληρη σεζόν σ' ένα γουικέντ).

«Όπιο του λαού» δεν είναι πλέον η θρησκεία ούτε... οι οπιούχες ουσίες, αλλά οι αμερικανικές τηλεοπτικές σειρές που απευθύνονται σε όλα τα γούστα των ταμπουρωμένων στα σπίτια τους, σύγχρονων αστών (πρέπει να κάνω εξορκισμό, νομίζω ώρες-ώρες ότι κατοικεί η Αλέκα Π. εντός μου) και καταναλώνονται με ακόρεστη βουλιμία. Πολιτισμικός ιμπεριαλισμός ή ιδανική μέθοδος πλύσης εγκεφάλου; Μπα, απλά καλή τηλεόραση. Βέβαια, δεν πρόκειται ακριβώς για τηλεόραση, αφού οι σειρές δεν βλέπονται σε τακτική, εβδομαδιαία βάση (ποιος έχει υπομονή πια να περιμένει μια συγκεκριμένη ώρα , σε μια εβδομάδα ποιος ζει ποιος πεθαίνει). Με ελάχιστες εξαιρέσεις -όπως το «Grey's Anatomy»- τις σειρές που αγοράζουν τα κανάλια τις τρώει το μαύρο σκοτάδι, η προχωρημένη ώρα ή κάποια συλλογική παρεξήγηση, όπως, ας πούμε, στην περίπτωση του αριστουργηματικού «Mad Men», το οποίο πολλοί εξέλαβαν απλά ως νοσταλγική πασαρέλα early '60s φετιχισμού. Δεν κάνει κάποιος ούτε καν τον κόπο -και τα έξοδα- να τις προμηθευτεί σε (νοικιασμένο ή αγορασμένο) DVD, αφού όλα πια είναι άμεσα προσβάσιμα και άμεσα αναλώσιμα μέσω των ψηφιακών αρχείων που περιφέρονται στο Διαδίκτυο.

Αποτελούν καθημερινή σκηνή στα γραφεία οι ψιλοσυνωμοτικές (τυπικά, πρόκειται για παράνομη δραστηριότητα) ανταλλαγές δισκετών αλλά και εμπειριών από την παρακολούθηση κάποιας σειράς. Κυρίως όσον αφορά την ερωτική σχέση που καλλιεργείται μετά από τόσες ώρες με τους χαρακτήρες. Δεν λείπουν φυσικά, μετά από τόση διέγερση, και διάφορες ψυχοσωματικές παρενέργειες: αϋπνία, συμπτώματα εθισμού και διάφορα άλλα περίεργα σύνδρομα, με κυρίαρχο ίσως μια έντονη αίσθηση απώλειας, όταν μια σειρά φτάνει στο τέλος της («τελείωσαν οι "Σοπράνος" ρε φίλε, ξεπέρασέ το και συνέχισε τη ζωή σου»). Κάποιες φορές και πολύ καιρό μετά, ειδικά όταν η εμμονική παρακολούθηση έχει συνδεθεί και με πραγματικούς ανθρώπους με τους οποίους υπήρχε πραγματικός συναισθηματικός δεσμός: «Έβλεπα τότε την τάδε σειρά με το τάδε άτομο. Τι εύκολη που ήταν η ζωή τότε!» ή αντίθετα «Τι φρικτή εποχή κι αυτή... Ευτυχώς ξεμπέρδεψα!».

Προσωπικά, δεν μου λείπει, ας πούμε, τόσο η σειρά «Six Feet Under» -μου λείπει η ζωή μου όταν έβλεπα τη σειρά- η «φορτισμένη» καθημερινότητα όταν βλέπαμε (και ταυτιζόμαστε) με τις ζωές των πρωταγωνιστών και το αιώνιο σούρουπο που έμοιαζε να τις φωτίζει. Σαν ναρκωτικό δεν ακούγεται; Και μάλιστα ναρκωτικό που θες, αλλά έχει τεθεί οριστικά εκτός πιάτσας. Καμιά φορά, σκέφτομαι ότι καλά κάνουν όσοι κολλάνε με τις σειρές που από την αρχή καταλαβαίνεις ότι δεν έχει καμιά σημασία το τέλος («Lost», «Prison Break») ή αυτές που απολαμβάνει ο «μέσος θεατής» («Nip/tuck», «Νοικοκυρές σε απόγνωση»), ο οποίος τελικά έχει και τα πιο διεστραμμένα γούστα. Τα  «Φιλαράκια», από την άλλη, στοιχειώνουν την ζωή μου με τα γέλια-κονσέρβα που ακούγονται μετά τις ατάκες κάθε φορά που πετυχαίνω το σίριαλ σε κάποια εκατομμυριοστή επανάληψη, ως εφιάλτης προσωπικής domestic αποτυχίας.

Θα περίμενε κάποιος μια τόσο έντονη τάση να είχε κάποια (θετική) επίδραση στην ελληνική τηλεοπτική παραγωγή, αλλά τίποτα - οι εξυπνάδες εξαντλούνται στα διαφημιστικά σποτάκια των καινούργιων ελληνικών σίριαλ. Καμιά ιδέα, καμιά μαγκιά, καμιά αισθητική άποψη. Δεν είναι τυχαίο που χαιρετίζεται ως μεσσίας περίπου ο σεναριογράφος (και ηθοποιός) Βασίλης Ρίσβας, υπεύθυνος για το «Πενήντα-Πενήντα» και τα «Μαύρα Μεσάνυχτα». Δικαίως. Δεν πρόκειται για αριστουργήματα, φυσικά, αλλά δεν προσβάλλουν την κοινή νοημοσύνη (μεγάλη υπόθεση!), είναι συχνά διασκεδαστικά και πάντως πιο σωστά και ολοκληρωμένα από κάτι prestigious παράγωγες αφόρητου στόμφου και παραλυτικής ευπρέπειας, όπως ο ατυχής (και στην τηλεοπτική του ζωή) «Καρυωτάκης».