Ήμουν πενήντα δύο χρονών και σύμφωνα με τα σύγχρονα πορίσματα της επιστήμης ακόμα νέος. Ένιωθα ακόμα νεότερος. Είχα μια δουλειά τζετ σε πολυεθνική που μου επέτρεπε να πληρώνω τη διατροφή της γυναίκας μου που με ξεπουπούλιασε στο διαζύγιο, να κυκλοφορώ με μια άλλη δεκατέσσερα χρόνια μικρότερη από εμένα και να ζω άνετα. Η κρίση με είχε αγγίξει και εμένα κάπως αλλά ας μην είμαστε παράλογοι. Σε σχέση με τον μέσο Έλληνα, την πέρναγα κοτσάνι.

 

Ξαφνικά, μια μέρα ενώ κάλπαζα στον διάδρομο και χάζευα μία έναν αγώνα τένις στην τηλεόραση του γυμναστηρίου και μία τον κώλο της μπροστινής, ένιωσα έναν έντονο πόνο στο στήθος. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία αλλά εκείνη τη μέρα δε γυμνάστηκα παρά το πειθαρχημένο πρόγραμμα μου. «Ας μην προκαλώ την τύχη μου και πάω σαν το σκυλί στο αμπέλι, όπως ο Μηνάς», σκέφτηκα. Με το δεύτερο κρούσμα σταμάτησα να εθελοτυφλώ και επισκέφθηκα τον παθολόγο πρωτοξάδελφο μου από την πλευρά της μάνας μου.

 

«Ξάδελφε, ίσως είναι νευρόπονος αλλά μπορεί να είναι και καρδιά, δεν παίζουμε με αυτά τα πράγματα. Θα σου γράψω κάποιες εξετάσεις και θα σε στείλω σε έναν πολύ καλό καρδιολόγο που ξέρω, να σε δει. Στο ενδιάμεσο, κομμένες οι έντονες δραστηριότητες.»


«Και τι σου χρωστάω, ξάδελφε;»


«Τίποτα».


«Επιμένω».


«Έλα, μην είσαι μαλάκας» μου λέει και ανοίγει την πόρτα του γραφείου του. Τι να πεις, το αίμα νερό δε γίνεται.

 

Για σκεφτείτε: πότε ήταν η τελευταία φορά που γελάσατε με την ψυχή σας, κλάψατε λυτρωτικά, ποθήσατε κάτι χωρίς αμέσως να σας σταματήσουν τα πώς και τα πρέπει; Η καρδιά -πώς να σας το πω να το καταλάβετε- ελλείψει ερεθισμάτων ατροφεί. Με πιο απλά λόγια μαραζώνει.

 

Κάνω τις εξετάσεις και κλείνω ραντεβού με τον καρδιολόγο για την μεθεπόμενη βδομάδα, στο ενδιάμεσο ήταν κλεισμένος. Μιλούσε και σε ένα συνέδριο στη Φρανκφούρτη, όπως με πληροφόρησε η γραμματέας του. Αλήθεια, ψέματα δεν ξέρω.

 

Κατεβαίνω με το αμάξι την Κηφισίας και το αφήνω στο πάρκινγκ του Πολεμικού Μουσείου. Κλασικά, στο Κολωνάκι ο γιατρός. Μπαίνω στο ιατρείο. Πολυτελές και κλασικό με δερμάτινους καναπέδες Chesterfield και έναν ευμεγέθη πίνακα του Φασιανού. Το γούστο των πλουσίων: οτιδήποτε, αρκεί να είναι αναγνωρίσιμο. Η γραμματέας του μια καλοβαλμένη και όμορφη αλλά όχι sexy σαραντάρα.

 

Φτάνει η σειρά μου, μπαίνω μέσα, Ο Καθηγητής, γέρος, σίγουρος, μετρίως προσιτός, ότι φαντάζεστε όταν σας έρχεται στο μυαλό η λέξη Καθηγητής. Κοιτάει για δυο λεπτά τις εξετάσεις μου και αποφαίνεται. «Μάλιστα, στεφανιαία νόσος. Δυο αρτηρίες με μέτρια προς μεγάλη στένωση» «Μισό λεπτό γιατρέ, είμαι μόλις πενήντα δύο χρονών», του λέω. «Δεν καπνίζω, δεν πίνω, ασκούμαι δυο φορές τη βδομάδα, τρώω ελάχιστο κρέας και δεν έχω άγχος, στα πλαίσια της λογικής βέβαια. Πώς είναι δυνατόν να μου λέτε ότι έχω στεφανιαία;", ρώτησα και βύθισα νευρικά το δεξί μου πόδι στο ακριβό περσικό χαλί του ιατρείου του. Ο Καθηγητής χάιδεψε ασυναίσθητα τα λίγα, λευκά μαλλιά που του είχαν απομείνει, ακούμπησε τα γυαλιά πρεσβυωπίας πάνω στο γραφείο από μασίφ καρυδιά και μου είπε με σοβαρό ύφος:

 

«Αγαπητέ, τα πορίσματα της επιστήμης έχουν αλλάξει ραγδαία τα τελευταία χρόνια. Για αιώνες πιστεύαμε ότι ο εγκέφαλος είναι το κέντρο του σώματος και αυτό ισχύει εν μέρει ως προς τις καθαρά νοητικές λειτουργίες όπως π.χ. τα μαθηματικά αλλά τελικά ανακαλύψαμε ότι κατά βάση κάναμε λάθος. Ο σοφός λαός είχε δίκιο. Η ψυχή κατοικεί στην καρδιά. Με τα χρόνια ο άνθρωπος -ιδίως ο άνθρωπος της πόλης- σταματά να ελπίζει, σταματά να ποθεί, σταματά να χαίρεται, σταματά ακόμα και να οδύνεται αν θέλετε και όλα αυτά αντικαθίστανται από μια παγερή και μόνιμη δυσθυμία. Για σκεφτείτε: πότε ήταν η τελευταία φορά που γελάσατε με την ψυχή σας, κλάψατε λυτρωτικά, ποθήσατε κάτι χωρίς αμέσως να σας σταματήσουν τα πώς και τα πρέπει; Η καρδιά -πώς να σας το πω να το καταλάβετε- ελλείψει ερεθισμάτων ατροφεί. Με πιο απλά λόγια μαραζώνει».

 

«Δεν καταλάβατε γιατρέ. Εγώ έχω μια καλή ζωή»


«Ναι, αλλά είστε ευτυχισμένος;»


«Ξέρω, γω; Έτσι νομίζω. Τέλος πάντων. Και τώρα τι μπορώ να κάνω;»


"Εδώ που φτάσαμε θα σας γράψω κάποια χάπια και μετά το σπινθηρογράφημα θα κανονίσουμε το μπαλονάκι. Από εκεί και πέρα θα σας συμβούλευα έναν καλό ψυχίατρο ή κάποιον καλό ιερέα, εσείς θα αποφασίσετε. Πρέπει πάση θυσία να ξαναμάθετε να αγαπάτε. Και -αυτό δεν εξαρτάται μόνο από εσάς βέβαια- ει δυνατόν, να αγαπηθείτε".

 

Δεν είχα διάθεση να παραιτηθώ από τη ζωή και ακολούθησα αμέσως τη συμβουλή του. Ψάχνω στην ατζέντα μου για φίλους. Ποιότητα ζωής θέλεις; Ποιότητα ζωής θα αποκτήσω! Περιέργως δεν μου έκανε κανένας. Από τα επτά, οκτώ ονόματα που είχα κατά νου, οι τρεις ήταν συνάδελφοι από τη δουλειά που ευχαρίστως θα με καρφώνανε στον Διευθύνοντα αν μυρίζανε αίμα για να μου φάνε τη θέση, οι δύο ήταν καλοί για χαβαλέ αλλά όχι για να πεις τον πόνο σου και οι υπόλοιποι παντρεμένοι με παιδιά, δηλαδή οιονεί ξεγραμμένοι. Το γκομενάκι, ούτε γι' αστείο. «Δεν κωλώνουμε, προχωράμε στο σχέδιο Β'», σκέφτηκα. «Παπάς ή ψυχίατρος» Ποτέ δεν ήμουν άνθρωπος της αναβολής άλλωστε. «Ας αποφασίσει η Τύχη, κορώνα γιατρός, γράμματα παπάς» Τελικά βγήκε γράμματα. «Δε γαμιέται, θα πάω σε γιατρό, σιγά μην τρέχω στο παπαδαριό», είπα και γύρισα την πλάτη μου στη θεά που σεβόταν μέχρι και ο Δίας. Παίρνω πάλι τηλέφωνο τον ξάδελφο, βρίσκω και τρελόγιατρο.

 

Πάω στον γιατρό, το και το. Ο γιατρός κάνει μια σύντομη παύση, με ζυγίζει και αρχίζει το λογύδριο. «Κύριε Παπαδόπουλε, είστε ένας σύγχρονος δυτικός άνθρωπος και σε πολύ καλύτερη μοίρα από τους περισσότερους όπως κι εσείς ο ίδιος καταλαβαίνετε. Πάσχετε από μια ελαφρά κατάθλιψη και κάποιους ψυχαναγκασμούς αλλά σπουδαία τα λάχανα! Ποιος δεν έχει; Θα μπορούσα να σας αρχίσω θεωρίες για το Υπερεγώ ή για τραύματα της παιδικής σας ηλικίας για να σας πάρω τα λεφτά όπως κάποιοι συνάδελφοι αλλά θα ήμουν ψεύτης. Συνεχίστε τη ζωή σας. Αν θέλετε πάρτε ένα κατοικίδιο, πάτε καμιά εκδρομή και -αν μου επιτρέπετε- βρείτε μια γυναίκα της ηλικίας σας. Από εμένα είστε εντάξει».

 

Βγαίνοντας μπερδεμένος και μάλλον απογοητευμένος από το ιατρείο του ψυχιάτρου και την έντιμη απάντηση του, περπάτησα λίγο να καθαρίσει το μυαλό μου και να βάλω τις σκέψεις μου σε μια τάξη. Το βλέμμα μου τότε πλανήθηκε στον χώρο, κοίταξε τον συννεφιασμένο ουρανό και σταμάτησε σε ένα εκκλησάκι στο κέντρο. Άγιος Νικόλαος. «Τι έχω να χάσω;», σκέφτηκα, σήκωσα τους ώμους μου και μπήκα να ανάψω ένα κεράκι. Προσευχήθηκα χωρίς να πολυπιστεύω, να βρω μια άκρη στο πρόβλημα μου. Αυτό ήταν.

 

Θα είχα κι άλλα να γράψω αλλά δυστυχώς πρέπει να σας αφήσω. Έχω να ταΐσω τα ζωντανά και μετά να πάω στον Εσπερινό χωρίς να χάσω λεπτό. Ο Ηγούμενος είναι αυστηρός. Ο Κύριος μεθ' ημών.

 

Αδελφός Πορφύριος

δόκιμος μοναχός

Ιεράς Μονής Παντοκράτορος

Άγιον Όρος