Τις Κυριακές της άνοιξης, φοράω πάντα το ξεφτισμένο μου δερμάτινο.


Χτυπάει το τηλέφωνο από καλούς φίλους που ζουν μακριά.


Ψάχνω απαντήσεις κάπου κοντά στη θάλασσα.


Αθροίζω μικρές και μεγάλες απώλειες.


Συναντώ συνήθως ένα μικρό παιδί, μερικά αγριολούλουδα και μια χνουδωτή γάτα.


Ανησυχώ που αύριο έχω σχολείο.


Συνομιλώ σιωπηλά με τον καθρέφτη μου.


Φοράω το δαχτυλίδι της γιαγιάς μου και λουλουδάτο άρωμα.


Συγκρατώ μια συγκίνηση που υγραίνει τα μάτια μου. Καμιά φορά δεν τη συγκρατώ.


Γράφω ένα γράμμα χωρίς παραλήπτη που φτάνει πάντα στον προορισμό του.