Περπατάς. Περπατάς σε τεντωμένο σχοινί και συνεχίζεις δίχως φόβο. Ξέρεις πως σημασία έχει να περπατάς και όχι να ισορροπείς, γιατί υπάρχουν και άλλοι που ακόμη σέρνονται. Καθώς θα πέσεις, ίσως να σκεφτείς πως πρέπει να γίνεις κάποιος άλλος προκειμένου να ισορροπήσεις με επιτυχία. Μα θα πέφτεις συνεχώς μέχρι να ανακαλύψεις ποιος είναι στα αλήθεια ο λόγος που πασχίζεις να ισορροπήσεις. Μπορείς να ψεύδεσαι και να υποκρίνεσαι, κρύβοντας μέσα σου μια βαθιά πληγή για τον σκοπό σου, την ανάγκη σου να βαδίσεις με σταθερότητα. Θες να γίνεις το ίδιο το κάδρο και όχι απλά η εικόνα του. Αλλά η ζωή εκφράζεται με κινήσεις, πράξεις και πτώσεις και το σώμα σου δεν μπορεί να κρύψει αυτό που αναζητείς.


Υπομένεις. Υπομένεις καταστάσεις και ανθρώπους και καίγεσαι σιγά σιγά. Σπουδαίες μέρες έρχονται σε εκείνους που δαμάζουν την ίδια τους την φλόγα. Την φλόγα που κάποτε τους έκαψε και τώρα τους φωτίζει το δρόμο. Και να θυμάσαι ότι δεν μπορείς να πατήσεις ξανά στα πόδια σου εάν δεν μπορείς να απαντήσεις στην ερώτηση, «που πονάς;» Κι αν κουνάς τα χείλη σου, μα δεν μπορείς να βγάλεις μιλιά, είναι γιατί η ευτυχία έρχεται σε κύματα, τόσο μεγάλα που δεν μπορείς να τα κολυμπήσεις και σε πνίγουν μέσα τους. Αντιστέκεσαι στην ίδια σου την ευτυχία, γιατί πιστεύεις ότι αν αφεθείς το κύμα θα σε ρίξει στα βράχια, μα ποτέ σου δεν σκέφτηκες ότι μπορεί να σε ξεβράσει σε κάποια αυγουστιάτικη παραλία.


Απορρίπτεις μα δεν θες να απορρίπτεσαι. Κερδίζεις μα δεν θες να χάνεις. Κρίνεις μα δεν θες να κρίνεσαι. Κι αυτό διότι μόνο σου δημιούργησες το σχοινί που βαδίζεις να είναι σχεδιασμένο με φιλοδοξίες και επιθυμίες που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Υπάρχει ακόμη μια πληγή αγιάτρευτη. Είναι ο τρόπος που βλέπεις τον κόσμο, όχι ο τρόπος που ο κόσμος βλέπει εσένα. Αρνείσαι τον αληθινό πόο γιατί έχεις γευτεί την ψεύτικη αγάπη. Βρίσκεις συντροφιά ανθρώπους με κύρος τόσο ρηχό όσο και τα ψεύτικα τους λόγια. Το κανείς αυτό γιατί δεν θες να καταλήξεις μόνο μετά τα τριάντα. Πρέπει να συμβιβαστείς με τον ίδιο σου τον εαυτό και όχι με τους άλλους ανθρώπους. Πρέπει να μάθεις να αρνείσαι και να μάθεις να δέχεσαι.


Υπνοβατείς κάνοντας δύο βήματα μπροστά και σαν ξυπνήσεις κάνεις δέκα πίσω. Παραμένεις στο τεντωμένο σχοινί. Παραμένεις να ισορροπείς. Μαθαίνεις να πέφτεις, μαθαίνεις και να σηκώνεσαι. Ορίζοντας δεν υπάρχει παρά μόνο η διαδρομή που εσύ χαράζεις.