Κραδαίνει ο καιρός στα χέρια του την δύσμοιρη τη φύση, στείβει τα σύννεφα γερά και αμέσως τα στραγγίζει, και από το ίδρος τους αυτά, βροχή παντού σκορπάνε, κι ο ήλιος κακομοίρικα πίσω τους ξεμυτάει, θέλει ο δόλιος να θωρεί ακόμα τους ανθρώπους, κρυφοκοιτά από ψηλά, βλέπει πως τα περνάνε, ρούχα λογιών, λογιών αυτοί, μακριά, κοντά φοράνε, έχουν το βλέμμα τους θολό, οι ίριδες έπαψαν να λαμποκοπάνε. Βλέπει και μένα να κινώ πουρνό για τη δουλειά μου, συνήθεια μου είναι αυτή παλιά μα άοκνα την κάνω. Κι όταν την πόρτα του γκαράζ, γρήγορα ξεκλειδώνω, την ώρα που τις σκέψεις μου με θλίψη αμπαρώνω, και άθελα, μέσα μου εγώ, το χάος ενσαρκώνω, βρίσκω το σθένος και με ελπίδες τον εαυτό μου αναζωπυρώνω. Είμαι έτοιμος για άλλη μια μέρα εργασίας!

 

Κάνει κρύο μου λένε το πρωί, δεν ξέρεις τι να φορέσεις! Χαμογελώ, τα μάτια μου ανταμώνουν με τα δικά τους. Βάλτε τα γιορτινά σας απαντώ. Η γης χαλί γίνηκε και θέλει να την τιμήσουμε. Τα φύλλα αραδιασμένα στη σειρά, το ένα πάνω στο άλλο, απότοκα των ξεμαλλιασμένων από οίστρο δέντρων, καταπνίγουν το πάθος τους από την πρωινή δροσούλα, και όλα μαζί, χρωμάτων πανδαισία θαρρείς, μας καλούν να διαβούμε το διάσπαρτο με ελάσματα, μονοπάτι. Χαμογελάνε κι αυτοί με το σκεπτικό μου. Έτσι είναι! μου λέει ο πιο ρομαντικός. Στους ώμους μου κρατώ, σαν άλλος Άτλας, το μηχάνημα το θαμνοκοπτικό, είμαι λιγάκι κακιασμένος μαζί του γιατί καιρό τώρα επαναστατεί και δεν υπακούει στις επιθυμίες μου. Γρήγορα το συγχωρώ, κατά πως φαίνεται άλλο δυνάμεις δεν διαθέτει, ευκρινές είναι πως έφαγε τα ψωμιά του. Γεράματα λένε οι άνθρωποι σαν βλέπουν όμοιο τους σε αντίστοιχη κατάσταση. Βρίσκομαι στην πλατεία του Γερμανού Καραβαγγέλη, ο αγέρας με καλοδέχεται. Ανασκουμπώνεται ο συνάδερφος και εγώ αναριγώ. Δεν είναι από την ψύχρα, είναι που έρημη μοιάζει η πόλη μας και εγώ, φτερό στον άνεμο σωστό, περιπλανιέμαι στοχαστικά σε αναπάντητα ερωτήματα. Αναφαίνεται μια χαραμάδα ελπίδας στου νου μου τα παιδέματα όταν, κείνη την ώρα, το θρόισμα των φύλλων μου ψιθυρίζει στο αυτί πως πρέπει να βιαστώ, να βγω από το ονειροπόλημα και να στρωθώ στη δουλειά. Σφυροκοπάει τα αυτιά μου ο ήχος του μηχανήματος που δουλεύει, θυμάμαι πως το Καλοκαίρι βούιζαν τα έντομα τριγύρω, ίσως τώρα να προετοιμάζονται για το Χειμώνα και κάπου είναι κρυμμένα, απτόητος συνεχίζω να καλλωπίζω τους θάμνους. Πλαστουργός γίνομαι και τους δίνω την μορφή που θέλω, υποταγμένα είναι στις βουλές μου μα σκοπός μου είναι να τα ομορφύνω και όχι να ψαλιδίσω την χάρη τους. Συννέφιασε! μου λέει ο συνάδερφος, ο φίλος από τα παλιά που μαζί έχουμε δει και βιώσει πολλά στην υπηρεσία. Σηκώνω το κεφάλι και το διαπιστώνω και εγώ. Σύννεφα βαριά μαζεύτηκαν, συλλογίζομαι, από στιγμή σε στιγμή θα βρέξει, υπολογίζω. Προσπαθώ να επιταχύνω μα ο αποστάτης δεν εκτελεί. Γίνεται δουλειά χωρίς εργαλεία; Αναρωτιέμαι. Απόκριση όπως είναι φυσικό δεν παίρνω. Ξεφυσάω και ανασηκώνω ξανά τον κορμό του σώματος μου, το βλέμμα μου αναρριχάται πάνω από τα πλατάνια και ακόρεστα σαρώνει το μολυβένιο στερέωμα. Ανταμώνει με τις αχτίδες του ήλιου που μου κρυφογελάει πίσω από τα σύννεφα. Ο ανερμάτιστος ουρανός το έκανε πάλι το θαύμα του!

 

Πρόσεξε που πατάς! Με προειδοποιεί πολύ αργά ο συνοδοιπόρος.

 

Σκύβω και βλέπω αποτυπωμένα στο άρβυλο μου τα γνώριμα σημάδια της σωματικής έκκρισης, μόνο που αυτή τη φορά δεν είναι από κάποιο τετράποδο. Όχι πάλι! Αναφωνώ χωρίς ακόμα να έχω συνειδητοποιήσει το μέγεθος του προβλήματος.

 

Τύχη! Τύχη! Λεφτά θα πάρεις! Λέει ένας γνωστός μου που μόλις καταφτάνει. Γελάνε και τα μουστάκια του.

 

Μπααα... απαντώ, στραβομουτσουνιάζοντας. Εμένα μάλλον σκέφτεται να με ξεπληρώσει το ριζικό μου με άλλο τρόπο, λέω αυτοσαρκαστικά και του δείχνω τις άδειες τσέπες του παντελονιού μου. Αν ίσχυε αυτό που λες, πλούσιος από χρόνια θα ήμουν, συνεχίζω να αστειεύομαι με την ατυχία μου.

 

Πήγαινε στην άκρη της λίμνης για να τα ξεπλύνεις, με συμβουλεύει.

 

Κατεβαίνω τα σκαλιά, ο φλοίσβος με υποδέχεται καλοσυνάτα. Σύντομα τον αντικαθιστά ένας κυματισμός εντονότερος, πιο ανταριασμένος. Είναι η εποχή των αναταράξεων, αποφαίνομαι καθώς τον εκμεταλλεύομαι στο έπακρο. Στο λεπτό επιστρέφω στην βάση μου. Το τοπίο ολόγυρα έχει αλλάξει. Γέμισαν οι καφετέριες από κόσμο, χαρούμενα παιδικά πρόσωπα και φωνές με σφρίγος κατακλύζουν τις πλατείες. Ζωντάνεψε η πόλη! Άλλαξε και η διάθεση μου. Ένα φύλλο ξεκολλάει από το δέντρο και το πιάνω στον αέρα.

 

Αποσύνθεση! μου λέει ο γνωστός μου.

 

Ανασύνταξη! του επισημαίνω και τον αιφνιδιάζω.

 

Αντιδρά ανασηκώνοντας τα φρύδια.

 

Δεν μελαγχολείς με αυτό τον καιρό; Με την μουντάδα του; Με ρωτάει με ενδιαφέρον.

 

Όχι φίλε μου, όχι! Αυτές οι εναλλαγές μου κινούν του ενδιαφέρον. Μ' εξιτάρουν! Εξάλλου μην ξεχνάς πως έτσι είναι κι ο άνθρωπος, σαν το ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ!