Από τη στιγμή που θυμάμαι τον εαυτό μου, είχα μια ευκολία με τις λέξεις. Δεν τις διάλεξα, με διάλεξαν εκείνες. Έμαθα να διαβάζω πριν καλά-καλά πάω σχολείο και την ώρα της γραμματικής έπληττα τόσο ώστε κατέληγα συχνά να κάνω τις ασκήσεις που θα μας ανέθετε ο εκάστοτε δάσκαλος ή δασκάλα μετά το τέλος του μαθήματος κατά τη διάρκεια της παράδοσης.

 

Δεν υπονοώ ότι δε διάβαζα. Διάβαζα και με το παραπάνω. Υποψιάζομαι ότι αρκετοί συμμαθητές μου με αποκάλεσαν κατά καιρούς "φυτό". Όμως ουδέποτε με πτόησε αυτό. Τα περισσότερα μαθήματα τα έκανα από αίσθηση καθήκοντος - κόρη τελειομανών γονιών ούσα, δεν δεχόμουν να πέσει τίποτα κάτω.

 

Ό,τι όμως αφορούσε τη γραφή, το έκανα με όρεξη. Το άφηνα για το τέλος της ημέρας, όταν η υπόλοιπη οικογένεια αποσυρόταν σιγά σιγά στα ιδιαίτερά της (αυτή, καθόλου τυχαία συμπεραίνω τώρα, ήταν και η ώρα που επέλεγε ο πατέρας μου να διαβάσει γεωμετρία ή να λύσει ασκήσεις περίπλοκης άλγεβρας). Στρωνόμουν στο σαλόνι ή στο γραφείο, έβαζα μουσική και άρχιζα: αναλύσεις ποιημάτων, εκθέσεις, ιστορίες για κόσμους που δεν είχαν δει τα μάτια μου, αναλύσεις της επικαιρότητας.

 

Αν οπλιστείς με αρκετή γενναιότητα ώστε να αποτυπώσεις την αλήθεια σου στο χαρτί, τότε θα ανακαλύψεις πως αυτήν ακριβώς την αλήθεια - την τόσο προσωπική, την τόσο ένοχη - την μοιράζεσαι με πολλούς ακόμα ανθρώπους.

 

Εκατό λέξεις ζητούσαν οι δάσκαλοι, τρεις σελίδες παρέδιδα εγώ. Από επιμέλεια; Όχι βέβαια. Η επιμέλειά μου έπαιζε ρόλο στην αξιοπρεπή απόδοσή μου σε μαθήματα όπως η χημεία την οποία ποτέ δεν κατάλαβα ή ακόμα και τα οικονομικά (τα οποία και αργότερα σπούδασα). Μα τη γραφή; Αυτή την έκανα για 'μένα. Καρφάκι δε μου καιγόταν αν πληρούσε τις προϋποθέσεις του παιδαγωγικού συστήματος.

 

Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι να γράφω είναι ένα ποίημα για τη γιαγιά μου λίγες μέρες αφότου έφυγε απ' τη ζωή. Ήμουν δεν ήμουν οκτώ χρονών και έχω σοβαρές αμφιβολίες για την ποιότητα της γραφής. Μικρή σημασία είχε όμως. Το είχα γράψει για 'μένα και για 'κείνη - για κανέναν άλλο. Συνέβη όμως κάτι αναπάντεχο: το έδωσα στη μητέρα μου να το διαβάσει και εκείνη, που βίωνε μια απώλεια συντριπτική, συγκινήθηκε. Και για πρώτη φορά μετά από μέρες (ή μήπως ήταν εβδομάδες; Μετράει αλλιώς ο χρόνος όταν είσαι παιδί.) είδα μια υποψία χαμόγελου πίσω απ' τα δάκρυά της. Είχα πάρει το μεγαλύτερο μάθημα που μπορεί να πάρει ένας συγγραφέας: αν οπλιστείς με αρκετή γενναιότητα ώστε να αποτυπώσεις την αλήθεια σου στο χαρτί, τότε θα ανακαλύψεις πως αυτήν ακριβώς την αλήθεια - την τόσο προσωπική, την τόσο ένοχη - την μοιράζεσαι με πολλούς ακόμα ανθρώπους.

 

Η αγάπη μου για τη δημιουργική γραφή και τις ευφάνταστες ιστορίες με οδήγησε στο θέατρο. Ως μαθήτρια της Δευτέρας Λυκείου, με δυο γονείς αφοσιωμένους πλήρως στο να μου δώσουν ό,τι χρειάζομαι για να πετύχω στις εξετάσεις, διαπραγματεύτηκα σκληρά την ευκαιρία να γράψω και να σκηνοθετήσω μια μικρή παράσταση για τη σχολική γιορτή. Οι γονείς μου πάτησαν πόδι: "Δεν είναι περίοδος αυτή να καταπιάνεσαι με τέτοια πράγματα. Τόσο διάβασμα έχεις." Εγώ απτόητη έκανα μάλλον την πιο ξενέρωτη εφηβική επανάσταση στην ιστορία. Την ώρα που οι φίλες μου δοκίμαζαν το πρώτο τους τσιγάρο ή έβγαιναν ραντεβού με εκείνον τον γόη που επιτέλους αποφάσισε να τις κοιτάξει, κλείστηκα με πείσμα στο μπάνιο και υπό τον ήχο των ουρλιαχτών της αδερφής μου που δεν μπορούσε να το χρησιμοποιήσει έγραψα την παράσταση. Όχι που θα πέρναγε το δικό τους.

 

Περιττό να σας πω ότι η χαρά που πήρα όταν πρωτοπαρουσιάστηκε δεν εκφράζεται ούτε καν με τις λέξεις που τόσο αγαπώ. Γέλαγε το κοινό; Έκανε κωλοτούμπες η ψυχή μου. Μελαγχολούσαν; Ακόμα περισσότερο το απολάμβανα εγώ. Λίγο κλεισμένη στον εαυτό μου, λίγο φοβισμένη μην με απορρίψουν, είχα βρει το καταφύγιο μου: οι ιστορίες που έφτιαχνα ήταν ο τρόπος να επικοινωνήσω με τους άλλους.

 

Όλους τους άλλους; Μα όχι βέβαια. "Με τι βλακείες κάθεσαι και ασχολείσαι;" αναρωτιόταν ο πατέρας μου που έφερε βαρέως την άρνησή μου να γίνω μηχανικός. Κι εγώ, όσο κι αν ήθελα, δεν μπορούσα να του εξηγήσω τι ήταν αυτό που με έτρωγε κάπου μεταξύ στομάχου και καρδιάς και δε μ' άφηνε ν' αφήσω πίσω τα όνειρα για καριέρα στα μεγαλύτερα θέατρα και τους πιο διάσημους κινηματογράφους του κόσμου.

 

Πήγα στο πανεπιστήμιο και ήλπιζε ο άνθρωπος ότι θα μου περάσει. Αμ δε; Δέκα ώρες μάθημα οικονομικών η δικιά σας την εβδομάδα; Δώδεκα ώρες ενασχόληση με τα του θεάτρου. Με κάθισε μια μέρα κάτω και μου τα είπε σταράτα: "Δεν είναι για ανθρώπους σαν εμάς αυτά. Εσύ πρέπει να δουλέψεις σε δουλειά κανονική. Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, να έχεις τον μισθό σου." Έκανα πως τον αγνοούσα αλλά τα λόγια του έπιασαν τόπο.

 

Έπιασα δουλειά κανονική απ' αυτές που μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει σε πληρώνουν. Και μάλιστα την αγάπησα και άρχισα να της είμαι βαθιά ευγνώμων. Και για κάποια χρόνια έπαψα να γράφω. Για να σας το διευκρινίσω: έπαψα να γράφω για πράγματα που δε σχετίζονταν με τη δουλειά μου. Γιατί, προς έκπληξη κανενός, και η δουλειά μου τελικά με τις ιστορίες είχε να κάνει.

 

Ώσπου κάποια στιγμή μπούχτισα. Ούτε ήξερα τι ήταν αυτό που με πίεζε τόσο. Μήπως η ξενιτιά; Μήπως η οικονομική κρίση στην πατρίδα; Μήπως το στρεσογόνο περιβάλλον; Ό,τι κι αν ήταν, έναν μόνο τρόπο ήξερα να το νικήσω. Ξαναξεκίνησα να φτιάχνω ιστορίες για 'μένα μόνο - αυτή τη φόρα απαλλαγμένες από την πίεση των ονείρων για σπουδαία καριέρα. Αυτήν μπορούσα να την αποκτήσω και αλλιώς. Ήταν πλέον ξεκάθαρο για 'μένα αυτό που χρόνια πριν δεν είχα μπορέσει να εξηγήσω στον πατέρα μου: Γράφω γιατί δε ξέρω άλλο τρόπο να επουλώσω τις πληγές μου.

 

Και έτσι ξαφνικά, καθώς ανακάλυπτα κάτι τόσο σημαντικό για 'μένα την ίδια, ανακάλυψα και κάτι σπουδαίο για τον πατέρα μου: έλυνε ασκήσεις μαθηματικών τα βράδια για τους ίδιους λόγους που εμένα πιανόταν το χέρι μου να πιέζω το στυλό στη σελίδα. Ακούμπαγε και ακουμπάει επάνω στη σιγουριά τους την ψυχή του.

 

Μοιάζουμε τελικά μεταξύ μας εμείς οι εραστές της νύχτας.