Η ώρα ήτανε ήδη περασμένες 10 όταν κοίταξε το ρολόι του. Το σκοτάδι πολύ και παρ' ότι Απρίλιος, το κρύο στην αυλή του Νοσοκομείου ήταν αρκετά τσουχτερό.


Άναψε τσιγάρο και έψαξε το τηλέφωνο στις τσέπες του. "Που το χω βάλει πάλι..."


Μετά από λίγα λεπτά το κράταγε και περίμενε να το σηκώσει η αδελφή του.


Υποψιασμένη από την ώρα και τις συνθήκες, δεν έχασε χρόνο:


"Έλα, τελείωσε;"
"Όχι" απάντησε εκείνος. "Αλλά καλύτερα να 'ρθείτε. Η μάνα λέει να 'ρθείτε. Και συμφωνώ".


Μετά πήρε τον αδελφό του.


"Έλα ρε τι θες;"
"Γύρνα πίσω, πρέπει να είσαι εδώ" του απάντησε.
Ο αδερφός του σάστισε. "Τελείωσε;", τον ρώτησε. "Όχι", του απάντησε. "Αλλά έλα."


Ο πατέρας τους είχε χάσει επαφή με τον έξω κόσμο εδώ και λίγη ώρα. Εγκεφαλικό ή κώμα, λίγη σημασία είχε. Το θέμα ήταν ότι η σκατοαρρώστια είχε νικήσει τελικά, παρά τις προσπάθειες γιατρών και οικογένειας επί μήνες. Η μάχη ήταν εξαρχής χαμένη, αλλά η οικογένεια δεν ήταν εξαρχής έτοιμη να τη χάσει. Έτσι την παρέτειναν όσο-λίγο-μπορούσαν.


Τελείωσε το τσιγάρο, πήγε μέχρι το κυλικείο να πάρει έναν καφέ και ανέβηκε ξανά στον δεύτερο όροφο της κλινικής Β. 4 μήνες μπες βγες εκεί μέσα, είχε μάθει τον δρόμο πολύ καλά.


Μέσα στο δωμάτιο, στο βάθος, ήτανε η μητέρα του με ύφος χαμένο. "Λες να της δώσαν κανα ηρεμιστικό όσο έλειπα;"


Πριν το κρεβάτι του πατέρα του υπήρχαν άλλα τρία. Οροί και οξυγόνα στα 2 από τα τρία κι ένας άντρας, φαινομενικά υγιής, που κοιμότανε στο τρίτο. Δίπλα του μια γυναίκα γύρω στα 50. Έπαιζε σίγουρα και η κούραση τον ρόλο της, αλλά έμοιαζε σαν να είχε πέσει στους ώμους της όλο το βάρος του κόσμου. Ο Β. το αναγνώριζε αυτό το ύφος, είχε το ίδιο και η μάνα του από τη στιγμή που έμαθε τη διάγνωση για τον άντρα της: "Καρκίνος στον πνεύμονα με πολλαπλές μεταστάσεις σε οστά,συκώτι,εγκέφαλο κλπ κλπ. Προσδόκιμο επιβίωση περίπου 4μήνες."


Τέσσερις μήνες μετά, στεκόταν μπροστά στον πατέρα του που ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, καθαγιασμένος από την αρρώστια, αποστεωμένος και -εδώ και μία ώρα- βυθισμένος σε κώμα. Ρημάδες πιθανότητες...


Η μητέρα του σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Μάλλον τότε αντιλήφθηκε την παρουσία του. "Τους πήρες;"


Ο Β. κούνησε το κεφάλι του καταφατικά και έκατσε στο τραπέζι απέναντι από το κρεβάτι του πατέρα του κοιτώντας έξω.

 

"Δε φανταζόμουν ότι έχουν τα κυλικεία στα νοσοκομεία μπύρες" είπε ο Ο. "Είναι για τέτοιες ώρες" απάντησε ο Β, και ξανασιωπήσαν.


Μετά από λίγο έφτασε η αδερφή του, η Λ. με τον άντρα της. Με ύφος έκπληκτο προσπάθησαν να ξυπνήσουν τον πατέρα τους. Του κούνησαν τους ώμους, του χάιδεψαν το χέρι, του μίλησαν. Ο Β. τους κοιτούσε χωρίς να μιλάει, ούτε είχε κάποιο νόημα να τους πει ότι αυτό που κάνουν είναι μάταιο. Το ίδιο και η μητέρα τους.


Τους άφησαν να κάνουν αυτά που ήθελαν, έπρεπε να τα κάνουν. Όταν σταμάτησαν, ο άντρας της Λ. βγήκε λίγο από το δωμάτιο με βουρκωμένα μάτια. Η Λ. πήρε αγκαλιά τη μάνα τους και έκατσε δίπλα της. Εκείνη την ώρα μπήκε στο δωμάτιο και ο αδερφός του, ο Ο. Αφού επανέλαβε την ίδια διαδικασία με την αδελφή του, βγήκε κι αυτός έξω, με τον γαμπρό του.


"Τι θα κάνουμε;"ρώτησε ο Β. τη μάνα του. "Τι σου είπανε οι γιατροί, θα έχουμε εξελίξεις απόψε;". Η μάνα του σήκωσε τους ώμους της, σα να ήθελε να απελευθερωθεί από τις αγκαλιές των παιδιών της, σα να μην ήθελε να είναι εκεί, σ' εκείνη τη στιγμή, σε εκείνη τη θέση, και ποιός να της δώσει άδικο; "Δε μου είπανε κάτι συγκεκριμένο. Μπορεί και απόψε".


Ο Ο. με τον Β. αποφάσισαν να βγουν λίγο έξω, μέχρι το κυλικείο. Όταν φτάσανε, πήραν 2 μπύρες και προτίμησαν να κάτσουν έξω. "Θέλω αέρα, νιώθω να πνίγομαι εδώ μέσα" είπε ο Β. και πιάσανε ένα από τα πολλά άδεια τραπεζάκια της αυλής. Έμειναν αρκετή ώρα αμίλητοι, κοιτώντας το κενό, χωμένοι στα μπουφάν τους και πίνοντας τις μπύρες τους. "Δε φανταζόμουν ότι έχουν τα κυλικεία στα νοσοκομεία μπύρες" είπε ο Ο. "Είναι για τέτοιες ώρες" απάντησε ο Β, και ξανασιωπήσαν.


Μετά, ο Ο. είπε ότι αν ήτανε ποτέ να αρχίσουν τα ναρκωτικά, μάλλον αυτή θα ήτανε η καλύτερη στιγμή. Γέλασαν και οι 2 και περάσανε ένα μισάωρο σχεδιάζοντας που θα μπορούσαν να βρουν ναρκωτικά και τι είδους. Συμφωνήσανε ότι μάλλον θα ήθελε και η Λ. να συμμετέχει, αλλά με μικρότερες δόσεις γιατί είναι μάνα. "Πάμε πίσω στα σκατά;" ρώτησε ο Ο. και σηκώθηκαν.


Γύρω στη 1 το βράδυ, είχαν αποφασίσει ότι ήτανε μάταιο να περιμένουν όλοι πάνω από τον πατέρα τους, ότι θα έμεναν η μάνα τους με τον Ο. Και οι άλλοι τρεις θα ήτανε σε επιφυλακή αλλά στα σπίτια τους.

 

"Το ξέρω, νομίζεις το ήθελα;", του είπε. "Αλλά άμα το σκεφτείς, όλοι μας θα φύγουμε κάποτε. Εγώ πεθαίνω περιτριγυρισμένος από τους ανθρώπους που με αγαπούν. Κι επίσης δεν πόνεσα και δεν υπέφερα πολύ. Καλός θάνατος"...


Γύρω στις 2 ο Β. έμπαινε σπίτι του. Εξαντλημένος, ανόρεκτος, άδειος. Το τηλέφωνό του χτυπούσε εδώ και ώρα αλλά ήλπιζε ότι αν το αγνοούσε λίγο ακόμα θα σταματούσε. Μάταια. Η Μ. ήταν αποφασισμένη να του μιλήσει. Το σήκωσε.


"Έλα"
"Που είσαι μωρέ; Τι γίνεται; Πώς πάει με τον πατέρα σου;"
"Ο πατέρας μου έπεσε σε κώμα απόψε, εκεί ήμουν ως τώρα. Είναι θέμα χρόνου"


Η Μ. σιώπησε, σχεδόν την άκουγε να παλεύει με τις λέξεις. Τελικά κατάφερε να βάλει μερικές σε σειρά: "...αλλά θα τον επαναφέρουν ε;"


Ο Β. γέλασε. "Όχι δυστυχώς. Δεν επανέρχεται. Αυτό ήταν".


Την άλλη μέρα εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι δεν τον είχε πάρει κανείς τηλέφωνο κι έμεινε στο κρεβάτι λίγο παραπάνω από το συνηθισμένο του. "Καλός είμαι και του λόγου μου. Ο πατέρας μου πεθαίνει κι εγώ αράζω...".


Γύρω στις 11 ήταν στο νοσοκομείο. Στο φως της μέρας όλα φαινόταν λιγότερο δυσοίωνα και η κίνηση στους δρόμους και στους χώρους του νοσοκομείου σου έδινε την εντύπωση ότι όλα γίνονται και όλα είναι αντιμετωπίσιμα. Όλα αυτά μέχρι να μπει στο θάλαμο της κλινικής Β...


Εκτός από την οικογένειά του, γύρω από το δωμάτιο είχε μαζευτεί κι άλλος κόσμος. Αδελφές της μάνας του, ξαδέρφια καθώς και φίλοι των γονιών του. Όλοι με σκούρα ρούχα και μάτια κλαμένα. "Βγάλαμε ανακοινωθέν στο ίντερνετ ρε πούστη μου; Που το μαθαν όλοι;".


Μπήκε μέσα στο δωμάτιο, φίλησε τη μάνα του, μίλησε λίγο με τον Ο. κι έκατσε δίπλα στον πατέρα του. Τον κοίταγε να κουνάει τα μάτια του κάτω από τα βλέφαρα και να ανασαίνει βαριά και περίμενε ότι ανά πάσα στιγμή θα τα άνοιγε και θα τους χαιρετούσε. Όταν μπήκανε μέσα και οι αδελφές της μάνας του δεν άντεξε άλλο. "Πάω καμιά βόλτα", της είπε. "Aν θελήσετε κάτι πάρτε με τηλέφωνο".

 

"Εντάξει μπαμπά. Σ' αγαπάω πολύ"
"Κι εγώ παιδί μου. Να προσέχεις."


Βγήκε από το κτίριο και άραξε σε ένα παγκάκι χαζεύοντας κάτι τσιγγανάκια που χόρευαν στο γρασίδι, ενώ μια γριά, θεόρατη τσιγγάνα ξαπλωμένη πάνω σε ένα σεντόνι με κίτρινες μαργαρίτες τραγουδούσε και χτυπούσε παλαμάκια.


Άναψε ένα τσιγάρο κι έκλεισε λίγο τα μάτια του να χαρεί τον ανοιξιάτικο ήλιο που του χάιδευε τα βλέφαρα.


"Θα σε σκοτώσει αυτό το πράγμα, το ξέρεις ε;", άκουσε μια γνώριμη φωνή δίπλα του.


Άνοιξε αμέσως τα μάτια του και κοίταξε δίπλα. "Μπαμπά; Τι κάνεις εδώ; Τι γίνεται;"
"Τι να γίνεται μικρέ;", του απάντησε ο πατέρας του. "Πεθαίνω, δε στο είπε κανείς;"
"Τότε να πάω μέσα, στη μάνα" είπε ο Β. κι έκανε να σηκωθεί.


Ο πατέρας του τον κράτησε κάτω. "Έχεις λίγο χρόνο", του είπε. "Άλλωστε από εδώ και πέρα όλο τη μάνα σου θα στηρίζεις, να μη σε χαρώ κι εγώ λίγο;".


Είχε δίκιο. Ο Β ξανακάθησε και συνέχισε να χαζεύει τα τσιγγανάκια.


"Μας αφήνεις νωρίς ρε πατέρα."


Ο πατέρας του ψάρεψε το πακέτο με τα τσιγάρα από τη ζακέτα του γιου του και άναψε κι αυτός ένα.


"Το ξέρω, νομίζεις το ήθελα;", του είπε. "Αλλά άμα το σκεφτείς, όλοι μας θα φύγουμε κάποτε. Εγώ πεθαίνω περιτριγυρισμένος από τους ανθρώπους που με αγαπούν. Κι επίσης δεν πόνεσα και δεν υπέφερα πολύ. Καλός θάνατος"...


"Απλά, θα έπρεπε να γίνει μετά από 20χρόνια", συμπλήρωσε ο Β. "Κανείς μας δεν είναι έτοιμος για... κατάλαβες".


Ο πατέρας του γέλασε. "Είσαι ποτέ έτοιμος μωρέ για τον θάνατο;"
"Σωστό κι αυτό..."


Ο πατέρας του τώρα είχε πάρει ένα πονηρό ύφος, σαν παιδί που θα έκανε σκανταλιά.

"Που θα με θάψετε;"

 

Ο Β δεν το βρήκε τόσο αστείο.

 

"Έλα ρε πατέρα, κόφ' το."
"Πρέπει να γελάς μικρέ. Δε βγαίνει η ζωή αλλιώς."
"Θα γελάω, αλλά όχι όταν χάνω τον πατέρα μου."


Τελειώνοντας την πρόταση, ο Β. ένιωσε τα δάκρυα να ανεβαίνουν στα μάτια του και με τρομερή προσπάθεια κατάφερε να το κρύψει. Σκούπισε μόνο ένα δύο που του ξέφυγαν και συνέχισε να κοιτάει πέρα μπροστά. Ο πατέρας του είδε τα δάκρυα και δεν έκανε άλλο αστείο. Κάθισε δίπλα του και του κράταγε το χέρι.


Μετά από λίγο ο πατέρας του κοίταξε το ρολόι του. "Μικρέ θα φύγω τώρα, είναι ώρα".
Ο Β. ένιωσε τη δόνηση του κινητού στην τσέπη του. Τον έψαχνε η μάνα του. Βούρκωσε, κοίταξε τον πατέρα του και του χαμογέλασε.

 

"Εντάξει μπαμπά. Σ' αγαπάω πολύ"
"Κι εγώ παιδί μου. Να προσέχεις."

 

Όπως τον έβλεπε να απομακρύνεται, ο Β. του φώναξε: "Που θα πας τώρα;" Ο πατέρας του χωρίς να γυρίσει, ανασήκωσε τους ώμους του και συνέχισε να περπατάει.


Ο Β. σκούπισε τα δάκρυα στο πρόσωπό του και όπως πήγε να σηκωθεί, το πλησίασε ένα από τα τσιγγανάκια που μέχρι πριν λίγο χόρευαν.

 

"Τι έπαθες κύριε; Σε ποιόν φώναζες πριν;"