Ήταν από ένα μικρό νησί του Αιγαίου, από κείνα με την παράδοση επηρεασμένη από τους Ενετούς. Μικρό κορίτσι σαν ήταν φορούσε τα όμορφα φουστανάκια της και ροβολούσε στα στενά σοκάκια του. Σε αυτόν τον σκιερό, ανήλιαγο λαβύρινθό τους της άρεσε περισσότερο να κρύβεται, πρώτα από τον αδυσώπητο ήλιο του καλοκαιριού, έπειτα από τη ζέστη και μετά από όποιον «τα φύλαγε» στο κρυφτό. Στο «φτου και βγαίνω!» αυτός που τα φύλαγε έψαχνε την Φραγκούλα στα σοκάκια αυτά. Έτσι εκείνη κρυβόταν κάθε φορά και σε κάποιο άλλο, γιατί όλοι πια ήξεραν την κρυψώνα της.

 

Σ' αυτά τα στενοσόκακα με τον καιρό συνήθιζαν να ανοίγουν μικρές ταβερνούλες. Έτσι κάποιος που είχε το σπιτάκι του σε ένα απ' αυτά, έβγαζε τραπεζάκια έξω και το έκανε ταβερνούλα με σπιτικό φαΐ. Ερχόταν οι τουρίστες και απολάμβαναν τα καλοκαίρια το καλό ελληνικό φαγητό. Η Φραγκούλα μικρή ξεθάρρευε και κρυβόταν και κάτω από τα τραπέζια στα πόδια των ανθρώπων. Όταν πια ερχόταν η παρέα της και την αναζητούσε, έβγαινε και ο ταβερνιάρης και τους έδιωχνε φωνάζοντάς τους :«Τραβάτε πιο πέρα βρε ζουρλά! Θα μου κλείσετε το μαγαζί!». Μαζεύονταν λίγο αυτά και μετά πάλι ξεχύνονταν στα σοκάκια.


Όμορφο μικροκαμωμένο κοριτσάκι η Φραγκούλα, με ξανθά μαλλιά με μπούκλες και εκφραστικά σοκολατί μάτια με περίγραμμα. Έτσι που ήταν από μικρή νόμιζε κανείς ότι βαφόταν, ήταν όμως το φυσικό της. Η μητέρα της τής φορούσε όλο κάτι δαντελωτά φουστανάκια, γεγονός, που της επέτρεπε συγκεκριμένες δραστηριότητες. Δεν κυλίστηκε στο έδαφος, δε λερώθηκε, δεν έσκισε τα γόνατά της, δεν έσπασε τα μούτρα της, ούτε άνοιξε το κεφάλι της. Ήταν ένα καλό παιδί χωρίς εξάρσεις. Της άρεσε και της ίδιας το ωραίο και ταυτίστηκε με την εικόνα του μικρού Άγγελου κάτι που την προσδιόρισε και σε όλη τη μετέπειτα ζωής της.

 

Ήταν μαθήτρια στο καθολικό σχολείο των ουρσουλινών καλογριών, ένα αυστηρό σχολείο, στο οποίο όμως έμαθαν γαλλικά και έπαιζαν και θέατρο στα γαλλικά εκείνα τα χρόνια. Της άρεσε όταν μεγάλωσε, κοντά στα ογδόντα πια, να απαγγέλει το ρόλο της από το Cid του Κορνέιγ και να θυμάται τις πρόβες και τις παραστάσεις. Τα πάντα χαραγμένα ζωηρά στο νεανικό μυαλό της και το γέρικο κορμί της.

 

Σερβιρίστηκαν όλες, πήραν κάτι να τη θυμούνται, κάνοντας πλιάτσικο στα υπάρχοντα μιας χαμένης ζωής και τα υπόλοιπα τα πέταξαν στο δρόμο δίπλα στους κάδους τις ανακύκλωσης. Δε μπήκαν στον κόπο ως φιλανθρωπικός σύλλογος να τα δώσουν σε όσους δεν έχουν.


Νεαρή ήταν ερωτευμένη με τον Ιάκωβο, έναν συμμαθητή του αδελφού της. Εκείνος πέντε χρόνια μεγαλύτερος, με ωραίο λόγο και μεγάλες φιλοδοξίες. Πρέπει να του άρεσε και εκείνου αν κρίνει κανείς από τις ματιές που αντάλλαζαν, αλλά δε θα τολμούσε ποτέ να φλερτάρει την αδελφή του φίλου του. Αυτός ο πλατωνικός έρωτας έμεινε αδικαίωτος μέσα στο χρόνο. Όταν πια είχαν γεράσει ο Ιάκωβος της αποκάλυψε ότι την έβρισκε πάντα πολύ όμορφη και ποτέ δε θα τολμούσε να της το πει, όσο ήταν στο νησί.

 

Στις σπουδές τους απομακρύνθηκαν κάπως από το νησί. Η Φραγκούλα ήρθε στην Αθήνα να σπουδάσει μουσική στο Ωδείο. Ο Ιάκωβος έγινε δικηγόρος στην Αθήνα και ερχόταν στο νησί κάθε καλοκαίρι, αρχικά μόνος του, μετά με τη γυναίκα του και αργότερα με τα παιδιά του. Η Φραγκούλα έγινε δασκάλα πιάνου.

 

Λάτρευε τη μουσική και αγαπούσε πολύ τη δουλειά της. Έμενε στους Αμπελοκήπους και δούλευε σε ένα Ωδείο κοντά στο σπίτι της. Ήταν πάντα μια όμορφη κοπέλα με ξανθά μαλλιά και μελιά μάτια, λεπτοκαμωμένη, πάντα κομψή και χαμογελαστή. Αγαπούσε πολύ το νησί και μέχρι που πέθανε η μάνα τους πήγαινε τακτικά. Εξάλλου μόνο εκείνη είχε μείνει στην Ελλάδα από την οικογένεια, μιας και ο αδελφός της ασχολήθηκε με τα ναυτιλιακά και έμενα πια με την οικογένειά του στο Λονδίνο.

 

Η μάνα δε μετακινούνταν εύκολα, δεν της άρεσαν τα ταξίδια και η καθημερινότητα έμοιαζε στα μάτια της εφιαλτική. «Να προσέχετε παιδιά μου εκεί την πόλη! Μην κυκλοφορείς αργά το βράδυ μόνη σου Φραγκούλα ! Βλέπεις στις ειδήσεις ακόμα και σε άνδρες επιτίθενται, φοβάται ο κόσμος.» Η Φραγκούλα την καθησύχαζε.

 

Όσο για τον αδελφό της, η μάνα δεν είχε πολλά πολλά. Ξένη η γυναίκα του, η μάνα δε μίλαγε αγγλικά, τα παιδιά του ξένα κι αυτά. Η ξενιτειά της το πήρε το παιδί. Μόνο η Φραγκούλα της έμεινε για ένα τηλεφώνημα την ημέρα και τα απανωτά ταξίδια που έκανε εκείνη για να την βλέπει.

 

Κάποια φορά η Φραγκούλα κόντεψε να παντρευτεί. Αυτός ήταν συνάδελφος στο Ωδείο, δάσκαλος βιολιού, παντρεμένος με ένα γιο. Έδειχνε να την αγαπά και για όσο έβγαιναν πέρναγαν όμορφα μαζί, τι σινεμά, τι θέατρα, τι διασκεδάσεις, τα Σάββατα που δεν είχε εκείνος το γιο του. Τα Σάββατα που ήταν με το γιο του εξαφανιζόταν από προσώπου γης καθώς ούτε το κινητό του δε σήκωνε αφού ήταν με την «οικογένεια». Κάτι άρχιζε να μην της αρέσει της Φραγκούλας, αλλά καθώς ήταν πολύ επιλεκτική και «δύσκολη» , όπως τη χαρακτήριζαν οι φίλες της, αποφάσισε να δώσει και δεύτερη και τρίτη ευκαιρία στο Θωμά, που σταθερά την πρόδιδε όταν ο αλέκτωρ - υιός του λαλούσε. Οπότε εκείνη εξαφανιζόταν από το προσκήνιο.

 

Κάποια φορά που κατάλαβε τη δυσαρέσκειά της, την καλόπιασε λέγοντας, ότι περιμένει λίγο να μεγαλώσει το παιδί μιας και ήταν τότε δεκατεσσάρων ετών, για να του μιλήσει για εκείνους και να προβούν στο επόμενο βήμα δηλαδή να παντρευτούν και να μείνουν όλοι μαζί.

 

Η Φραγκούλα έφτιαξε αμέσως την εικόνα στο μυαλό της. Φαντάστηκε τον εαυτό της στο ίδιο σπίτι με το Θωμά και το «θείο τέκνο» και εκείνη να έχει γίνει η παραδουλεύτρα τους. Να είναι εκεί, να μαγειρεύει, να σιδερώνει, να μαζεύει τις στάχτες από τα τσιγάρα τους, μέχρι που ο γιος του να κουβαλήσει και καμιά γκόμενα στο σπίτι και να έχει να προσέχει και αυτή, κάτι που θα απελευθερώσει τη φυσική μάνα μετατρέποντας τη Φραγκούλα σε δούλα τους. Στην ιδέα και μόνο ανατρίχιαζε! Φοβήθηκε.

 

Ήταν μια ευτυχισμένη, μοναχική γυναίκα, με τις γάτες της, μια cat lady, όπως την αποκαλούσε ένας καλός της φίλος. Του είπε με έναν εύσχημο τρόπο χωρίς να τον προσβάλλει «ευχαριστώ, αλλά δε θα πάρω!» και για εκείνη τελείωσε για πάντα το πλάνο αυτό του γάμου και των σχέσεων.


Όσο ζούσε η μάνα της το μόνο της ζωής της ταξίδι ήταν μέχρι το Λονδίνο, ίσα για να δει τον Γιάννη, να του δώσει τίποτα καλούδια από το νησί και να δει τι κάνουν εκείνος και η οικογένειά του. Έβγαζε πολλές φωτογραφίες και τις έδειχνε μετά στη μάνα λέγοντας τα νέα τους. Τον πατέρα τους τον είχαν χάσει νωρίς, η μάνα τους στάθηκε μάνα και πατέρας μαζί.


Κάθε φορά, ακόμα και εκείνη τη φορά που πήγε στο νησί για την κηδεία, πέρναγε με νοσταλγία από τα ανήλιαγα σοκάκια και αναπολούσε την παιδική της ηλικία που κάπου εδώ είχε αφήσει κάτω από τα τραπέζια. Αυτό το αεράκι του νησιού στο πρόσωπό της, λες και της έφερνε πίσω τα χρόνια, ένιωθε αμέσως παιδί, όπως τότε, και ξάφνου οι ρυτίδες, η κούραση, όλα εξαφανιζόταν και έλαμπαν τα μάτια, τα χείλη έδιναν το μεγαλύτερο χαμόγελό τους και θαρρείς η καρδιά φτερούγιζε και τα πόδια ήθελαν να τρέξουν, ενώ τα μάτια έψαχναν διερευνητικά την καλύτερη κρυψώνα. « Αχ!»


Μετά το θάνατο της μάνας, έκανε κάποια ταξιδάκια εδώ και εκεί. Στο Λονδίνο, στο Γιάννη, αλλά και με έναν σύλλογο ΚΑΠΗ που είχε γραφτεί σε κοντινούς προορισμούς όπως Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Κωνσταντινούπολη, Βαλκάνια, Παρίσι , αλλά και στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη που τόσο ήθελε. Μικρά ταξίδια με το παρεάκι αυτό του συλλόγου, οικονομικές εκδρομές με ξεναγήσεις και όλα πληρωμένα.


Θέλεις η μοναξιά, θέλεις οι φόβοι που εμφιλοχωρούν όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, θέλεις η παιδική εκείνη εκκλησιαστική παιδεία, όλα αυτά την έκαναν να πηγαίνει όλο και περισσότερο στην εκκλησία ώστε βρίσκοντας ανθρώπους να μπορέσει να μοιραστεί τις ανασφάλειές της. Άνοιξε έτσι το σπίτι της προσφέροντας τσάι κυρίως στις κυρίες της ενορίας της. Εξαιρετικές εκείνες, άνθρωποι του Θεού, αναγνώριζαν τη παιδεία της, τα γαλλικά της, τα ταξίδια της, και βέβαια απολάμβαναν τα μουσικά σουαρέ καθώς εκείνη έπαιζε στο πιάνο και εκείνες τραγουδούσαν κομμάτια όπως τα «πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες», «αχ να μπορούσα», «ας ερχόσουν για λίγο», «ένας φίλος ήρθε απόψε απ' τα παλιά» και άλλες παρόμοια νοσταλγικά άσματα για ματαιωμένες ζωές.


Τη θαύμαζαν και την κολάκευαν: «Τι ωραίο σπίτι που έχεις Φραγκούλα μου! Τα έχεις όλα προσεγμένα!» έλεγε η μια. «Φαίνεται ο άνθρωπος που είναι από οικογένεια!» έλεγε η άλλη. «Καλά όλοι εσείς από αυτό το μέρος, έχετε άλλη παιδεία! Οι Φράγκοι και οι Ενετοί παιδί μου! Πολιτισμός! Οι άλλοι ήταν υπό τουρκική κατοχή! Τι να σου κάνουν; Ζούσαν το Μεσαίωνα; Οι παλιοτουρκαλαρέοι!»


Η Φραγκούλα τα άκουγε αυτά και όλο ετοίμαζε καινούργια κέικ για το επόμενο κάλεσμα και γλυκά και τυρόπιτες και τσάι και λικέρ. Ωραία αυτά τα απογεύματα με τις κυρίες του Συλλόγου! Κατά διαστήματα έκαναν και κάτι παζάρια με χειροτεχνίες, να μαζέψουν λεφτά για κάποιο ορφανοτροφείο ή για κάποιον οίκο ευγηρίας.

 

Έτσι πέρναγαν τα χρόνια και τα προβλήματα εμφανίστηκαν. Να το σάκχαρο, να και η πίεση και προβλήματα με τις αρτηρίες. Σταμάτησαν τα πολλά γλυκά και τα λικέρ και η μπυρίτσα το καλοκαίρι με την πίτσα στη βεράντα, με τις ίδιες πάντα κυρίες. Άρχισαν τα φάρμακα μαζί και τα όργανα, όχι γυμναστικής, τα άλλα των διαγνωστικών εξετάσεων. Κόντευε τα ογδόντα η Φραγκούλα, αλλά ακόμα και τώρα το μαλλί με τα μπικουτί και φροντισμένη εμφάνιση, δίχως να εγκαταλείψει τον εαυτό της ποτέ.

 

Ψυχοκόρη δεν είχε όμως από το Σύλλογο βρήκε μια καλή κοπέλα να την προσέχει και με τον καιρό έταξε στο Σύλλογο όλον τον εξοπλισμό του σπιτιού της, μετά θάνατον. Θα μπορούσε να γράψει και το σπίτι, όμως σκέφτηκε ότι αν έρθει ο Γιάννης από το Λονδίνο ή τα παιδιά του θα έχουνε ένα σπίτι για να μείνουν. Όσο για το νησί ήθελε να τα αφήσει όλα στο Γιάννη και τα παιδιά, όπως θα ήθελε και η μάνα. Να έχουν κάτι από τον τόπο τους, να έχουν ρίζες και ιστορία έλεγε αφελώς η μάνα.


Μετά από νοσηλεία στο νοσοκομείο η Φραγκούλα, επέστρεψε στο σπίτι της σχεδόν τυφλή. Ούτε τις γατούλες της δεν μπορούσε να προσέξει. Η κοπέλα ερχόταν και την περιποιούνταν, οι κυρίες ερχόντουσαν και της έκαναν παρέα, της διάβαζαν κανένα ποίημα από κάποια συλλογή ή κάποιο μικρό διήγημα, την έπαιρνε ο ύπνος και έφευγαν.


Εκείνη την Κυριακή, πριν την Καθαρή Δευτέρα, παραμονή της Σαρακοστής, η Φραγκούλα χάθηκε για πάντα στα αγαπημένα της σοκάκια αναζητώντας την κρυψώνα την καλή. Ο νησιώτικος αέρας φυσά στα λευκά της μαλλιά και τα κάνει ευθύς ξανθά και μπουκλωτά όπως παλιά και τα μάτια τα τυφλά τα κάνει να λάμπουν από χαρά αντικρίζοντας το φως του ήλιου και το δέρμα το ριγωτό το κάνει σφριγηλό, στιλπνό και λείο. « Αχ!» Έτσι ήρεμα έφυγε η Φραγκούλα, χωρίς φόβο, χωρίς πόνο, στον ύπνο της.


Τη άλλη μέρα η κοπέλα που άνοιξε την βρήκε στο κρεβάτι. Κάλεσε το ασθενοφόρο και πριν τελειώσει η μέρα η κυρίες ήρθαν στο σπίτι να πάρουν τον οικιακό εξοπλισμό που τους είχε τάξει για το καλό του συλλόγου, για φιλανθρωπίες. Τα πορσελάνινα σερβίτσια, τα κρυστάλλινα ποτήρια, τα όμορφα μπιμπελό, τα μικροέπιπλα, γιατί τα υπόλοιπα τα πήραν από την Τρίτη μετά την Καθαρή Δευτέρα, καθώς ήταν αδύνατο να βρουν μεταφορέα μέσα στην αργία.

 

Σχεδόν τσακώνονταν κιόλας. «Είμαι σίγουρη εμένα θα ήθελε να έχω αυτή την πορσελάνη, τι καταλαβαίνετε εσείς από αυτά;» Και απαντούσε η άλλη «Βρε άστο κάτω τα έχεις βουτήξει όλα, δε ντρέπεσαι καθόλου!» Μια βρέθηκε να πει: « Ήμαρτον κορίτσια, η ψυχή της δεν έχει φύγει ακόμα από το σπίτι θα μας βλέπει και θα βρικολακιάσει! Πως κάνετε έτσι;»


Σερβιρίστηκαν όλες, πήραν κάτι να τη θυμούνται, κάνοντας πλιάτσικο στα υπάρχοντα μιας χαμένης ζωής και τα υπόλοιπα τα πέταξαν στο δρόμο δίπλα στους κάδους τις ανακύκλωσης. Δε μπήκαν στον κόπο ως φιλανθρωπικός σύλλογος να τα δώσουν σε όσους δεν έχουν.

 

Πέρασαν κάποιοι τσιγγάνοι και - πρώτη φορά το είδα αυτό - μια τσιγγάνα ξεχώρισε ό, τι ήθελε να πάρει και άφηνε με σεβασμό, που δεν έδειξαν οι οικείοι κι οι συγγενείς της, τα υπόλοιπα. Της πέταξαν ακόμα και το διαβατήριο, την ταυτότητα, το βιβλιάριο υγείας. Φραγκούλα Γκληνού του Παναγιώτη και της Ευτέρπης στο δρόμο μαζί με τα σκουπίδια.


Μέχρι το μεσημέρι που ξαναπέρασα, όλα τριγύρω ήταν καθαρά. Τα είχαν όλα μαζέψει ελπίζω άνθρωποι που δεν διέθεταν τα απαραίτητα και τους ήταν όλα αυτά τα αντικείμενα απολύτως απαραίτητα. Τα πήραν όλα. Ρούχα, μαξιλάρια, πετσέτες, κουβέρτες, ζωγραφιές. Μια ζωή στα σκουπίδια.

 

Η Μαρία Μαρή είναι θεατρολόγος- εκπαιδευτικός